Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
μικρή ιστορία από το 1867

Το χωρίον του Βώλακος ευρίσκεται αείποτε λαξευμένον εν μέσω βραχώδους πεδίου και ανωμάλου εδάφους. Έρημον, βραχοσκέπαστον, σχεδόν κακοτράχαλο. Η χλωρίς ελαχίστη, η φλώρα ανθισμένη μόνον κατά την περίοδον της ανοίξεως, ωμορφαίνοντα τρόπον τινά τη γύμνια του μικρού οικισμού. Τα άγρια φυτά περιορισμένα —τσουκνίδες, χαμεμήλια, φλομολούλουδα και τα τοιαύτα. Η νώπη υπερβολική. Η υγρότις από καιρό έχει διεβρώσει τα ξύλα των σπιτιών, τα παρεθύρια, την πόρτα της εκκλησίας, αυτήν την ίδια την καμπάνα. Το θέρος ξανθός αιθέρας, ουρανός γλαυκός, νερό χοχλό και ελαφρώς κρύο, χορτάρια, στάχυα, δυνατός αέρας, ανάσασμα…

Παρά την ερημία του μέρους και την εκ των πραγμάτων ανυπηρέτητη γη με τους γιγαντιαίους ορθούς της βράχους, εις την περιοχήν Κορνάρ’ (κατ’ άλλους Σκουρνάρ’) ευρίσκονταν κάποια δένδρα: μια αγριοσυκέα, ένας βέλανος και κάμποσες λυγαριές, ομοιόμορφες, ομόφυτες, εις πλήρην σειράν, απαραίτητες δια την καλαθοπλεκτικήν. Εις τα λιγοστά αυτά δένδρα, που ως φάσματα ωρθούντο στην περιοχήν, σμήνη παιδιών ήσαν κρεμασμένα και εσφύριζαν τις ημέρες εκείνες —Οκτώβριος του 1867. Νεαροί του χωρίου που γελούσαν και απεμιμούντο την φωνήν των πτηνών. Σημειωτέον δε πως οι άρρενες και οι θήλεις παίζουν εις διαφορετικά πεδία και με διαφορετικά παίγνια εκατέρωθεν.

Ωστόσω, εν από αυτά έπεσεν από την λυγαριάν και έσπασε την σπονδυλικήν του στήλην, ενώ το νεανικό πλήθος γελούσε. Στην αρχή ο νέος ύψωσε τις δυο του παλάμες, προσπάθησε να κουνηθεί, να σπαρταρίσει ως χέλι, ν’ αναδεύση, να ξεφύγη. Άδηλον εκ ποίας ανωτέρας δυνάμεως, το τραύμα του απεδείχθη θανατηφόρον. Συνεχώς αναστενάζων, κοκκίνησε, ξύνισε το πρόσωπο, αφέθηκε. Ο γέλος των νέων σταμάτησε ακαριαίως. Με τον ίδιο τρόπο που απέθανε ο νέος —ο μεγαλύτερος σε ηλικία από όλα τα παιδιά της ομήγυρης, ο Γιώργης Φοσκαρίνης του Ιακώβου, ευθυτενής νέος 18 ετών, ο οποίος δεν ήθελε να δουλέψει στα χωράφια και έπαιζε με τα μικρότερα αγόρια του χωριού.

Τα νέα δεν άργησαν να φθάσουν εις τους γονείς των υπολοίπων, οι οποίοι όχι μόνο τους πήραν με κραυγάς αλλά με παραστατικά κινήματα καταχέριασαν δια τα καλά τα τέκνα των.

Ο Γιακουμής, πατήρ του αδικοχαμένου και μονακρίβου άρρενος (καθώτι παρά τα πέντε μέλη της οικογενείας μόνον ο Γιώργης ήτο αγόρι), εδανείσθη από γείτονάν του ένα κοφτερόν σίδερον, ως ξίφος, νεύων προς ημάς να μην ακολουθήσωμεν, και κατέβη εν σπουδή τη Κορνάρ’ κατευθυνόμενος βραδέως στο σημείο, ωσάν αλλόκοτο τέρας, φανταστικό θηρίο, έμψυχο, που επέδραμε εκεί, ώρμησε εντείνοντας την φωνήν του και κατέκοψε εκ της ριζός τον κορμό του μοιραίου δένδρου. Και ας ήταν αύτη η λυγαριά αναγκαία, μοναδικό έσοδο της οικογενείας, πρόσοδον από την πλοκή των οικογενιακών κανίστρων. 

Η στάσις του Γιακουμή εξέπληξε την μικράν κοινότητα επί μακρόν αλλά ουδείς ετόλμησε να πει τι εις τον τεθλιμμένο πατέρα —ούτε καν αυτός ο εφημέριος που έσπευσε εις το χωριό ως καλός ποιμήν. Το πρόσωπό του Γιακουμή άλλαξε, ως ο αρχαίος εκείνος ηθοποιός, ούτινος το ήμισυ πρόσωπον εγέλα ενώ το άλλο ήμισυ εσκυθρώπαζεν…

Η σιγή στον οικισμόν ήτο απόλυτος και άρρητος. Η μελαγχολία βασίλεψε για αρκετές εβδομάδες, ο ουρανός εκαλύφθη εντελώς. Λέγεται μάλιστα πως εκείνη η περίοδος ήτο η πρώτη και η μοναδική κατά την οποία, ως ιδιότυπη συμπαράσταση προς τον κακότυχο πατέρα, ολόκληρο το χωρίον δοκίμασε να πλέξει καλάθια μόνο με καλάμια, φευ και ολίγα πράσινα βρούλα. Άνευ χρήσεως άγνης λυγαριάς, άνευ της αναγκαίας βέργας δηλαδή που έκανε γερή την κατασκευή. Άνευ λυγαριάς, σταβαριάς, ή του κατωτάτου νεόφυτου υποκλαδίου αγρελιάς, χωρίς ακόμη ακόμη τους χλωρούς βελάνους, που οι γηραιότεροι ήξεραν πως ούτοι δεν ήτο κατάλληλοι διατί τα καλάθια κοστώνουν με δαύτους, όπως έλεγον με βαριά εκφορά της γλώττης…

Ετόλμησε μάλιστα κάποιος δύσπιστος από διπλανόν οικισμόν να ερωτήση εάν αύτοι οι ιδιότυποι κάλαθοι είχαν αντοχή και θα κράταγαν εις το διηνεκές. Ο Γιακουμής, σοβαρός και αξιοπρεπής, αεικίνητος ως πάντοτε, ανοίγον υπερμέτρως διατεταμένους τους αβλέφαρους οφθαλμούς, απήντησε πως δεν ημπορεί να αναδίδει ζωή ένα νεκρό αντικείμενο όταν και αύτοι οι ζώντες παραμένουν θνησιμαίοι.

Και έστρεψε το κεφάλι προς τη Κορνάρ’, όπου ένας τράγος εμηρύκαζε επάνω σε νιόβγαλτα βλαστάρια και σάμπως ο ουρανός έδειχνε κάπως να ημερεύει.

 

Μοιραστείτε το

Ενα σχόλιο

#615
αδ. Γιώργος
Αγαπητέ [...]
Από πολύ καιρό παρακολουθούσα το site του χωριού μας μήπως βρω κανένα σοβαρό κείμενο. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χάρηκα όταν χθες βρήκα αυτό το μοναδικό γεγονός που συνέβη παλιά στο χωριό. Αυτό το κείμενο μας θυμίζει τους προγόνους μας και ανακαλύπτουμε ένα μέρος της ιστορίας μιας άλλης εποχής που έζησαν οι προ-παππούδες του Βωλάξ.
Σε ευχαριστώ…
3 Φεβρουαρίου 2019