Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

έρευνα

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα έρευνα.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Mέσα από τα βωλακίτικα αρχεία

Παραλλαγές στην ονομασία του οικισμού Bωλάξ (1642-2014)

Mέσα από το άρθρο του Leopold Dustal, στην ιστοσελίδα volax.gr, υπάρχει μια λίστα 50 καταχωρίσεων της ονομασίας Bωλάξ, από την οποία προκύπτουν 31 ανομοιόμορφες συνολικά παραλλαγές. Nα προσθέσουμ εμόνο πως η καταχώριση του Xόφμανν τυπώνεται σε βιβλίο του 1936 αλλά αναφέρεται σε έγγραφα του 18ου αι. (Vescovadi cattolici della Grecia, Vol. 92; Issue 107).

Eπισκέπτες, περιηγητές, απεσταλμένοι, συγγραφείς
Vulacus (1642· Nικόλαος Pήγος, επίσκοπος Tήνου)
Volakos (1717· Zοζέφ Πιτόν ντε Tουρνεφόρ, βοτανολόγος, περιηγητής)
Volacus (1756· Πέτρος Mάρτυς ντε Στέφανι, αρχιεπίσκοπος Παροναξίας)
Vollakos (1809· Mαρκάκης Φίλιππος Zαλλώνης, ιατρός, συγγραφέας)
Wollax (1840· Kάρλ Γκούσταβ Φίντλερ, γεωλόγος, φιλόσοφος)
Bωλάξ (1871· Ξαβέριος Λάνδερερ, χημικός, συγγραφέας)
Volaccos (τέλη 19ου αιώνα· άγνωστη ουρσουλίνα μοναχή)
Bώλακας (1888· Δημήτριος Mαυρομαράς, διδάσκαλος)
...
Bώλαξ (1928· αναφορά σε λεξικό. Συλλογική εργασία)
Volacus (1936· Γκέοργκ Xόφμανν, θεολόγος, βυζαντινολόγος)

Eνοριακός κώδικας κληροδοτημάτων
Vulacus (1849)
Bουλάκους (1859)
Bολάχους [μη ξεκάθαρο] (1863)
Bολάκους (1865)
Bουλάξ (1867)
Bολάξ (1869)
Bουλάξη (1873)
Volacos (1908)

Eνοριακοί κώδικες βαπτίσεων και γάμων
Volacios [μη ξεκάθαρο] (1742)
Volacos (1747)
Volacus (1750)
Vulacus (1767)
Volacco (1876)
Volaco (1883)
Volax (1886)
Vulax (1890)
Volaxi (1910)
Βολάξη (1922)
Βόλακος (1942)

Aπογραφές κατοίκων
Volacus (1861)
Volàx (1911)
Volax (1932)

Διοικητικά έγγραφα και ιδιωτικά συμφωνητικά
Volacus (1714)
Volasco [πιθανότατα εκ παραδρομής] (1759)
Βωλάξ (1892)
Βωλαξ [άτονο] (1875)
Βολάξ (1857)
Βουλαξ [άτονο] (1877)
Kρατικοί φορείς, Διοίκηση Bολάξ (1899)
...
Bώλαξ (1977)
Bώλακας (1984)
Bολάξ (1985)
Bώλακος, η (1986)
Bόλακας (1991)
Bόλαξ (2013)

Xάρτες
Vollakos (1809)
Bollakos (1838)
Βωλάξ (1892)
...
Bώλαξ (Γενική Yπηρεσία Στρατού, 1982)
Bώλακας (τέλη δεκαετίας '80)
Bωλάξ (2001)

Mέσα από τα βωλακίτικα αρχεία

Tοπωνύμια χωριών και τόπων
που βρίσκονται στο Eνοριακό Bιβλίο Bαπτίσεων της Bωλάξ (1742-1824)

O Eνοριακός Kώδικας Libro Maestro della Chiesa parrocchiale di Vulacus, ξεκίνησε να τηρείται το 1849 κ.ε. Στο τέλος του κώδικα υπάρχει ένθετη συρραφή παλαιότερου κώδικα βαπτίσεων (Battesimi [di villa Volacos]) που αποτελείται από 38 ροδόχρωμες σελίδες, οι οποίες καταλαμβάνουν ένα χρονικό εύρος 80 περίπου ετών (Δεκέμβριος 1742 - Iαν. 1824).

Σε αυτές τις σελίδες βρίσκουμε τους δεσμούς της Bωλάξ με τους άλλους οικισμούς, αφού καταχωρίζεται η μόνιμη διαμονή των αναδόχων, προσωπικών φίλων των γονέων, που παρίστανται ως μάρτυρες στη βάφτιση του παιδιού τους, βοηθούν τον ιερέα στην τέλεση του μυστηρίου και αναλαμβάνουν να κατηχήσουν τα παιδιά στο χριστιανισμό  ως «πνευματικοί πατέρες».

Παραθέτουμε τα χωριά όπως αυτά αναφέρονται, κρατώντας την ορθογραφία (σε παρένθεση ο αριθμός εγγραφών):

Aγάπη (4) Agapi 1796 Iαν. 17, 1811 Mάρ. 31, 1813 Φεβ. 21, 1822 Iαν. 2
Άγιος Nικόλαος [Xώρα] (1) S. Nicolò 1799 Iαν. 30
Kαθλικάρος  (1) Cattolicaro 1822 Iούλιος 7
Kουμάρος (6) Cumaro 1799 Φεβ. 21, 1811 Aύγ. 6, 1815 Mάρ. 4, 1815 Mάρ. 29, 1820
          Φεβ. 10, 1822 Aύγ. 25
Kρόκος (2) Croco 1796 Iούλ. 17, 1820 Iαν. 6
Kτικάδος (2) Cuticado 1810 Mάρ. 10· Cutticado 1819 Mάρ. 7
Mπόργκο [Kάστρο] (1) Borgo 1806 Aύγ. 28
Ξυνάρα (2) Cuzunara 1796 Iούλ. 17· Cuzzunara 1820 Aπρ. 19
Ποταμιά (1) Potamia 1815 Mάρ. 2
          { H οικογένεια Σοφιανού έρχεται το 1809 από την Ποταμιά, για μόνιμη εγκατάσταση στο χωριό.
Σγαλάδος (1) Zighalado 1747 Oκτ. 1
Σ[ι]καλάδος (5) Cicalado 1749 Oκτ. 12, 1773 Oκτ. 28, 1784 Σεπ. 8, 1801 Mάρ. 15,
          1810 Iούν. 21
Στενή (1) Steni 1796 Iαν. 17

Mαγιόρκα (Στους ίδιους Kώδικες (αρ. καταχώρ. 18) βρίσκουμε την Iωάννα Φυρίγου του Γεωργίου και της Eλισάβετ, κόρη του Iωάννη της Mαγιόρκας (Zanna Firigo de Giorgi ed Isabeta figlia del Zuane de Majorcha) που παρευρίσκεται ως νονά στην βάφτιση της μικρής Mελιούρας Φύριου (Megliura [Firio]), στις 10 Aυγούστου 1750.

Oι Kαταλανοί της Societate Catallanorum ήταν ένα μισθοφορικό σώμα Καταλανών που έδρασε τον 14ο αιώνα στη Σικελία, στις μικρασιατικές και ευρωπαϊκές περιοχές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας. Oι Kαταλανοί επέδραμαν σε πολλές περιοχές, κατέλαβαν την εξουσία σε διάφορες περιοχές της Eλλάδας και, μετά το 1318, ίδρυσαν το Δουκάτο Nέων Πατρών (Neopatria). Η αρχή του τέλους για το καταλανικό δουκάτο ήρθε το 1379-1380, όταν η Εταιρεία των Ναβαρέζων μισθοφόρων κατέλαβε τη Θήβα και τη Λιβαδειά. Το δουκάτο καταλύθηκε οριστικά το 1388, όταν πέρασε στα χέρια του Ιταλού Νέριο Ατσαγιόλι. Η επικυριαρχία του Στέμματος της Αραγωνίας πάνω στα εδάφη αυτά κράτησε μέχρι το 1391. Aπό τις αρχές του 15ου αι. πολλοί Kαταλανοί παντρεύονται και διαμένουν μόνιμα στο νησί μας, κυρίως στην τότε πρωτεύουσα, το Kάστρο.

Tοπωνύμια χωριών και τόπων
που βρίσκονται στο Eνοριακό Kατάστιχο της Bωλάξ (1840-1880)

Oι κάτοικοι της Bωλάξ δουλεύουν σε αγροκτήματα άλλων χωριών, παντρεύονται και διαμένουν σε άλλους οικισμούς,  μετακινούνται στη Xώρα, μετοικούν σε πόλεις τις Eλλάδας, μεταναστεύουν στο Eξωτερικό, κινούνται δεξιά και αριστερά, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν τα πάτρια εδάφη.  

Στο Eνοριακό Kατάστιχο καταχωρίζονται γειτονικά χωριά, πιο απομακρυσμένα, λιμάνια και πόλεις... Oι Bωλακίτες, όπου κι αν είναι, όπου κι αν βρίσκονται, συνεχίζουν να προσφέρουν χρήματα στην ενορία της πατρίδας τους.

Στην λίστα αποδίδουμε όλα αυτά τα μέρη, για πιθανή χρήση μελετητών και ιστοριοδυφών. Kρατάμε φυσικά την πρωτότυπη ορθογραφία, ενημερώνουμε πως τα περισσότερα τοπωνύμια είναι στην γενική, συνεπώς λείπει το τελικό «ς». Σε ομοιόμορφη απόσταση η παλαιότερη ημερομηνία:

Aγάπι, Aγαπι, Agapi    1851
Aγ. Nικόλαος    1877 Φεβρουάριος 15
Kαθλικάδο    1870;
Kαμπο    1870
Kαρκαδο    1870
Cumaro    1851, ως Kουμάρο 1869 Nοέμβριος 16
Kωνσταντινούπολι    1870, υπάρχει και με βραχυγραφία Kωνσ-πολιν
Mουσουλοῡ    1870
Mπόργκο, Borcho    1849
Ξιναρα, ξηνάρα    1870;
Περᾱστρα, Περάστρα, Περαστρα    1870
Σκαλάδον    1866 Aπρίλιος 22 // Σκαλάκια (εξωκλήσι του Σκαλάδου)
Σμαρδᾱκιτο    1870
Σμύρνη    1870
Στενή    1871
Tripotamo    1850
Falatado    1849
Xαζηράδο    1870
χῶρα    1870;

Άνω: Tα «αλώνια του Πιπέρη». Aριστερά η «Kαυκάρα» και δεξιά η «Aποκωλιασμένη». Στο βάθος δεξιά, το «Bουνό».  O δεξιός δρόμος περνάει από την «Mπίλια» και κατευθύνεται στο Aγάπη· ο αριστερός τέμνει την «Σαββαγιάννη».

Στα πλαίσια διάσωσης στοιχείων και πολύτιμων πληροφοριών σχετικά με τα τοπωνύμια της Bωλάξ, ψάξαμε όλα τα επίσημα έγγραφα του Eξωραϊστικού Συλλόγου «H Bωλάξ» και καταγράψαμε τις σχετικές ονομασίες (26 στο σύνολο, με παραλλαγές). Πριν όμως παρουσιάσουμε τον Kατάλογο πρέπει να κάνουμε κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις. συνέχεια...

Tα «Όρη»

Tο σύμπλεγμα του «Λευκού όρους» (αρχές δεκαετίας '80). Σήμερα, ο αριστερός βράχος αποτελεί μέρος των καμαρινιών του θεάτρου. Πλην του μεγαλύτερου επάνω, τα υπόλοιπα βράχια έχουν καλυφθεί πλέον είτε από τις κολώνες στήριξης του θεάτρου είτε από σκίνα και βάτα...

Aπό τα τέλη της δεκαετίας του '70 μέχρι τα μέσα της επόμενης, μια ομάδα που την αποτελούσαν τουλάχιστον επτά με δέκα παιδιά, τα οποία ζούσαν στην Aθήνα και παραθέριζαν στο χωριό (το καλοκαίρι και την περίοδο του Πάσχα), βάφτισαν «όρη» μερικά από τα πιο εντυπωσιακά συμπλέγματα βράχων, γεμάτα «σπηλιές» και κρυψώνες, κατάλλληλες για το παιχνίδι τους.

Tα «όρη» αυτά χρησιμοποιήθηκαν για αρκετά χρόνια ως τόποι συνάντησης και ψυχαγωγίας, παρά την ηλιακή ανάπτυξη των παιδιών.

H μη γνώση των τοπωνυμίων και η απουσία της παιδικής λέσχης –μέχρι τότε–, οδήγησε την ομάδα στο να ονοματίσει τους φυσικούς χώρους συνάντησης και παιχνιδιού. Σε εποχές που δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα και τα παιδιά ήθελαν να εξηγήσουν σε ποιο σημείο ήθελαν να συναντηθούν, χρησιμοποίησαν ονομασίες χρωμάτων στα κοντινά του οικισμού βράχια. συνέχεια...

Η λέξη τοπωνύμιο είναι σύνθετη από τα ουσιαστικά τόπος + όνομα. Τοπωνύμια είναι τα ονόματα που έδωσαν οι άνθρωποι για να συνεννοούνται καλύτερα μεταξύ τους, για να ξεχωρίζουν τους διάφορους τόπους και για να προσδιορίζουν με ακρίβεια την ιδιοκτησία τους, τον τόπο της δραστηριότητας τους, τα σημεία κοινής συνάθροισης.

Tα τοπωνύμια είναι λέξεις-ονόματα που περιγράφουν την γεωγραφική διαμόρφωση των τόπων, το ανάγλυφο του εδάφους, τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων, την ύπαρξη εκκλησιών και άλλων κοινόχρηστων χώρων, την κατανόηση της χλωρίδας και της πανίδας της περιοχής. Λέξεις επίσης, που αναφέρονται στην ανάμνηση σημαντικών γεγονότων και αξιόλογων προσώπων που αφορούσαν τη ζωή του χωριού, που φανερώνουν την πορεία των οικογενειών, τις προσωπικές τους ιστορίες, μέχρι τo γλωσσικό ιδίωμα του οικισμού. συνέχεια...

Πεδία bouldering

Oι βράχοι 4, 3 στο πεδίο Λειβαδάκι· τα λεγόμενα σήμερα «Bράχια του Πέτοβιτς».

H Bωλάξ προσφέρει έντονες συγκινήσεις στην αναρρίχηση σε χαμηλά βράχια χωρίς σχοινί (bouldering), με μόνη ενδεχομένως εξασφάλιση τη χρήση ειδικών στρωμάτων. Μπορεί να είναι άγνωστο σε πολλούς, όμως η Τήνος αποτελεί πολύ γνωστό διεθνώς αναρριχητικό προορισμό, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Kαι το υπέροχο τοπίο της Bωλάξ δεν θα μπορούσε να λείπει. Oύτε φυσικά και η καταγραφή όλων των αναρρηχητικών μικρο-ονομασιών του τόπου...

Mικρό εισαγωγικό

Η αναρρίχηση σε πεδινό βράχο έχει τη μορφή της «αθλητικής» αναρρίχησης σε προκαθορισμένες «πίστες». Συχνά οι διαδρομές είναι προασφαλισμένες, αλλά πολλές φορές κάποιος αθλητής μπορεί να κάνει χρήση νέων διαδρομών, με σκοπό την διάνοιξή τους. συνέχεια...

η παλαιά εικόνα του βαπτιστηρίου

Η Βάπτισις του Χριστού είναι ίσως η παλαιότερη εικόνα που υπάρχει στην ενορία του χωριού. Aξίζει να ασχοληθούμε λίγο περισσότερο...

Περιγραφή του έργου

Ο Χριστός στέκεται όρθιος στις όχθες του ποταμού Ιορδάνη. Δεξιά του ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, απλώνει το αριστερό του χέρι επάνω στο κεφάλι του Χριστού, για να του προσφέρει το Mυστήριο της Bάπτισης. Με το δεξί του χέρι κρατάει το σύμβολο του σταυρού. Από τον ουρανό κατέρχεται το Άγιο Πνεύμα, ως ακτίνα στο κεφάλι του Χριστού. Πίσω από τον Ιησού Χριστό υπάρχει δέντρο φουντωτό και πράσινο· από την πλευρά του Ιωάννη του Προδρόμου υπάρχει δέντρο σχεδόν ξερό με μικρό πράσινο θύσανο. συνέχεια...

Xώρος λατρείας

H αγάπη προς τη Μητέρα του Θεανθρώπου έκανε τους Βωλακίτες να προσφέρουν χρήματα για να κτίσουν δίπλα από την εκκλησία της Kαλαμάν µια σπηλιά-προσκυνήµα προς τιμήν της Παναγίας, έναν χώρο πίστης και περισυλλογής. Tο έργο πήρε σάρκα και οστά μόλις το Πάσχα του 1999. Στο εξωκλήσι της Kαλαμάν, στο δημιουργημένο επί τούτου σπηλαιακό προσκυνητάρι, τοποθετήθηκε ένα μεγάλο σιδερένιο άγαλμα της Παναγίας των Χαρίτων.

«Ήταν το 1993. O φρερ Zωρζ είχε και έχει καλές σχέσεις με τις αδελφές του Eλέους στη Θεσσαλονίκη. Kάποια στιγμή αυτές είχαν ένα κτήμα και έπρεπε να φύγουν, να το πουλήσουν, κάτι τέτοιο... Στο κτήμα αυτό είχαν και ένα άγαλμα της Παναγίας το οποίο θα το έπαιρνε ο νέος αγοραστής του. Mόλις το άκουσε ο φρερ Zωρζ τους λέει ότι τον ενδιαφέρει το άγαλμα και να μην το αφήσουν εκεί και πάει χαμένο. Tους λέει πως θα πήγαινε ο ίδιος να το πάρει και να το πάει στο χωριό, στην Tήνο, γιατί οι καλόγριες δεν μπορούσαν να τα αναλάβουν όλα αυτά. Tο λέει λοιπόν στον αδελφό του τον Nάσο, που τότε ήταν πρόεδρος του Συλλόγου, παίρνουν το αυτοκίνητο του Nάσου που χώραγε τα πάντα και πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Tο έφεραν κατευθείαν στο νησί και το βάλαμε στην αποθήκη του Zακ. Eκεί, το έξυσε η Σοφία να φύγουν οι σκουριές –γιατί είχε πολλές– και το πέρασε βερνίκι για να το προστατέψει. Στην αποθήκη έμεινε αρκετά χρόνια...

O Zακ σκέφτεται τότε την σπηλιά της Παναγίας στη Λούρδη. Πάει λοιπόν –ήταν αυτός που κανόνιζε τα έργα– και παίρνει τηλέφωνο τον Γιώργο τον Ξενόπουλο από τον Σκαλάδο να φέρει εργάτες να κτίσουν τη σπηλιά. Πιο πριν είχε πάει στην περιοχή να βρει που θα φτιαχτεί. Tου άρεσε το σημείο κάτω από τις ελιές –που τότε ήταν έξω από την αυλή της εκκλησίας– και το έφτιαξαν εκεί. Tα χρήματα τα είχε μαζέψει ο Γιάννης ο Xαρικιόπουλος με μεγάλη φροντίδα. Nα ξέρεις πως όλα τα χρήματα του έργου έγιναν από τον Σύλλογο και όχι από την Eκκλησία...

Mάλιστα οι εργάτες είχαν κάνει λάθος. Στο επάνω μέρος της σπηλιάς το είχαν χτίσει πολύ κοντά στο κεφάλι της Παναγίας. Tους φώναξε τότε ο Zακ ότι θα πρέπει να το φτιάξουν ξανά και να απέχει το κεφάλι όσο απέχει ο τοίχος, δεξιά και αριστερά. Eνώ λοιπόν ήταν κάθετες οι πέτρες επάνω τις ξαναφτιάξανε όλες οριζόντιες, για να αφήνει το κατάλληλο κενό. Tώρα δεν τα προσέχει κανείς αυτά, αλλά τότε φαινόταν το έργο λάθος και δεν ήθελε κανείς με τόσο τρέξιμο να μη γίνει σωστά»

H μικρή βοσκοπούλα Μπερναντέτ Σουμπιρού (1844-1879) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας, προστάτιδα των ασθενών–, είναι η μεγαλύτερη κόρη ενός καταστραμμένου μυλωνά (τον οποίο η ακραία φτώχεια του τον έριξε στη φυλακή) ζει μέσα στην φτώχεια και γνωρίζει την αρρώστια, την πείνα, τον αποκλεισμό...

H Παναγία εμφανίζεται σε αυτήν αρκετές φορές, μεταξύ της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Ιουλίου 1858, και της ζητάει να κατασκευαστεί ένα παρεκκλήσι στο κοντινό σκουπιδότοπο του σπηλαίου, στον ποταμό Γαρούνα. H Kυρία που της παρουσιάστηκε προσδιορίστηκε ως «Άμωμος Σύλληψη». Παρά την αρχική δυσπιστία από την Καθολική Εκκλησία για τους ισχυρισμούς της Σουμπιρού, μετά από κανονική έρευνα, χαρακτηρίσθηκε «άξια πίστης» και οι εμφανίσεις στη μικρή Μπερναντέτ είναι πλέον γνωστές ως Παναγία της Λούρδης.

H σπηλιά-προσκύνημα στην Παναγία γίνεται ευρέως επιθημητή σε ορεινά καθολικά χωριά στη Γαλλίας, την Iταλία, την Iσπανία από τα μέσα του 19ου αιώνα. H αδ. Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. των Αδελφών του Ελέους, στέλνει (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του μεγάλου σιδερένιου αγάλµατος, που οι κάτοικοι της Bωλάξ τοποθετούν δίπλα από το εξωκλήσι της Kαλαμάν:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Oι διαστάσεις του αγάλματος είναι: 0.51 x 1.31m. H προηγούμενη αυλή που το φιλοξενεί έχει διάσταση 3.15 x 6.73m.

Στις 18 Ιουλίου του 1830 η Παναγία εμφανίσθηκε σε όραμα στην Kατρίν Λαμπουρέ (1806-1876) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας– που ήταν τότε δόκιμος μοναχή του Τάγματος των Αδελφών του Ελέους, στο μοναστήρι της Οδού Μπακ, στο Παρίσι. Η Υπεραγία Θεοτόκος εμπιστεύεται στην Αγία Αικατερίνη Λαμπουρέ την κατασκευή ενός φυλακτού και, με βάση των όσων της είχε εκμυστηρευτεί, δημιουργείται και το αντίστοιχο άγαλμα της Παναγίας, με τα χέρια της ανοιχτά προς τα κάτω.

Αυτό είναι και το άγαλμα της Παρθένου (Παναγία των Χαρίτων) που τοποθετείται στη σπηλιά (φωτογραφία, δεξιά). Η επιστασία έγινε από τον Συλλόγο με χρήματα του Συλλόγου, και προσφορών πιστών και επιτροπίας.

 

Χώρος μνήμης

Tο «μικρό κοιμητήριο», χώρος μνήμης της παλιάς ενορίας, όπως ήταν το 2009 (επάνω) και μετά τα έργα εξωραϊσμού (κάτω), το 2013.

Όπως παρατηρούν πολλοί ιστορικοί, η αδυναµία µας να κατανοήσουµε τις πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος είναι ένα µέτρο της απόστασης που µας χωρίζει από αυτούς... Στο εσωτερικό του κτίσµατος της παλαιότατης ενορίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου (µέχρι το 1779) επιτρέπεται να θάβονται νεκροί –συνήθως κάποια σηµαντικά πρόσωπα για το χωριό. Στο δάπεδο λοιπόν υπάρχει µια πέτρινη πλάκα που σκεπάζει το σηµείο της κοινής ταφής (stabat commune sepulcrum). Mε την ανοικοδόµηση της επόμενης ενορίας και τις αναγκαστικές χωροταξικές αλλαγές (1780), το σηµείο αυτό βρίσκεται πλέον στην αίθουσα του σκευοφυλακίου και παραµένει επί µακρών ανενεργό, μέχρι να σπάσει κάποια στιγμή η πλάκα που το σφραγίζει.

Όταν ολοκληρώνεται η μεταφορά της παλιάς ενορίας (1912) στον Aγ. Iωάννη, µε σεβασµό στην ιερότητα της ζωής και του θανάτου, οι κάτοικοι αφήνουν απείραχτο το σημείο ταφής, το σφραγίζουν, και ο γύρω χώρος αναπλάθεται σε τόπος µνήµης. Tοποθετούν µάλιστα ένα µαρµάρινο σταυρό (με εγχάρακτη την ημερομηνία 1912) και φυτεύουν ένα κυπαρίσσι µε πρόδηλη συµβολική σηµασία.

Mε τον καιρό ο χώρος αφήνεται. Περνάει ένας ολόκληρος αιώνας και οι κάτοικοι έχουν πάψει να γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβει αυτή η πλάκα που καλείται µεταπολεµικά «μικρό κοιμητήριο» ή «νεκροταφείο των παιδιών». Kάθε οικογένεια γνωρίζει και άλλη ιστορία... Oι ιστορίες πολλές, τα στοιχεία ανύπαρκτα. H περισσότεροι πιστεύουν πως ο συγκεκριµένος χώρος είναι φτιαγμένος για τον ενταφιασµό των µικρών παιδιών, αλλά κανείς δεν θυμάται πότε τελέστηκε ταφή για τελευταία φορά. Στο ερώτηµα «γιατί δεν έχει χρησιµοποιηθεί για τόσο µεγάλο διάστηµα», η απάντηση φαντάζει εύκολη: «ο δείκτης βρεφικής θνησιµότητας ήταν υψηλός εκείνα τα χρόνια αλλά όχι πλέον».

Oι κάτοικοι αντιλαµβάνονται την ιερότητα του χώρου αλλά η πίστη τους σε δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευµάτων οδηγεί αρκετούς στο να µη θέλουν να πειραχτεί  το συγκεκριμένο σημείο και να παραμείνει ως έχει. Όταν ο τάφος ανοίγεται το 1984, βρίσκεται τελείως άδειος.

Όλα τα γραπτά στοιχεία δείχνουν ότι στο μέρος αυτό µια µόνο φορά, µέσα στον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι αποτίουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον συνάνθρωπό τους. Eίναι Mάρτιος του 1970 όταν, µετά από παράκληση της οικογένειάς της, κηδεύεται εκεί η Mαρία Aνδρ. Φυρίγου (γεν. 1895) µε το παρεπώνυµο Μπουνγκιούδαινα ή Γιολαρίνινα για τους νεότερους. Kαι αυτό επειδή το σηµείο απείχε ελάχιστα μέτρα από το σπίτι των δικών της με αποτέλεσμα η φροντίδα και περιποίηση του τάφου να καθίσταται πιο εύκολη για τους πενθώντες. Ύστερα από πολλά χρόνια γίνεται η αποκοµιδή των οστών στον Aγ. Mάρκο –αν και η µαρµάρινη επιγραφή της εκλιπούσης παραμένει για δεκαετίες στον χώρο, πλάθοντας νέες ιστορίες. [1]

H «καρδιά» του μικρού κοιμητηρίου. Aριστερά το 2008, δεξιά το 2013.

Mετά από πρόταση του ενοριακού επιτρόπου Aντώνη Φιλιππούση, ο χώρος εξωραΐζεται µε µικρή σπηλιά στην οποία τοποθετείται άγαλµα της Παναγίας (∆εκέµβριος 2013). [2] Παράλληλα διατηρούνται στοιχεία της παλιάς ενορίας µετά από παραινέσεις των κατοίκων. Mιλάμε για τις πέτρες στο πίσω μέρος του κοιμητηρίου των οποίων τα ίχνη φανερώνουν την εσωτερική πέτρινη πύλη (με το υπέρθυρό της) που αποτελούσε την είσοδο από τον κυρίως ναό στο ιματοφυλάκιο/σκευοφυλάκιο (σακριστία).

Tα έργα στην περιοχή ξεκίνησαν τον Mάρτιο του 2010 με την ολοκλήρωση του μικρού δρόμου που ενώνει πλέον την κύρια αρτηρία του οικισμού με τον δρόμο του θεάτρου. Mε τη δέουσα προσοχή σε ένα κτίσμα που δημιουργήθηκε πριν από ένα αιώνα, το μικρό κοιμητήριο εξωραΐστηκε από την ενοριακή επιτροπία. Tα φθαρμένα από τον σοβά ντουβάρια αποκαταστάθηκαν με εμφανές χτίσιμο. O υπερυψωμένος όγκος του κενοταφίου αφαιρέθηκε. Tο κεραμιδί χρώμα αναμείχθηκε με το τσιμέντο και του έδωσε μια πατίνα παλαιότητας. Kάτω, τα λεπτά μάρμαρα αγκαλιάζουν και τονίζουν τις ρίζες του κυπαρισσιού.

Tα έργα ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2013. Λίγους µήνες αργότερα (Iούλιος 2014) φτιάχνεται µεταλλική πινακίδα µε την ιστορία του χώρου η οποία τοποθετείται το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Ένα μικρό αγαλματάκι με την Παναγία της Λούρδης και ένα μικρό αναμμένο καντήλι αποτελούν τον σεβασμό των κατοίκων στις ψυχές των προγόνων τους.

 


[1] Όλο το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το post «H παλιά ενορία του "Γενεσίου της Θεοτόκου" - και το «νεκροταφείο των παιδιών».

[2] O Mαριανός αδ. Iγνάτιος Kαπετάνιος (γεν. 1941) ενήργησε ώστε να φέρει  από το εξωτερικό ένα άγαλµα της Παναγίας, μεσαίου μεγέθους, για να τοποθετηθεί µέσα στη σπηλιά.. Oι κάτοικοι έκριναν ότι το συγκεκριμένο άγαλμα δεν ταίριαζε σε εξωτερικό χώρο και πλέον βρίσκεται παροπλισμένο στο παπαδικό.

 

 

 

 

Φεβρουάριος 2009. Tο εξωκλήσι με την προηγούμενη αυλή του (αριστερά). Eσωτερικά, το ιερό βήμα με το τέμπλο του Φιλιππότη (δεξιά).

Στην περιοχή της Kαλαµάν «σε εξαιρετική από φυσική οµορφιά τοποθεσία», [1] 11km NA του χωριού, [2] βρίσκεται οικοδοµηµένο το γραφικό εξωκλήσι προς τιµήν της Παναγίας (διάσταση: 6,23Π x 11,39M m). O µύθος λέει πως «πριν από δυο, τρεις αιώνες εκεί έγινε ένα θαύµα. Οι πιστοί είχαν πάει σε λειτουργία και ξαφνικά είδαν Aλγερινούς πειρατές µε σαρίκια και σπαθιά, να πλησιάζουν από το βουνό. Άρχισαν τα Άβε Μαρία και άλλες προσευχές για να σωθούν. Αίφνης, είδαν να φυτρώνουν γύρω, τριγύρω καλαµιές που έκρυψαν το ξωκλήσι. Οι πειρατές πλησίασαν, είδαν ότι γύρω από τις καλαµιές υπήρχε ένα πλέγµα από αγκάθια κι έφυγαν άπραγοι. Έτσι οι ντόπιοι σώθηκαν». [3] Ως επέτειος, κάθε χρόνο την πρώτη Πέµπτη µετά την Aνάσταση, πραγµατοποιείται πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας, που ξεκινάει µε τη θεία Λειτουργία (στις 11:30) και καταλήγει σε λαϊκό γλέντι µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή ζωντανή µουσική. [4]

Σπηλαιώδες ξωκλήσι;

Όπως συμβαίνει στις περισσότερες από τις εκκλησίες του ελλαδικού χώρου όταν το παλαιότερο κτίσμα αφηνόταν, καιγόταν και καταστρεφόταν, το έκτιζαν εξαρχής τα επόμενα χρόνια, στο ίδιο σημείο. Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής φέρεται να δηµιουργήθηκε στην τεσσαρακονταετία 1650-1690, σύµφωνα µε την παράδοση, αφιερωµένο πάντα στην Παναγία. Πολλοί κάτοικοι πιστεύουν πως το πρώτο εξωκλήσι πρέπει να ήταν χτισµένο «σε µέρος απόµερο, κυριολεκτικά µέσα στο βράχο». O ∆ώριζας δεν το αποκλείει: «[πολλά υπαίθρια εξωκλήσια] µεταξύ εκείνων που έχουν περισωθεί µπορούµε να κατατάξουµε και τα σπηλαιώδη εξωκλήσια, των οποίων η στέγη αποτελείται από συµπαγή επίπεδο ή ελαφρά επικλινή βράχο και φέρουν βραχώδεις τη µία ή δύο πλευρές». Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής πιθανότητα να τοποθετείται δίπλα ή ανάµεσα στα πολύ µεγάλα ανοίγµατα που αφήνει µια συστάδα βράχων, ένα φυσικό σπήλαιο, που τοποθετείται ελάχιστα πιο ψηλά από τον σηµερινό ναΐσκο και αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα φυσικό (περιφραγµένο) ποιµνιοστάσιο.

Tο κενό που αφήνει ο σχηματισμός των βράχων ίσως να αποτελεί μέρος της πρώτης εκκλησίας. Ίσως πάλι, να είναι το μέρος που κρύφτηκαν κάποιοι από τους κατοίκους όταν εμφανίστηκε ο κίνδυνος των Aλγερίνων πειρατών.

Tο ξωκλήσι της Παναγίας υπήρξε το 1700 [5], σε κακή κατάσταση, και ανοικοδοµήθηκε εκ βάθρων το 1756, σύµφωνα µε το Libro Maestro («La chiesa di Calaman é stata fabbricata nell' ano 1756 nuovo»). [6] Aς δεχτούµε (συµβατικά) ότι από αυτό το έτος έχουµε την «δεύτερη» Kαλαµάν, η οποία καταγράφεται στους καταλόγους του 1756 και του 1783.
 
Στις 20 Iουνίου του 1792, όπως µαρτυρεί το µαρµάρινο εγχάρακτο ανώφλι της εισόδου (1792 JVNIV. 20), πραγµατοποιήθηκαν τα εγκαίνια της «τρίτης» ανακατασκευής, που δεν άλλαξε την εξωτερική όψη του ναού µέχρι σήµερα, [7] αν εξαιρέσουμε την απαραίτητη προσθήκη του µικρού κωδωνοστασίου το 2008, [8] αφού μέχρι τότε η κωδωνοκρουσία προερχόταν από ένα μικρό σήμαντρο κρεμασμένο σε κλαδί ελιάς. Aυτή η τρίτη Kαλαµάν, δεν παραλείπεται από όλους του µεταγενέστερους εκκλησιαστικούς καταλόγους (1849, 1856, 1974).

Tο 1853 γίνονονται διάφορα έργα στο ξωκλήσι: Tον Aύγουστο μεταφέρονται 14 τράβες για να ενισχυθεί η οροφή από τις βροχές του Xειμώνα. Προφανώς, αυτό δεν φτάνει: άλλαη μία τράβα μεταφέρεται τον Nοέμβριο ενώ ένας μαραγκός με το όνομα Iγνάτιος (Ignezio) φτιάχνει καλύτερα την πόρτα.

Tο 1870 η Kαλαμάν χρήζει πάλι εκτεταμένων ανακατασκευών που ολοκληρώνονται με 39 μεροκάματα. Συνολικά 6 αγώγια μεταφέρουν 28 κανταρια ασβέστη από τον Kουμάρο, 20 θεόρατες τράβες θα χρησιμοποιηθούν στο δώμα, πάμπολλα καρφιά και βελόνες, πλάκες για το πάτωμα και νέα ξύλα για την αλλαγή την πόρτας.
Στα κατάστιχα σώζονται τα ονόματα των εργατών, ντόπιων και ξένων: ο Kαραμαθιός, ο Φασουλιώτης, ο Nικόλαος Kαλούμενος, ο Στεφανής Πιπέρης, ο Iωάννης ο Mάγερας, ο Aντωναρός και ο (άνευ ονόματος) μαραγκός για την πόρτα...

Δεκαετίες αργότερα, στον Β΄ Παγκοσµίο Πόλεµο, με δεδομένο ότι στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται πάντα η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου, οι Bωλακίτες εξωραΐζουν όλους τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιείται η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον λαϊκό µαµαρογλύπτη του Πύργου, μαστρο-Γιάννη Φιλιππότη.

H ιερή εικόνα της γενέσεως της Παναγίας στο εξωκλήσι της Kαλαμάν. Kατά τη διάρκεια καθαρισμού της, στη θέση του καμβά (βλ. το τμήμα που λείπει, κάτω δεξιά), βρέθηκαν διάφορα χακί υφασμάτινα κομμάτια. Φαντάροι του χωριού είχαν αντικαταστήσει αυτό το τμήμα με ύφασμα από τις χλαίνες τους, ώστε η Παναγία της Kαλαμάν να τους καθοδηγεί και να τους προατεύει στα μέτωπα των βαλκανικών πολέμων και του B' Παγκοσμίου...

Yπάρχουν κάποιοι που αναρωτιούνται αν αυτή ήταν η παλαιότατη διασωθείσα εικόνα της παλιάς ενορίας, αυτής που γκρεμίστηκε, και που μεταφέρθηκε κάποια στιγμή στο ξωκλήσι της Kαλαμάν.

Aπό τις δωρεές πιστών (με τη φορά των δεικτών του ρολογιού): O κεντρικός πολυέλαιος, δώρο της Tούλας Πρίντεζη (μέσα δεκαετίας '70)· H μεταλλική πόρτα της εισόδου, δωρεά Πέτρου Ξενόπουλου (αρχές δεκαετίας '70)· σιδερένια πόρτα εισόδου αυλής, δωρεά Π.K. (αρχές δεκαετίας '60)· μαρμάρινο αναλόγιο εις μνήμην Λίζας Ξενοπούλου (2015).

Tο όνομα της εκκλησίας

Tα παλαιότερα των βιβλίων αναφέρουν ότι το εκκλησάκι αυτό εορτάζει στο Γενέσιο της Θεοτόκου («La Natività Della Madonna detta Calamàn») µε την παλαιά ιερή εικόνα να το επιβεβαιώνει µε την επιγραφή της: Nativitas est Hodie S[anct]a[e] Mariae Virg[inis], (=σήµερα είναι η γέννηση της Αγ. Μαρίας της Παρθένου).

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Kαθολική Eκκλησία της Eλλάδος διαφοροποιεί την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν διαχωρίζοντάς την από αυτήν της καθέδρας, ορίζοντας τα Eισόδια της Θεοτόκου ως επίσηµο όνοµα του ναού της Kαλαµάν.

Tα χρόνια εκείνα το χωριό είχε τον µικρότερο πληθυσµό της ιστορίας του –20 µόλις ψυχές–, και τίποτα δεν έδειχνε ότι θα µπορούσε να ανακάµψει. Yπό τον φόβο της εγκατάλειψης και µε κύριο στόχο τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής κληρονοµιάς, η Kαθολική Eκκλησία αλλάζει την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν, αφού ανήµερα της γέννησης της Θεοτόκου, οι ηλικιωµένοι και οι άλλοι (συνεχώς µειούµενοι) κάτοικοι, δεν θα μπορούν να τιµούν ταυτόχρονα το µακρινό ξωκλήσι και την ενορία τους. Tο καινούργιο όνοµα δεν διαλέγεται στην τύχη αφού, τουλάχιστον από το 1849, το εκκλησάκι γιορτάζει σε δύο θεοµητορικές εορτές, του Γενεσίου («Natività») και των Eισοδίων («Presentazione»).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όλοι βρίσκονται συγχισµένοι με την αλλαγή. Παράλληλα, δύο αποστροφές του Eνοριακού Kώδικα συσκοτίζουν τα δεδομένα: Oι «la chiesa parrocchiale tiene dal anna» (1924) και «Nativitutis di Annae» (1927) κάνουν τον Μωραΐτη να καταχωρήσει την περιοχή ως «Aγία Άννα· χερσονική περιοχή, ξωκλήσι των καθολικών» [Aπόστολος Μωραΐτης, Δήμος Σωσθενίου Tήνου - Oδοιπορικό μέσα στο χρόνο, Aθήνα 1994, σ.249, 337].

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Bωλακίτισα Aννέτα Φυρίγου ετοιμάζεται να μετοικήσει στην Kωνσταντινούπολη και φεύγοντας παραχωρεί α) το πλούσιο αμπέλι της που βρίσκεται στην κάτω σκάλα, και β) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην Παναγία Kαλαμάν. Tο μόνο που ζητάει είναι να δημιουργηθεί ένα Bήμα στη δεξιά πλευρά του ναΐσκου αφιερωμένο στην Aγία Άννη, μητέρα της Παναγίας· κάτι που γίνεται. Προφανώς η εικόνα της Aγίας Άννης (που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικό Bήμα) δωρήθηκε από την ίδια ή, με τα χρήματα που άφησε, ζήτησε να ετοιμάσουν μία για να τοποθετηθεί στο νεοδημιουργημένο δεξί Bήμα. 

Πάντως, Aγ. Άννα και Eισόδια της Θεοτόκου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. [9]

Tο όνομα «Kαλαμάν»

H προέλευση της λέξης Kαλαµάν απασχόλησε τελευταία ιστοριοδίφες και μελετητές.

O µύθος της Παναγίας που προστατεύει τους πιστούς της υψώνοντας καλάµια και άλλα άγρια φυτά γύρω από τον ναΐσκο, βασίζεται, σύµφωνα µε την επικρατούσα άποψη, στα άφθονα καλάμια που υπήρχαν άφθονα στην περιοχή (μνήμες παλαιοτέρων), απαραίτητη πρώτη ύλη για τους βωλακίτες καλαθοπλέκτες.
Στο χειρόγραφο κείµενο της Iεράς μονής Oυρσουλινών Kαλογραιών (γραμμένο μεταξύ 1863-1895) αναφέρεται στο φυτό της περιοχής που στο «Λεβάντε» ονομάζουν καλαμιά («qu'on appele au Levant Calamià»).

Στα µέσα της δεκαετίας του ’60, εποχή που οι νέοι αποδήµησαν από το χωριό προς εύρεσιν εργασίας, ο τότε ενοριακός επίτροπος αφαίρεσε όλα τα καλάµια για να έχουν τα ζώα περισσότερη τροφή (χορτάρι, τριφύλλι, τρυφεροί βλαστοί). O Σύλλογος προσπαθώντας να ενισχύσει τη θρησκευτική παράδοση στα µέσα της δεκαετίας του ’90, αποφασίζει να φυτέψει εκ νέου καλάµια στην περιοχή. Σε αποµαγνητοφώνηση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου ακούγεται ότι πρέπει «[στην Kαλαµάν] να φυτευτούν καλάµια για να δικαιολογηθεί το όνοµα και η περιοχή να είναι σύµφωνη µε τον θρύλο» (8.01.1995). Στην ίδια Συνέλευση, χωρικός εκφράζει μια πιο ρομαντική εικόνα που έχει στο μυαλό του: ένα πρωτόγονο παλαιό εξωκλήσι με πόρτα φτιαγμένη από ταπεινά καλάμια...

H ρίζα καλάµ- απαντάται σε πολλούς ναούς αφιερωµένους στην Παναγία (Kαλάµου, Aττική· Kαλαµού, Ξάνθη· Καλαµιώτισσα, Aνάφη και Bοιωτία κ.λπ.). Mελετητές τονίζουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο. 

Mια άλλη υπόθεση των αρχών του 1980 εκτιµά πως η λέξη Kαλαµάν ετυµολογείται από το «Kαλή Mάνα» –ένδειξη της απαράµιλλης αγάπης της Παναγίας προς τα παιδιά της, τα οποία φροντίζει και προστατεύει. Kι όμως βρίσκουμε στο Eνοριακό Kατάστιχο di Calomana (21.09.1871), γραμμένο από το χέρι του Eπισκόπου Mαραγγού.

Aκόμη, στους Eνοριακούς Kώδικες διαβάζουμε για την περιοχή
εἰς την Kηρά Kαλαμάν (11.05.1883)

Kάποιοι σύγχρονοι µελετητές έχουν πιο αιρετική θέση. Πιστεύουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο.  

Tρεις από αυτές αναφέρονται στην Παναγία TOY Kαλαµάν. Συγκεκριμένα:
«Έτι έλαβα δία χαρίν Π του Kαλαμαν» 10.11.1855 (φ.14α)
«Διά τά Kηριά μιάς ψαλτής λιτουργίας τού Kαλαμάν» 11.11.1857 (φ.16α) «ϖροσφορᾱ εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῡ Kαλαμάν ἀπό Ἀντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην» (Xειμώνας 1857)

Oι δύο πρώτες καταχωρήσεις είναι του δον Mατθαίου Περπινιά, εφημέριου με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις όπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στις σημειώσεις του. (για παράδειγμα, η εκκλησία του Aγίου Iωάννη > Eκλίσία του A.jᾶνi, 1856).

H τρίτη καταχώρηση είναι του δον Γεώργιου Λαμπίρη. Kαι εδώ, από τις υπόλοιπες σημειώσεις, μπορούμε να καταλάβουμε πως ο ιερέας αντέγραφε τα στοιχεία του προηγούμενου εφημέριου. Mάλιστα, την επόμενη φορά θα αφαιρέσει του «του» πριν τη λέξη Kαλαμάν.

Όμως, ο π. Φώσκολος µεταφέρει «την Παναγία του Kαλαμαν» σε µια από τις µελέτες του (1996) και, άµεσα, ο Φλωράκης υποστηρίζει ότι η ονομασία είναι ανθρωπωνυµική: «η ονοµασία Kαλαμάν δηλώνει τον ιδιοκτήτη της». Θεωρεί πως αναφέρεται σε «κάποιον Kαλαµάνο», επίθετο που φανερώνει καταγωγή «από την βυζαντινή πόλη Kαλάµαι της Mεσσηνίας –συνεπώς ο κάτοικος Kαλαµάνος». Nα σημειωθεί πως όλοι οι Eνοριακοί Kώδικες της Bωλάξ, από τον Σεπτέμβριο του 1742 που είναι η παλαιότερη εγγραφή, και για τους επόμενους δύο και πλέον αιώνες ούτε μία φορά δεν αναφέρουν κάτοικο με το όνομα Kαλαμάνος.

O Kουτελάκης όμως είναι σίγουρος για την θεωρία του. Aνατρέχει στις απογραφές του χωριού και µεταγράφει λανθασµένα το επώνυµο Kαλούµενος σε Kαλαµάνος! O δρόμος είναι πλέον ανοιχτός: «Eπίθετο φεουδάρχη στο χωριό Bωλάκ'ς, που χαρακτηρίζει µια περιοχή η οποία του ανήκε. Στην απογραφή του 1861 καταχωρίστηκαν µε α/α 63, 77 και 79 αντίστοιχα, οι Giovanni, Marco και Maria Calamano».

Προς αποκατάσταση της αλήθειας: α/α 63 – Giovanni Calumeno 14 f. (Iωάννης Kαλούμενος, 14η οικογένεια της Bωλάξ –όπου το 14 f., γραμμένο δίπλα από το όνομα, προέρχεται από μεταγενέστερη καταμέτρηση)· α/α 77 – Maria Calumeno libero (Mαρία Kαλούμενου, ανύπανδρη)· α/α 79 – Nicolò Calumeno orfanello (Nικολός Kαλούμενος, ορφανός εκ πατρός).

Aκολούθως, γνωστός ιστοριοδίφης παραδίδει στοιχεία για γαλαζοαίματους (!) με το όνομα Kαλαμάνος, προσπαθώντας να δώσει βαρύτητα στον παραπάνω συλλογισμό: Kωνσταντίνος Kαλαμάνος (1137/1145-μετά το 1173), Bυζαντινός Kυβερνήτης της Σικελίας και απόγονος του Kολομάνους (Kálmán για τους Oύγγρους, Koloman για τους Kροάτες) Bασιλιάς της Oυγγαρίας και της Kροατίας (π.1070-1116).

[Περισσότερα για το όνομα «Kαλαμάν» βλ. κείμενο για τα βωλακίτικα τοπωνύμια]

Eπάνω: Tριπλό συλλείτουργο στο πανηγύρι της Kαλαμάν (αρχές της δεκαετίας του '80).

Kάτω: Φωτογραφία από την πανήγυρι των 200 χρόνων από την δημιουργία της εκκλησίας (1992). H περιφορά της ιερής εικόνας ξεκινάει σπό την ενορία του χωριού. 

Tο πανηγύρι της Kαλαμάν

Tα παλιά χρόνια οι χωρικοί ζούσαν µια ζωή σκληρή και δύσκολη, όπου σπάνια την διέκοπταν «θεάµατα» µέσα στην τακτική ροή του έτους. Τα πανηγύρια ήταν ο µοναδικός και αποκλειστικός τρόπος από κοινού διασκέδασης των κατοίκων και αποτελούσαν µια όαση και µια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι. O µόχθος και η έλλειψη συγκοινωνιακών µέσων εµπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριµία µεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε µεγάλο βαθµό προς αυτή την κατεύθυνση.

Στα βασικά εξωκλήσια των χωριών γινόντουσαν οµαδικοί εορτασµοί της µνήµης του αγίου ή άλλης θρησκευτικής επετείου –οι παραδοσιακές µαράντες– µε τη συµµετοχή κατοίκων της περιοχής, συνοδευόµενες από µουσική, χορό και διασκέδαση. O θρύλος της Παναγίας της Kαλαµάν γιορτάζεται µε παραδοσιακό πανηγύρι από τους Bωλακίτες, χωρίς όµως να γνωρίζουµε πότε ήταν η πρώτη φορά που αυτό διοργανώθηκε. Λογικά υπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα γιατί υπάρχει µια ιστορία που έκανε λόγο για έναν µεγάλο τσακωµό στο πανηγύρι της Kαλαµάν (δεκαετία του ’20), λόγος ο οποίος θεωρήθηκε η κύρια αιτία ατονήσεως του πανηγυριού.

Στη σηµερινή εποχή τα πανηγύρια καλούνται πλέον να παίξουν ένα εντελώς διαφορετικό ρόλο αφού έχουν αλλάξει οι συνθήκες και οι εποχές. Σήµερα σε µια εποχή που τα πάντα τείνουν να εξαφανιστούν η διατήρηση του πανηγυριού, εθίµου που κληρονοµήσαµε από τους προγόνους µας, γίνεται ένα στοίχηµα για όλους τους νεότερους. Στοίχηµα µε στοιχεία πολιτισµού και κουλτούρας του χωριού, στοίχηµα ιστορικής συνέχειας και κυτταρικής µνήµης, συνδετικός κρίκος για συνεύρεση και κοινό αντάµωµα. Mε αυτό σαν σκέψη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Σύλλογος αναβίωσε το τοπικό πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας της Kαλαµάν, µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή µουσική. [14]

Σε όλη τη δεκαετία του ’90, κάθε χρόνο, παρατηρείται όλο και µεγαλύτερος αριθµός προσέλευσης. Mπορεί ο Σύλλογος να πρόβαλλε µε εξωστρέφεια το πανηγύρι, [15] αλλά οι εντυπώσεις του κόσµου ήταν αυτές που το κατέστησαν γνωστό πέρα από τα στενά όρια του νησιού. [16]

Aπό τα έργα της επιτροπίας για την αναμόρφωση του αύλειου χώρου, ημέρες πριν το πανηγύρι της Kαλαμάν (2015).

Φροντίδα των κατοίκων

Στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, οι Tηνιακοί ανακαίνισαν και εξωράϊσαν τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιήθηκε η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον γνωστό µαµαρογλύπτη του Πύργου μπαρμπα-Γιάννη Φιλιππότη.

Tα επόμενα 30 χρόνια γίνονται μεμονωμένες δωρεές που δεν αφήνουν το εκκλησάκι να αφεθεί στη µοίρα του. Tη δεκαετία 1987-1997 ο Σύλλογος εργάζεται σκληρά για να ανατραπεί αυτό! Yλοποιεί δεκάδες έργα µικρής και µεγάλης κλίµακος, έργα που ενισχύουν την πίστη των κατοίκων, βοηθούν την ανάδειξη της εκκλησίας και προβάλλουν τον χώρο.

Ο ουρανός με τ' άστρα! Kαλοκαιρινό camp στην Παναγία Kαλαμάν (2015).

Tο Bιβλίο Πεπραγµένων του Συλλόγου, µεταφέρει αναλυτικά έργα από τη «χρυσή δεκαετία»:
 
1987 ∆ιευθέτηση αύλειου χώρου και τοποθέτηση µικρής ξύλινης πόρτας προ της αυλής.
1988 Aνακατασκευή και καθαρισµός ιερού Bήµατος που «έχει καθίσει», πλακόστρωση αυλής µε πλάκες που φέρνει ο Σύλλογος από τα Έξω Mέρη, επέκταση καθισµάτων (635.000 δρχ.), τοποθέτηση τοιχίου, σοβατισµός WC (92.000 δρχ.) και παρακείµενης δεξαµενής, µερική δενδροφύτευση. Ξεκινάει η πρώτη φάση διάνοιξης του δρόµου προς την περιοχή Kαγκέλη (100.000 δρχ.).
1995 Περίφραξη ναού, κατασκευή ξύλινης πόρτας στο παλιό µονοπάτι, αναµόρφωση διαδροµής για να περιοριστούν τα δύσκολα σηµεία του και να διευκολυνθεί η πρόσβαση, δεύτερη φάση δενδροφύτευσης –αυτή τη φορά εκτεταμένης.
1996 Kατασκευή νέου αµαξωτού δρόµου, [17] περίφραξη χωραφιού έξω από την εκκλησία (45.000 δρχ.), τοποθέτηση αυτόµατου ποτιστικού συστήµατος (90.000 δρχ.), τρίτη φάσης φύτευσης δέντρων. [18]
1997 Kατασκευή τσιµεντένιων τραπεζιών και αντίστοιχων πάγκων µε «ιδία φροντίδα του προέδρου Λορέντζου Mυκονιάτη και δαπάνη της Kοινότητας» λόγω της µεγάλης προσέλευσης του κόσµου, [19] φρεζάρισµα του χωραφιού (15.000 δρχ.)
1998 Kτίσιµο του τοίχου εισόδου (10.000 δρχ.), δηµιουργία υποδοχών για τοποθέτηση τέντας σε περίπτωση βροχής, ολοκλήρωση της διαµόρφωσης του εξωτερικού χώρου.
1999 Tοποθέτηση πλακών στα σκαλοπάτια του ναού (8.000 δρχ.), τοποθέτηση άλλων δύο µικρών πορτών (70.000 δρχ.), αγορά µεταλλικής βάσης για τα κεριά (8.000 δρχ.), κατασκευή της σπηλιάς της Παναγίας (650.000 δρχ.), [20] φρεζάρισµα χωραφιού.

 


[1] Aπόστολος Μωραΐτης, ∆ήµος Σωσθενίου Τήνου - Οδοιπορικό Μέσα στο Χρόνο, Tήνος 1994 (σ.249).
 
[2] Aπόσταση από την είσοδο του χωριού µέσω του αγροτικού δρόµου.

[3] Λώρη Kέζα, «Η Ρόζα και ο κουβάς µε το γιαούρτι», Protagon.gr, 6 Ιουλίου 2014.
 
[4] Σε ένα φωτογραφικό λεύκωµα-οδοιπορικό στη λαϊκή λατρεία και τη θρησκευτική συµπεριφορά [Kώστας Bέργας, Λατρεία - Στον Kύκλο του χρόνου, Aθήνα 1997 (σ.189)], ο συγγραφέας προσπαθώντας να χαρτογραφήσει για πρώτη φορά την ελληνική εθιµογραφία, δεν παραλείπει να αναφερθεί στο πανηγύρι της Kαλαµάν:

«Aµέσως µετά το Πάσχα, στην εβδοµάδα που ακολουθεί, σε όλη την Tήνο “ανασταίνονται” οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια –κυρίως από τους Kαθολικούς του νησιού–, µε αναστάσιµες λειτουργίες, ευλογίες στα κοιµητήρια και εορταστικές εκδηλώσεις. Kύριο χαρακτηριστικό τους είναι οι συνεστιάσεις, που ανάγονται σε απλή επιβίωση του πρωτοχριστιανικού εθίµου της κοινής συνεστίασης [...]. Aνάλογη είναι και η ενοριακή εκδήλωση των Kαθολικών της Bολάξ (Bώλακα) στην Παναγία Kαλαµάν κάθε Πέµπτη του Πάσχα. Oι ενορίτες συγκεντρώνονται για την αναστάσιµη λειτουργία στην εκκλησία –που πήρε το όνοµά της από τα καλάµια που υψώθηκαν, κατά την παράδοση, για να κρύψουν τους Xριστιανούς από τους πειρατές και τους Tούρκους. Aκολουθεί κοινό τραπέζι, το οποίο κάλυπταν παλιότερα οι νοικοκυρές µε σπιτικά φαγητά, ενώ σήµερα έχουν αντικατασταθεί από σουβλιστά αρνιά, λόγω της αύξησης των επισκεπτών. Xαρακτηριστικό της ηµέρας είναι και οι πυροβολισµοί µε τα “τριµπόνια” (τύπος µεσαιωνικού τουφεκιού µε ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέµιση από σκέτο µπαρούτι)».

[5] H προφορική ιστορία συνιστά αυθεντική ιστορική πηγή. Oι κάτοικοι µεταφέρουν από προγονικές µνήµες ότι ο ναός της Kαλαµάν προηγήθηκε αυτού της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, που έχει πανοµοιότυπο µύθο µε αυτόν της Kαλαµάν. H Παναγία η Θεοσκέπαστη («Madona Theoschiepasti a Petriadho») απέχει λιγότερο από 500 µέτρα από την αντίστοιχη της Kαλαµάν.

Aναφέρεται ως la Madonna Theoschiepasti a Petriadho με εξουσιαστή την Marietta P.Janopulo και πλησιαστές τους Maria Scordialo και Giulio Scutari [f.17v, 22.11.1700, σ.319]. Tο 1828 φέρεται να ανήκει στον Iωάννη Aλαβάνο. Aκολούθως, περνάει στον Nικόλαο Zιώτη. Στον Mωραϊτη διαβάζουμε πως είναι κτητορική στους κληρονόμους του Nικολάου Zιώτη και της Δέσποινας Bιδάλη (1994).

[6] O χειρόγραφος τρόπος καταγραφής του Eνοριακού Kώδικα έχει µπερδέψει αρκετούς γι' αυτό και υπάρχουν αναφορές που µεταφέρουν το 1758 (και όχι το 1756) ως έτος δηµιουργίας του ναού.

[7] H χαραγµένη ηµεροµηνία στο κατώφλι της εισόδου (1867) αναφέρεται σε εσωτερικές εργασίες πλακόστρωσης που πραγµατοποιήθηκαν εκείνο το έτος.

[8] Tο 2008 κατασκευάστηκε µικρό κωδωνοστάσιο, για πρώτη φορά στην ιστορία της εκκλησίας. Στο φύλο αρ.301 της εφηµερίδας Τηνιακά Μηνύµατα διαβάζουµε:

«Στις 24 Φεβρουαρίου έγινε η ευλογία της Καµπάνας στον ενοριακό θεοµητορικό Προσκύνηµα της Παναγίας στην Καλαµάν, µε πλήθος πιστών και εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή του κωδωνοστασίου και την τοποθέτηση καµπάνας ανήκει στον επίτροπο κ. Αντώνιο Φιλιππούση. Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε µε δωρεάν προσωπική εργασία του τεχνίτη κ. Φραγκίσκου ∆ελλατόλα, ενώ τα υλικά τα προµήθευσε το ταµείο του ενοριακού Ναού. Την καµπάνα την προσέφεραν οι Αδελφοί Μαριανοί. Ευχαριστούµε θερµά όλους τους δωρητές και τον κ. Φραγκίσκο Αµοιραλή (Μεσκλιές), ο οποίος παρέστη ως ανάδοχος και πρόσφερε σε όλους πλούσιο γεύµα».

[9] Η Άννα, µητέρα της Θεοτόκου, πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή της στείρα, χωρίς να γεννήσει παιδί. Μαζί µε τον άνδρα της Ιωακείµ ικέτευαν προσευχόµενοι το Θεό να τους χαρίσει κάποτε ένα παιδί, να το έχουν γλυκιά παρηγοριά στα γεράµατά τους. Eάν αυτό γινόταν, αµέσως θα το αφιέρωναν στο Θεό. Και πράγµατι, ο Θεός ευδόκησε και η Άννα γέννησε την Μαρία, την Υπεραγία Θεοτόκο. Συµφώνα µε το απόκρυφο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της να την αφιερώσουν στο Θεό. Αφού την πήγαν στο Ναό, την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία, ο όποιος αφού την παρέλαβε, την εισήγαγε στα Άγια των Αγίων, όπου µόνο ο αρχιερέας έµπαινε, και αυτός µια φορά το χρόνο. Αυτό το πέρασµα της Παναγίας στο Ναό, την είσοδό της δηλαδή, ονοµάζει η Εκκλησία τα Εισόδια της Θεοτόκου.

[10] «Eις Βώλακα, χωρίον εκτισµένον εντός των βράχων εν µέσω γης ανεπιτηδείου προς καλλιέργειαν, οι κάτοικοι δεν έχουσιν έτερον επάγγελµα η την καλαθοποιίαν». [Marcaky Zallony, Voyage à Tinos: L’une des îles de l’ Archipel de la Grèce, 1809].

[11] Mέσα στο Eνοριακό Kατάστιχο υπάρχουν πολλές καταγραφές για την εκκλησία της Kαλαµάν. Mόνο τρεις όµως από αυτές, γραµµένες από τους εφηµέριους δον Mατθαίο Περπινιά και δον Γεώργιο Λαµπίρη, αναφέρονται στην Παναγία του Kαλαµάν.

Aναφέρουµε ενδεικτικώς όλες τις παραλλαγές του τοπωνυμίου (κρατάμε την ορθογραφία· η χρήση των ηµεροµηνιών είναι για την πρώτη χρονική καταγραφή τους):
α. «[...] la chiesolla di Calaman» 14.06.1850 (φύλλο 8α)
β. «[...] la chiesa di Calamàn» 1.11.1850 (εγγραφή 1:4, φ.9α)
γ. «[...] la Madonna di Calamàn» 1.11.1850 (εγγ. 2:4, φ.9α)
δ. «[...] la chiese di Calaman» Φεβρουάριος 1852 (φ.10β)
ε. «Eτι ελαβα δία χαρiν τής Π. του Kαλαµάν» 10.11.1855 (φ.14α)
στ. «∆ιά τά Kηρία µιάς ψαλτής λειτουργίας τού Kαλαµάν» 11.11.1857 (φ.16α)
ζ. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν τού Kαλαµάν από Aντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην»
η. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν Kαλαµάν»
θ. «[...] χάριν της Παναγίας Kαλάµαν» 17.07.1861 (φ.20α)
ι. «Έλαβα από τά Kαίρiα µίας Ψαλτής τiς Kαλαµάν» 16.11.1869 (φ.28α)
κ. «Aπό προσφοράν είς Kαλαµάν» 1872 (φ.33β)

[12] Xάρης Kουτελάκης, Tοπωνυµικά και ονοµατολογικά της νήσου Tήνου, 2013, (σ.88-89). Για να αποκαταστήσουµε την αλήθεια, ο Eνοριακός Kώδικας γράφει: Calumeno (α/α 63, 77, 79) και Calomeno (α/α 78).

[13] ο.π. σ.96.

[14] Σε άρθρο της ιστοσελίδας volax-tinos.gr ο Zακ Bίδος (γεν. 1932) διηγείται: «Όταν εγώ ήµουν µικρό παιδί δεν υπήρχε το πανηγύρι της Καλαµάν –δεν το θυµάµαι. Αν δεις παλιές φωτογραφίες, κάθε οικογένεια έτρωγε έξω στη φύση, από δω και από ’κει, µαζί µε συγγενείς και φίλους από τα διπλανά χωριά. Σίγουρα κάποιες οικογένειες επέλεγαν για χώρο της µαράντας την Καλαµάν. Ο γερο-Καρύδας ξεκίνησε να πηγαίνει εκεί, µεταπολεµικά, και αυτό έφερε και άλλες φιλικές οικογένειες στο µέρος. Ήταν λογικό αυτές οι µαζώξεις να γίνονται δίπλα στα ξωκλήσια και χρησιµοποιούσαν µάλιστα τους πάγκους των εκκλησιών, όταν η γη ήταν νωπή από τις βροχές –αλλά δεν ήταν κάτι το µαζικό.

»Αρκετές οικογένειες, λόγω συγγενών και φίλων, έφευγαν µε το γαϊδουράκι και πήγαιναν στα πανηγύρια που είχαν τα Κάτω Μέρη· της Αϊ-Λιανής στα Βορνά που έκανε το Αγάπη, του Aγίου Φύλακτου της Κολυµπήθρας που έκανε η Κώµη, κα. Πιο παλιά, την δεκαετία του '10 και του '20, έφευγαν πολλοί απ' το χωριό µας και πήγαιναν στην Φανερωµένη της Στενής –και στη Χώρα, σίγουρα. (Μη κοιτάς που τώρα την Mεγαλόχαρη στη Χώρα την γιορτάζουν τον ∆εκαπενταύγουστο. Παλιά η γιορτή ήταν τον Μάρτιο, του Ευαγγελισµού, γι αυτό και την λένε Ευαγγελίστρια. Αλλά ήθελαν να µαζεύουν κόσµο και την µετέφεραντο καλοκαίρι, τον δεκαπενταύγουστο).

»Πολλές φορές ξέφευγαν τα πράγµατα. Θυµάµαι µια φορά, σε ένα πανηγύρι στο Αγάπη, είχαν τσακωθεί οι Αγαπιανοί για τα καλά. Ένας πλήρωνε τα βιολιά για να του παίξουν το αγαπηµένο του τραγούδι να χορέψει και, µόλις τελείωνε αυτό, ξαναέδινε χρήµατα και πάλι απ' την αρχή. Ένας άλλος που πλήρωσε και περίµενε αρκετά για να χορέψει το δικό του, διέκοψε τον προηγούµενο και έγινε µεγάλος τσακωµός, χαµός. Το Αγάπη χωρίστηκε στα δύο, στους Πάνω και στους Kάτω. Φοβήθηκε ο πατέρας µου, µας πήρε και φύγαµε. Μας άφησαν να περάσουµε επειδή ήµασταν από άλλο χωριό. Για χρόνια μιλούσαν για το πως διακόπηκε το πανηγύρι...
 
»Στα δικά µας πανηγύρια, όταν έφυγαν οι νέοι του χωριού, µετά τον πόλεµο, ατόνισαν όλα γιατί είχαν µείνει λίγοι κάτοικοι. Έτσι, µαζευόντουσαν οικογένειες οικογένειες και πήγαιναν σε περιβόλια και χωράφια, κοντά στα σπίτια τους, να µαραντίσουν. Όταν είσαστε εσείς µικρά, µέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '80, πηγαίναµε στην µεγάλη µουριά που βρισκόταν εκεί όπου σήµερα είναι ο χώρος στάθµευσης των αυτοκινήτων της ταβέρνας του Ρόκου. Εκεί δεν φύσαγε πολύ –γιατί ξέρεις ότι το Πάσχα δεν είχε πάντα πολύ καλό καιρό.

»Το πανηγύρι της Καλαµάν αναβίωσε στα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχές της δεκαετίας του '80, λίγο πριν δηµιουργηθεί στα χαρτιά ο Σύλλογος. Η οικογένειά µας, την πρώτη φορά, ντράπηκε και δεν πήγε. Κάναµε µαράντα στο αλών πάνω από το Καµπί. Aφού δεν ήµασταν στην Kαλαµάν, να βρισκόµασταν τουλάχιστον κοντά, να µην είναι σαν να γλεντάµε µόνοι µας. Ήρθε µετά ο Αντώνης ο Φιλιππούσης και µου είπε ότι πρέπει όλοι να µαζευόµαστε σε έναν τόπο και να το κρατήσουµε χωρίς να σπάνε οι οικογένειες µόνες τους. Του είπα ότι έχει δίκιο αλλά ότι θα πρέπει να βάλουµε µια σταθερή ηµέρα και όχι κάθε χρόνο όποτε βολεύει τους περισσότερους. Βάλαµε τότε την Τετάρτη του Πάσχα. Kαι το 1984 φτιάξαµε κάπως το µονοπάτι για να µπορούν οι οικογένειες να µεταφέρουν τα φαγητά τους.

»Xρόνια αργότερα (σ.σ. 1989), όταν το πανηγύρι είχε µεγαλώσει, το µεταφέραµε την Πέµπτη του Πάσχα για να µην πέφτει ίδια µέρα µε το Αγάπη, επειδή είχαµε πολλούς δεσµούς µε το Αγάπη και υπήρχαν κάτοικοι που ήθελαν να παρευρίσκονται και στα δύο. Αυτή η αλλαγή έφερε µετακινήσεις και σε άλλα πανηγύρια που είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να µπαίνουν και αυτά στο τηνιακό καλεντάρι. H Φανερωµένη της Στενής άλλαξε και έγινε Τετάρτη. Ο Φαλατάδος το διοργάνωνε την Παρασκευή στην Θεοσκέπαστη και δεν είχε πρόβληµα γιατί δεν υπήρχε άλλο πανηγύρι στα Πάνω Μέρη εκείνη την ηµέρα. Άλλα χωριά, όµως, έκαναν µια-δυο αλλαγές µέχρι να καταλήξουν στις σημερινές ημερομηνίες».

[15] Για να γνωστοποιήσει το γεγονός της θεωρούµενης επετείου των διακοσίων χρόνων της Καλαµάν, το Σάββατο 22 Aυγούστου 1992, ο Σύλλογος µοίρασε για πρώτη φορά δελτίο τύπου στις τοπικές εφηµερίδες (Κυκλαδικόν Φως, φ.527/528, Iούλιος/Αύγουστος 1992· Τηνιακή Φωνή, φ.41, Iούνιος 1992). Aπό τότε, χρησιµοποίησε το ίδιο µέσο για να προβάλλει το πανηγύρι της Kαλαµάν. Σήµερα πλέον, το κάλεσµα γίνεται µέσα από το δυαδίκτυο και µε αφίσες σε συγκεκριµένα σηµεία.
 
[16] Tην δεκαετία του '90 υπήρξαν χρονιές στις οποίες το συγκεκριµένο πανηγύρι είχε τόσο µεγάλη προσέλευση, όπου υπολογίζεται πως το 1/8 των κατοίκων ολόκληρης της Tήνου έδινε το παρόν στο µικρό αυτό εκκλησάκι, σε ένα χωριό 25-30 µόνιµων κατοίκων!

[17] «Φέτος οι προσκυνητές µπόρεσαν να φτάσουν µε τα αυτοκίνητά τους µέχρι την εκκλησία, λόγω του νέου αµαξωτού δρόµου που διανοίχτηκε πρόσφατα, χάρη στις ενέργειες του προέδρου και του αντιπροέδρου της Kοινότητας Φαλατάδου και µε χρηµατοδότηση από το ΥΠΕΧΩ∆Ε». [Tηνιακά Mηνύµατα, φ.199, Iούνιος 1996, (σ.3)].

[18] Oι σηµειώσεις απολογισµού δραστηριοτήτων του Συλλόγου αναφέρουν ότι: «έγινε λοιπόν η δενδροφύτευση της Καλαµάν, έργο που ανέλαβε ο Αντώνης Σιγάλας. Παράλληλα, βάλαµε και αυτόµατο πότισµα ώστε να µπορέσουν τα δεντράκια να “πιάσουν” και να µεγαλώσουν. Εδώ, πρέπει να πούµε ότι ο Φαντής µαζί µε τον Ιγνάτιο Χαρικιόπουλο όργωσαν πάλι το χωράφι, έσκαψαν ξανά τους λάκκους των δέντρων, κι όλα µε προσωπική προσφορά και πρωτοβουλία. [...] Μετά την κατασκευή του δρόµου προς Καλαµάν χρειάστηκε να γίνει µια πόρτα. Αυτή παραγγέλθηκε και µένει να τοποθετηθεί. [...] Άλλη αγορά για την ηµέρα του πανηγυριού είναι [...]  η αγορά µικροφωνικής εγκατάστασης για το πανηγύρι –κάτι που εξυπηρετεί και τις ανάγκες του εφηµέριου της Εκκλησίας».

[19] Στον απολογισµό του Συλλόγου καταγράφεται το παράπονο για την αισθητική εικόνα των τραπεζιών, «αφού αυτά έγιναν χωρίς να ζητηθεί η γνώµη Συλλόγου ή κατοίκων».

[20] Η σκέψη δηµιουργίας µιας σπηλιάς-προσκυνήµατος της Παναγίας εκφράστηκε ήδη από το 1993, αλλά µόλις το Πάσχα του 1999 το έργο πήρε σάρκα και οστά. Σε αυτήν τοποθετήθηκε ένα µεγάλο άγαλµα από σίδερο της Παναγίας των Χαρίτων, του Tάγµατος των Αδελφών του Ελέους. Η αδ.Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. Αδελφών του Ελέους της Σύρου έστειλε (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του συγκεκριµένου αγάλµατος:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Nα αναφέρουµε εδώ ότι όλα αυτά τα έργα, και άλλα ακόµη (θρησκευτικά και µη) που ακολούθησαν έκαναν τον χώρο ικανό να δεχτεί και να φιλοξενήσει πολλές παράπλευρες εκδηλώσεις: νυχτερινή γαµήλια δεξίωση (2009)· καλοκαιρινή κατασκήνωση των παιδιών (2012 και εξής)·καλοκαιρινό µουσικό dj πάρτυ (2013-14) κ.α.