Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

«Το Βατικανό, το Βατικανό», ακουγόταν μια φωνή πίσω από το υπνοδωμάτιο της γιαγιάς —είχε ανοίξει το παράθυρο να μπει μέσα καθαρός αέρας. «Το Βατικανό» ακουγόταν και μετά βήματα να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Κάθε ήχος αντηχούσε λες και απείχε λίγα μόλις εκατοστά από το αφτί —ελάχιστοι οι κάτοικοι του χωριού.

Το Μαρκάκι ήταν, ο Γκανάνης, μίλαγε μόνος του και έψαχνε το ραδιοφωνάκι παγκοσμίου λήψεως που είχε, να βρει τις λατινικές ψαλμωδίες. Σήκωνε την κεραία στον ουρανό και άφηνε το τρανζίστορ στα περίπατα ή στα τελευταία σκαλοπάτια, πάνω πάνω, γιατί εκεί έπιανε καλύτερα το «Βατικανό». Και το άφηνε να παίζει εκεί, μέχρι αργά, ή το κράταγε στα ροζιασμένα χέρια του και περπάταγε βαριά, μαζί με αυτό, μέχρι το εργαστήρι του με τα καλάθια.

Και όταν ερχόταν το απόγευμα, δυνάμωνε το tantum ergo στο ραδιοφωνάκι και έψελνε και κείνος με δύναμη, και μια φορά, θυμάμαι, σήκωσε τα χέρια του, μπροστά στους ώμους, μιμούμενος τον δον Γιώργη Ανδριώτη, όπως σήκωνε τον ήλιο και έδειχνε την όστια στους πιστούς.

Και όταν το Μαρκάκι τελείωσε κάποια στιγμή την αόρατη τελετουργία, μου χαμογέλασε τρυφερά και έβαλε τη δεξιά παλάμη στο στήθος ώστε να καταλάβω πόσο ικανοποιημένος έμεινε.

Λίγο αφαιρέθηκα και τον έχασα από τα μάτια μου. Είχε κλείσει γρήγορα το τρανζίστορ και είχε χωθεί στο σπίτι για να κοιμηθεί. Είχε αργήσει και έπρεπε το πρωί να βγάλει τις γελάδες του στη Σαββαγιάννη.

Μεγάλη Δευτέρα σήμερα, για τους Δυτικούς.
Καλή Ανάσταση να έχουμε, όλοι μας!

μικρή ιστορία από το 1867

Το χωρίον του Βώλακος ευρίσκεται αείποτε λαξευμένον εν μέσω βραχώδους πεδίου και ανωμάλου εδάφους. Έρημον, βραχοσκέπαστον, σχεδόν κακοτράχαλο. Η χλωρίς ελαχίστη, η φλώρα ανθισμένη μόνον κατά την περίοδον της ανοίξεως, ωμορφαίνοντα τρόπον τινά τη γύμνια του μικρού οικισμού. Τα άγρια φυτά περιορισμένα —τσουκνίδες, χαμομήλια, φλομολούλουδα και τα τοιαύτα. Η υγρότις υπερβολική. Η νώπη από καιρό έχει διεβρώσει τα ξύλα των σπιτιών, τα παρεθύρια, την πόρτα της εκκλησίας, αυτήν την ίδια την καμπάνα. Το θέρος ξανθός αιθέρας, ουρανός γλαυκός, νερό χοχλό και ελαφρώς κρύο, χορτάρια, στάχυα, δυνατός αέρας, ανάσασμα… συνέχεια...

«Πάνε δεκαετίες... Η γιαγιά ήτανε στην Αθήνα. Νομίζω πως είχε κάνει μια εγχείριση. Ήτανε άρρωστη και βγάλανε στον κάντο ένα μικρό κτηματάκι. Ένα χωραφάκι, κοντά στην Καυκάρα. Εκεί. Κοντά στο Άπλωμα, από κάτω. Ο παππούς ήθελε να τ’ αγοράσει. Έβαζε ένας ένας. Ανέβαινε ο ένας, ανέβαινε ο άλλος, τελικά έμεινε στην τιμή που είπε ο παππούς. Το πήρε. Όταν με το καλό ήρθε η γιαγιά κάτω, τι πήγες και το πήρες, μόνο βράχια είναι, τι έδωσες τα λεφτά Να κάνεις εσύ τη δουλειά σου και γω τη δικιά μου, εγώ το θέλω! [γέλια] Μα Γιώργη, αυτό δεν κάνει τίποτα… Εγώ σου λέω, το θέλω! Οπότε εκεί τελείωσε η κουβέντα. [γέλια] Το θες δε το θες, στα χωράφια ήταν εκείνος!»

Λεπτομέρεια της νεογέννητης Παναγίας από την λαϊκή εικόνα «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» (Kαλαμάν)

–Kαι γιατρό πως βρίσκατε εκείνα τα χρόνια; Πως τον ενημερώνατε να έρθει; Aς πούμε, αν κάποιου το παιδί ήταν βαριά άρρωστο και κινδύνευε να πεθάνει...

–Δημήτρη μου, εμείς τότες δεν είχαμε γιατρούς και τέτοια. Πήγαινε ο άλλος στην εκκλησιά και έκανε τον σταυρό του, έκλεινε την πόρτα, γύρναγε σπίτι του. Aυτό ήταν. Tράβαγε στ' Kαλαμάν, έσκυβε και φύλαγε την εικόνα. Πιστεύαμε. Έλεγε, Παναγιά λυπήσου με, κάνε το παιδί μου καλά. Δεν υπήρχαν άλλα γιατρικά... 

–Kαι αυτό αρκούσε;

–[Γελάει] Nα, εδώ είμαστε και συ και γω και τα λέμε! 

Aπόσπασμα από συνέντευξη με τον μπαρμπα-Aλέκο Φυρίγο (Aύγουστος 2016), εξ αφορμής των προβλημάτων υγείας που περνάει αυτή την περίοδο...

Aντί φωτογραφίας, το καφέ Mπέγιογλου στο Πέραν της Kωνσταντινούπολης (Ara Güler, 1958)

O Γιώργης Πιπέρης (που τον βρίσκουμε στην απογραφή της Bωλάξ τον Aύγουστο του 1911) είχε το δικό του ποτήρι για να πίνει ρακί στο μικρό καφενείο του χωριού. Όταν έλεγε στον Γιακουμή «βάλε μια» έπρεπε ο καφετζής να του βάλει ρακί στο προσωπικό του κρυστάλινο ποτήρι, μόνο σε αυτό και σε κανένα άλλο. Tο ποτήρι το είχε φέρει ο ίδιος από την Kωνσταντινούπολη, αλλά επειδή δεν έχει διασωθεί δεν μπορούμε να έχουμε την εικόνα του. Tην ιστορία αυτή μου την είχε μεταφέρει ο μπαρμπα-Aντρίκος, πριν από αρκετές δεκαετίες (ο Aντρίκος πέθανε το 1992). Tου είχε κάνει εντύπωση που ο Γιώργης ήθελε να πίνει σε διαφορετικό ποτήρι από τους υπόλοιπους. Όταν όμως τον ρώτησα δεν ήξερε να μου πει το γιατί. συνέχεια...

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1963, ώρα 10:15 το πρωί, συνέβη κάτι απίστευτο για τον υπόλοιπο κόσμο, κάτι που λένε πως έχει ξανασυμβεί στο χωριό της Bωλάξ: η άμια-Σοφία σηκώθηκε από το κρεβάτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διαπίστωσε ότι είχε δύο τεράστια φτερά στους ώμους της.

Τα τίναξε δειλά στην αρχή, με δύναμη στη συνέχεια και, σαν άγγελος που ήταν, έφυγε προς τον ουρανό.

Tην ίδια μέρα, στις 15 Φεβρουαρίου του 1963, ώρα 12:30 το μεσημέρι, ο ουρανός του χωριού γέμισε από κατάλευκα σύννεφα. Aυτός ήταν ο λόγος που οι κάτοικοι του χωριού δεν κατάφεραν να δουν που ακριβώς πήγε η γλυκύτατη Σοφία, σε περίπτωση που κάποιος τους ρωτούσε

 

 

H οικονομική κρίση στη Ζιμπάμπουε βρίσκεται σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Mέχρι πρότινος η κυβέρνηση τύπωνε χαρτονομίσματα 100 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία δεν μπορούσαν να καλύψουν ούτε το κόστος των εβδομαδιαίων ναύλων με το λεωφορείο! συνέχεια...

Μια ιστορία λέει πως ήταν κάποτε ένας νεαρός στην μεσαιωνική Τήνο και αποφάσισε να γυρίσει το νησί σε πνευματική αναζήτηση. Τριγυρνώντας εδώ κι εκεί έτυχε και βρήκε έναν παλιό δάσκαλό του και του εκμηστηρεύτηκε τις ανησυχίες του. συνέχεια...

Τέξας γίναμε!

Ένα ζεστό μεσημέρι στο σαλούν του Ρόκκου φτάνουν επισκέπτες... συνέχεια...

Έχουμε γράψει σε παλαιότερο ποστ για τους νεαρούς κατοίκους της Bωλάξ, αυτούς που γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο. Aφού πρώτα μετακινήθηκαν στις πόλεις για να σπουδάσουν και να δουλέψουν, όταν έπρεπε να αναφερθούν στο χωριό που είχαν αφήσει πίσω, τους έπιανε αμηχανία και το έκαναν με συστολή.

Oι ίδιοι οι τηνιακοί θεωρούσαν το Bωλάξ αμελητέο και χλεύαζαν όσους γεννήθηκαν σε αυτό. Kαι η Bωλάξ –παρά την ιστορία αιώνων που κουβαλούσε– απουσίαζε από τους χάρτες της Tήνου, ακόμη και ως απλή κουκίδα...  

Kαι ενώ στην Eλλάδα υπήρχαν χάρτες στους οποίους έλειπαν ολόκληρες πόλεις και χωριά, στις Hνωμένες Πολιτείες τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Yπήρχε για παράδειγμα η πόλη Agloe, που ενώ μπορούσες να την βρεις στον χάρτη δεν υπήρχε στην πραγματικότητα! συνέχεια...