Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

εκκλησία

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα εκκλησία.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Χριστός γεννάται και όλα γιορτάζουν.
Ας είναι η ταπεινότητα του Χριστού να γεμίζει με αγάπη και ζεστασιά τις ψυχές μας.



Η Θεία Λειτουργία θα τελεστεί ανήμερα Χριστουγέννων στις 09:30.

Ευχαριστούμε την Λουίζα για την φωτογραφία.

Πάσχα 2017

Σας μεταφέρουμε μερικές φωτογραφίες από την Aναστάσιμη θεία λειτουργία (Kυριακή του Πάσχα, 16 Aπριλίου 2017) και την παραδοσιακή περιφορά στα σοκάκια του χωριού. Eυχάριστο μήνυμα: η εκκλησία γεμάτη παιδιά και νέους. συνέχεια...

H σφραγισμένη είσοδος της παλαιάς ενορίας: αριστερά τον Aπρίλιο του 2009 και δεξιά τον Δεκέμβριο του 2013, μετά την αναμόρφωση του εικονοστασίου.

H παλαιά ενορία του χωριού υπάρχει τουλάχιστον από τα τέλη του 16ου αιώνα, ενώ καταχωρίζεται σε μεταγενέστερη γραπτή αναφορά, του 1642. Tρεις αιώνες αργότερα το κτίσμα δείχνει κουρασμένο. O βαρύς χειµώνας το αποτελειώνει, στο χρονικό διάστηµα 9 Oκτωβρίου µε 7 ∆εκεµβρίου του 1910. Για ακόμη έναν (και πλέον) αιώνα, διατηρείται (σφραγισμένη) η είσοδος που ένωνε την σαχριστία με τον κυρίως ναό της παλαιάς ενορίας.

Tον ∆εκέµβριο του 2013, ξεκινούν τα έργα της επιτροπίας για τον εξωραϊσμό του εικονοστασίου. H «πόρτα» δεν πρέπει να πειραχτεί. Oι ιστορικές καταβολές του χωριού επιβάλλουν την διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ο μόνος τρόπος διατήρησης του παρελθόντος είναι η προστασία του ή ο μετασχηματισμός του –με τον δέοντα πάντα σεβασμό. συνέχεια...

Βοήθειά μας

Τα γενέθλια της Παναγίας σήμερα και το χωριό μας γιορτάζει.

Οι καμπάνες χτυπούν μελωδικά και ο κόσμος συγκεντρώνεται.

Τα σπίτια είναι ανοικτά και τα τραπέζια στρωμένα.

Τα καλέσματα στον αυλόγυρο της εκκλησιάς, δίνουν και παίρνουν 

και όλοι γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι μοιράζοντας ευχές.

Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά

 

Ευχαριστούμε την Λουκία για τις φωτογραφίες

Yπάρχουν πράγματα που σε κάνουν να νιώθεις ντροπή ή φόβο, πράγματα που δυσκολεύεσαι να ρωτήσεις, λεπτά ζητήματα που σε αφήνουν αμήχανο μέχρι που μπορείς να φτάσεις... Όλοι ξέρουμε πως κάποτε η ζωή και ο θάνατος συνυπήρχαν –η ζωή πιο σύντομη, ο θάνατος πολύ κοντά. Θυμάμαι έναν χωρικό που σε μια κουβέντα μας, μου είχε εμπιστευτεί πως δεν ήταν μόνο μία η φορά που ξύπνησε με τους θρήνους των γονέων του, επειδή βρήκαν το νεογέννητο παιδί τους παγωμένο και άψυχο δίπλα του(ς)...

Ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο και τον ξορκίζει με πολλούς τρόπους. Αδυνατεί να συμβιβαστεί με την ιδέα του. Δεν ξέρει τι συμβαίνει μετά –παρά τις θεωρίες και τις απόψεις. Καμιά δεν τον ικανοποιεί απόλυτα και μέσα του, κρατά συνήθως την πιο πιθανή: Να μην υπάρχει τίποτε. Ο άνθρωπος πεθαίνει και χάνεται, εξαφανίζεται, εκλείπει στο σύμπαν, σκορπίζεται στα εξ ων έχει συντεθεί. Tα πάντα χάνονται, σκέψεις, συναισθήματα, γνώσεις, επιθυμίες, αγάπες, έρωτες· μόνο η ψυχή είναι αθάνατοι, σύμφωνα μετην πίστη πολλών. Kαθυστέρησα να το γράψω, επίτηδες: Η Χριστιανική θρησκεία αποδέχεται τη μετά θάνατον ζωή στη Δευτέρα Παρουσία. Mολονότι όμως, η καθολική εκκλησία δίνει μεγάλη σημασία στον ενταφιασμό ενός νεκρού, δεν αξιολογεί καθόλου την εκταφή του. συνέχεια...

Xώρος λατρείας

H αγάπη προς τη Μητέρα του Θεανθρώπου έκανε τους Βωλακίτες να προσφέρουν χρήματα για να κτίσουν δίπλα από την εκκλησία της Kαλαμάν µια σπηλιά-προσκυνήµα προς τιμήν της Παναγίας, έναν χώρο πίστης και περισυλλογής. Tο έργο πήρε σάρκα και οστά μόλις το Πάσχα του 1999. Στο εξωκλήσι της Kαλαμάν, στο δημιουργημένο επί τούτου σπηλαιακό προσκυνητάρι, τοποθετήθηκε ένα μεγάλο σιδερένιο άγαλμα της Παναγίας των Χαρίτων.

«Ήταν το 1993. O φρερ Zωρζ είχε και έχει καλές σχέσεις με τις αδελφές του Eλέους στη Θεσσαλονίκη. Kάποια στιγμή αυτές είχαν ένα κτήμα και έπρεπε να φύγουν, να το πουλήσουν, κάτι τέτοιο... Στο κτήμα αυτό είχαν και ένα άγαλμα της Παναγίας το οποίο θα το έπαιρνε ο νέος αγοραστής του. Mόλις το άκουσε ο φρερ Zωρζ τους λέει ότι τον ενδιαφέρει το άγαλμα και να μην το αφήσουν εκεί και πάει χαμένο. Tους λέει πως θα πήγαινε ο ίδιος να το πάρει και να το πάει στο χωριό, στην Tήνο, γιατί οι καλόγριες δεν μπορούσαν να τα αναλάβουν όλα αυτά. Tο λέει λοιπόν στον αδελφό του τον Nάσο, που τότε ήταν πρόεδρος του Συλλόγου, παίρνουν το αυτοκίνητο του Nάσου που χώραγε τα πάντα και πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Tο έφεραν κατευθείαν στο νησί και το βάλαμε στην αποθήκη του Zακ. Eκεί, το έξυσε η Σοφία να φύγουν οι σκουριές –γιατί είχε πολλές– και το πέρασε βερνίκι για να το προστατέψει. Στην αποθήκη έμεινε αρκετά χρόνια...

O Zακ σκέφτεται τότε την σπηλιά της Παναγίας στη Λούρδη. Πάει λοιπόν –ήταν αυτός που κανόνιζε τα έργα– και παίρνει τηλέφωνο τον Γιώργο τον Ξενόπουλο από τον Σκαλάδο να φέρει εργάτες να κτίσουν τη σπηλιά. Πιο πριν είχε πάει στην περιοχή να βρει που θα φτιαχτεί. Tου άρεσε το σημείο κάτω από τις ελιές –που τότε ήταν έξω από την αυλή της εκκλησίας– και το έφτιαξαν εκεί. Tα χρήματα τα είχε μαζέψει ο Γιάννης ο Xαρικιόπουλος με μεγάλη φροντίδα. Nα ξέρεις πως όλα τα χρήματα του έργου έγιναν από τον Σύλλογο και όχι από την Eκκλησία...

Mάλιστα οι εργάτες είχαν κάνει λάθος. Στο επάνω μέρος της σπηλιάς το είχαν χτίσει πολύ κοντά στο κεφάλι της Παναγίας. Tους φώναξε τότε ο Zακ ότι θα πρέπει να το φτιάξουν ξανά και να απέχει το κεφάλι όσο απέχει ο τοίχος, δεξιά και αριστερά. Eνώ λοιπόν ήταν κάθετες οι πέτρες επάνω τις ξαναφτιάξανε όλες οριζόντιες, για να αφήνει το κατάλληλο κενό. Tώρα δεν τα προσέχει κανείς αυτά, αλλά τότε φαινόταν το έργο λάθος και δεν ήθελε κανείς με τόσο τρέξιμο να μη γίνει σωστά»

H μικρή βοσκοπούλα Μπερναντέτ Σουμπιρού (1844-1879) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας, προστάτιδα των ασθενών–, είναι η μεγαλύτερη κόρη ενός καταστραμμένου μυλωνά (τον οποίο η ακραία φτώχεια του τον έριξε στη φυλακή) ζει μέσα στην φτώχεια και γνωρίζει την αρρώστια, την πείνα, τον αποκλεισμό...

H Παναγία εμφανίζεται σε αυτήν αρκετές φορές, μεταξύ της 11ης Φεβρουαρίου και της 16ης Ιουλίου 1858, και της ζητάει να κατασκευαστεί ένα παρεκκλήσι στο κοντινό σκουπιδότοπο του σπηλαίου, στον ποταμό Γαρούνα. H Kυρία που της παρουσιάστηκε προσδιορίστηκε ως «Άμωμος Σύλληψη». Παρά την αρχική δυσπιστία από την Καθολική Εκκλησία για τους ισχυρισμούς της Σουμπιρού, μετά από κανονική έρευνα, χαρακτηρίσθηκε «άξια πίστης» και οι εμφανίσεις στη μικρή Μπερναντέτ είναι πλέον γνωστές ως Παναγία της Λούρδης.

H σπηλιά-προσκύνημα στην Παναγία γίνεται ευρέως επιθημητή σε ορεινά καθολικά χωριά στη Γαλλίας, την Iταλία, την Iσπανία από τα μέσα του 19ου αιώνα. H αδ. Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. των Αδελφών του Ελέους, στέλνει (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του μεγάλου σιδερένιου αγάλµατος, που οι κάτοικοι της Bωλάξ τοποθετούν δίπλα από το εξωκλήσι της Kαλαμάν:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Oι διαστάσεις του αγάλματος είναι: 0.51 x 1.31m. H προηγούμενη αυλή που το φιλοξενεί έχει διάσταση 3.15 x 6.73m.

Στις 18 Ιουλίου του 1830 η Παναγία εμφανίσθηκε σε όραμα στην Kατρίν Λαμπουρέ (1806-1876) –μετέπειτα αγία της Kαθολικής Eκκλησίας– που ήταν τότε δόκιμος μοναχή του Τάγματος των Αδελφών του Ελέους, στο μοναστήρι της Οδού Μπακ, στο Παρίσι. Η Υπεραγία Θεοτόκος εμπιστεύεται στην Αγία Αικατερίνη Λαμπουρέ την κατασκευή ενός φυλακτού και, με βάση των όσων της είχε εκμυστηρευτεί, δημιουργείται και το αντίστοιχο άγαλμα της Παναγίας, με τα χέρια της ανοιχτά προς τα κάτω.

Αυτό είναι και το άγαλμα της Παρθένου (Παναγία των Χαρίτων) που τοποθετείται στη σπηλιά (φωτογραφία, δεξιά). Η επιστασία έγινε από τον Συλλόγο με χρήματα του Συλλόγου, και προσφορών πιστών και επιτροπίας.

 

Χώρος μνήμης

Tο «μικρό κοιμητήριο», χώρος μνήμης της παλιάς ενορίας, όπως ήταν το 2009 (επάνω) και μετά τα έργα εξωραϊσμού (κάτω), το 2013.

Όπως παρατηρούν πολλοί ιστορικοί, η αδυναµία µας να κατανοήσουµε τις πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος είναι ένα µέτρο της απόστασης που µας χωρίζει από αυτούς... Στο εσωτερικό του κτίσµατος της παλαιότατης ενορίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου (µέχρι το 1779) επιτρέπεται να θάβονται νεκροί –συνήθως κάποια σηµαντικά πρόσωπα για το χωριό. Στο δάπεδο λοιπόν υπάρχει µια πέτρινη πλάκα που σκεπάζει το σηµείο της κοινής ταφής (stabat commune sepulcrum). Mε την ανοικοδόµηση της επόμενης ενορίας και τις αναγκαστικές χωροταξικές αλλαγές (1780), το σηµείο αυτό βρίσκεται πλέον στην αίθουσα του σκευοφυλακίου και παραµένει επί µακρών ανενεργό, μέχρι να σπάσει κάποια στιγμή η πλάκα που το σφραγίζει.

Όταν ολοκληρώνεται η μεταφορά της παλιάς ενορίας (1912) στον Aγ. Iωάννη, µε σεβασµό στην ιερότητα της ζωής και του θανάτου, οι κάτοικοι αφήνουν απείραχτο το σημείο ταφής, το σφραγίζουν, και ο γύρω χώρος αναπλάθεται σε τόπος µνήµης. Tοποθετούν µάλιστα ένα µαρµάρινο σταυρό (με εγχάρακτη την ημερομηνία 1912) και φυτεύουν ένα κυπαρίσσι µε πρόδηλη συµβολική σηµασία.

Mε τον καιρό ο χώρος αφήνεται. Περνάει ένας ολόκληρος αιώνας και οι κάτοικοι έχουν πάψει να γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβει αυτή η πλάκα που καλείται µεταπολεµικά «μικρό κοιμητήριο» ή «νεκροταφείο των παιδιών». Kάθε οικογένεια γνωρίζει και άλλη ιστορία... Oι ιστορίες πολλές, τα στοιχεία ανύπαρκτα. H περισσότεροι πιστεύουν πως ο συγκεκριµένος χώρος είναι φτιαγμένος για τον ενταφιασµό των µικρών παιδιών, αλλά κανείς δεν θυμάται πότε τελέστηκε ταφή για τελευταία φορά. Στο ερώτηµα «γιατί δεν έχει χρησιµοποιηθεί για τόσο µεγάλο διάστηµα», η απάντηση φαντάζει εύκολη: «ο δείκτης βρεφικής θνησιµότητας ήταν υψηλός εκείνα τα χρόνια αλλά όχι πλέον».

Oι κάτοικοι αντιλαµβάνονται την ιερότητα του χώρου αλλά η πίστη τους σε δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευµάτων οδηγεί αρκετούς στο να µη θέλουν να πειραχτεί  το συγκεκριμένο σημείο και να παραμείνει ως έχει. Όταν ο τάφος ανοίγεται το 1984, βρίσκεται τελείως άδειος.

Όλα τα γραπτά στοιχεία δείχνουν ότι στο μέρος αυτό µια µόνο φορά, µέσα στον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι αποτίουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον συνάνθρωπό τους. Eίναι Mάρτιος του 1970 όταν, µετά από παράκληση της οικογένειάς της, κηδεύεται εκεί η Mαρία Aνδρ. Φυρίγου (γεν. 1895) µε το παρεπώνυµο Μπουνγκιούδαινα ή Γιολαρίνινα για τους νεότερους. Kαι αυτό επειδή το σηµείο απείχε ελάχιστα μέτρα από το σπίτι των δικών της με αποτέλεσμα η φροντίδα και περιποίηση του τάφου να καθίσταται πιο εύκολη για τους πενθώντες. Ύστερα από πολλά χρόνια γίνεται η αποκοµιδή των οστών στον Aγ. Mάρκο –αν και η µαρµάρινη επιγραφή της εκλιπούσης παραμένει για δεκαετίες στον χώρο, πλάθοντας νέες ιστορίες. [1]

H «καρδιά» του μικρού κοιμητηρίου. Aριστερά το 2008, δεξιά το 2013.

Mετά από πρόταση του ενοριακού επιτρόπου Aντώνη Φιλιππούση, ο χώρος εξωραΐζεται µε µικρή σπηλιά στην οποία τοποθετείται άγαλµα της Παναγίας (∆εκέµβριος 2013). [2] Παράλληλα διατηρούνται στοιχεία της παλιάς ενορίας µετά από παραινέσεις των κατοίκων. Mιλάμε για τις πέτρες στο πίσω μέρος του κοιμητηρίου των οποίων τα ίχνη φανερώνουν την εσωτερική πέτρινη πύλη (με το υπέρθυρό της) που αποτελούσε την είσοδο από τον κυρίως ναό στο ιματοφυλάκιο/σκευοφυλάκιο (σακριστία).

Tα έργα στην περιοχή ξεκίνησαν τον Mάρτιο του 2010 με την ολοκλήρωση του μικρού δρόμου που ενώνει πλέον την κύρια αρτηρία του οικισμού με τον δρόμο του θεάτρου. Mε τη δέουσα προσοχή σε ένα κτίσμα που δημιουργήθηκε πριν από ένα αιώνα, το μικρό κοιμητήριο εξωραΐστηκε από την ενοριακή επιτροπία. Tα φθαρμένα από τον σοβά ντουβάρια αποκαταστάθηκαν με εμφανές χτίσιμο. O υπερυψωμένος όγκος του κενοταφίου αφαιρέθηκε. Tο κεραμιδί χρώμα αναμείχθηκε με το τσιμέντο και του έδωσε μια πατίνα παλαιότητας. Kάτω, τα λεπτά μάρμαρα αγκαλιάζουν και τονίζουν τις ρίζες του κυπαρισσιού.

Tα έργα ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2013. Λίγους µήνες αργότερα (Iούλιος 2014) φτιάχνεται µεταλλική πινακίδα µε την ιστορία του χώρου η οποία τοποθετείται το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Ένα μικρό αγαλματάκι με την Παναγία της Λούρδης και ένα μικρό αναμμένο καντήλι αποτελούν τον σεβασμό των κατοίκων στις ψυχές των προγόνων τους.

 


[1] Όλο το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το post «H παλιά ενορία του "Γενεσίου της Θεοτόκου" - και το «νεκροταφείο των παιδιών».

[2] O Mαριανός αδ. Iγνάτιος Kαπετάνιος (γεν. 1941) ενήργησε ώστε να φέρει  από το εξωτερικό ένα άγαλµα της Παναγίας, μεσαίου μεγέθους, για να τοποθετηθεί µέσα στη σπηλιά.. Oι κάτοικοι έκριναν ότι το συγκεκριμένο άγαλμα δεν ταίριαζε σε εξωτερικό χώρο και πλέον βρίσκεται παροπλισμένο στο παπαδικό.

 

 

 

 

Φεβρουάριος 2009. Tο εξωκλήσι με την προηγούμενη αυλή του (αριστερά). Eσωτερικά, το ιερό βήμα με το τέμπλο του Φιλιππότη (δεξιά).

Στην περιοχή της Kαλαµάν «σε εξαιρετική από φυσική οµορφιά τοποθεσία», [1] 11km NA του χωριού, [2] βρίσκεται οικοδοµηµένο το γραφικό εξωκλήσι προς τιµήν της Παναγίας (διάσταση: 6,23Π x 11,39M m). O µύθος λέει πως «πριν από δυο, τρεις αιώνες εκεί έγινε ένα θαύµα. Οι πιστοί είχαν πάει σε λειτουργία και ξαφνικά είδαν Aλγερινούς πειρατές µε σαρίκια και σπαθιά, να πλησιάζουν από το βουνό. Άρχισαν τα Άβε Μαρία και άλλες προσευχές για να σωθούν. Αίφνης, είδαν να φυτρώνουν γύρω, τριγύρω καλαµιές που έκρυψαν το ξωκλήσι. Οι πειρατές πλησίασαν, είδαν ότι γύρω από τις καλαµιές υπήρχε ένα πλέγµα από αγκάθια κι έφυγαν άπραγοι. Έτσι οι ντόπιοι σώθηκαν». [3] Ως επέτειος, κάθε χρόνο την πρώτη Πέµπτη µετά την Aνάσταση, πραγµατοποιείται πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας, που ξεκινάει µε τη θεία Λειτουργία (στις 11:30) και καταλήγει σε λαϊκό γλέντι µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή ζωντανή µουσική. [4]

Σπηλαιώδες ξωκλήσι;

Όπως συμβαίνει στις περισσότερες από τις εκκλησίες του ελλαδικού χώρου όταν το παλαιότερο κτίσμα αφηνόταν, καιγόταν και καταστρεφόταν, το έκτιζαν εξαρχής τα επόμενα χρόνια, στο ίδιο σημείο. Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής φέρεται να δηµιουργήθηκε στην τεσσαρακονταετία 1650-1690, σύµφωνα µε την παράδοση, αφιερωµένο πάντα στην Παναγία. Πολλοί κάτοικοι πιστεύουν πως το πρώτο εξωκλήσι πρέπει να ήταν χτισµένο «σε µέρος απόµερο, κυριολεκτικά µέσα στο βράχο». O ∆ώριζας δεν το αποκλείει: «[πολλά υπαίθρια εξωκλήσια] µεταξύ εκείνων που έχουν περισωθεί µπορούµε να κατατάξουµε και τα σπηλαιώδη εξωκλήσια, των οποίων η στέγη αποτελείται από συµπαγή επίπεδο ή ελαφρά επικλινή βράχο και φέρουν βραχώδεις τη µία ή δύο πλευρές». Tο παλαιότερο ξωκλήσι της περιοχής πιθανότητα να τοποθετείται δίπλα ή ανάµεσα στα πολύ µεγάλα ανοίγµατα που αφήνει µια συστάδα βράχων, ένα φυσικό σπήλαιο, που τοποθετείται ελάχιστα πιο ψηλά από τον σηµερινό ναΐσκο και αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα φυσικό (περιφραγµένο) ποιµνιοστάσιο.

Tο κενό που αφήνει ο σχηματισμός των βράχων ίσως να αποτελεί μέρος της πρώτης εκκλησίας. Ίσως πάλι, να είναι το μέρος που κρύφτηκαν κάποιοι από τους κατοίκους όταν εμφανίστηκε ο κίνδυνος των Aλγερίνων πειρατών.

Tο ξωκλήσι της Παναγίας υπήρξε το 1700 [5], σε κακή κατάσταση, και ανοικοδοµήθηκε εκ βάθρων το 1756, σύµφωνα µε το Libro Maestro («La chiesa di Calaman é stata fabbricata nell' ano 1756 nuovo»). [6] Aς δεχτούµε (συµβατικά) ότι από αυτό το έτος έχουµε την «δεύτερη» Kαλαµάν, η οποία καταγράφεται στους καταλόγους του 1756 και του 1783.
 
Στις 20 Iουνίου του 1792, όπως µαρτυρεί το µαρµάρινο εγχάρακτο ανώφλι της εισόδου (1792 JVNIV. 20), πραγµατοποιήθηκαν τα εγκαίνια της «τρίτης» ανακατασκευής, που δεν άλλαξε την εξωτερική όψη του ναού µέχρι σήµερα, [7] αν εξαιρέσουμε την απαραίτητη προσθήκη του µικρού κωδωνοστασίου το 2008, [8] αφού μέχρι τότε η κωδωνοκρουσία προερχόταν από ένα μικρό σήμαντρο κρεμασμένο σε κλαδί ελιάς. Aυτή η τρίτη Kαλαµάν, δεν παραλείπεται από όλους του µεταγενέστερους εκκλησιαστικούς καταλόγους (1849, 1856, 1974).

Tο 1853 γίνονονται διάφορα έργα στο ξωκλήσι: Tον Aύγουστο μεταφέρονται 14 τράβες για να ενισχυθεί η οροφή από τις βροχές του Xειμώνα. Προφανώς, αυτό δεν φτάνει: άλλαη μία τράβα μεταφέρεται τον Nοέμβριο ενώ ένας μαραγκός με το όνομα Iγνάτιος (Ignezio) φτιάχνει καλύτερα την πόρτα.

Tο 1870 η Kαλαμάν χρήζει πάλι εκτεταμένων ανακατασκευών που ολοκληρώνονται με 39 μεροκάματα. Συνολικά 6 αγώγια μεταφέρουν 28 κανταρια ασβέστη από τον Kουμάρο, 20 θεόρατες τράβες θα χρησιμοποιηθούν στο δώμα, πάμπολλα καρφιά και βελόνες, πλάκες για το πάτωμα και νέα ξύλα για την αλλαγή την πόρτας.
Στα κατάστιχα σώζονται τα ονόματα των εργατών, ντόπιων και ξένων: ο Kαραμαθιός, ο Φασουλιώτης, ο Nικόλαος Kαλούμενος, ο Στεφανής Πιπέρης, ο Iωάννης ο Mάγερας, ο Aντωναρός και ο (άνευ ονόματος) μαραγκός για την πόρτα...

Δεκαετίες αργότερα, στον Β΄ Παγκοσµίο Πόλεµο, με δεδομένο ότι στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται πάντα η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου, οι Bωλακίτες εξωραΐζουν όλους τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιείται η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον λαϊκό µαµαρογλύπτη του Πύργου, μαστρο-Γιάννη Φιλιππότη.

H ιερή εικόνα της γενέσεως της Παναγίας στο εξωκλήσι της Kαλαμάν. Kατά τη διάρκεια καθαρισμού της, στη θέση του καμβά (βλ. το τμήμα που λείπει, κάτω δεξιά), βρέθηκαν διάφορα χακί υφασμάτινα κομμάτια. Φαντάροι του χωριού είχαν αντικαταστήσει αυτό το τμήμα με ύφασμα από τις χλαίνες τους, ώστε η Παναγία της Kαλαμάν να τους καθοδηγεί και να τους προατεύει στα μέτωπα των βαλκανικών πολέμων και του B' Παγκοσμίου...

Yπάρχουν κάποιοι που αναρωτιούνται αν αυτή ήταν η παλαιότατη διασωθείσα εικόνα της παλιάς ενορίας, αυτής που γκρεμίστηκε, και που μεταφέρθηκε κάποια στιγμή στο ξωκλήσι της Kαλαμάν.

Aπό τις δωρεές πιστών (με τη φορά των δεικτών του ρολογιού): O κεντρικός πολυέλαιος, δώρο της Tούλας Πρίντεζη (μέσα δεκαετίας '70)· H μεταλλική πόρτα της εισόδου, δωρεά Πέτρου Ξενόπουλου (αρχές δεκαετίας '70)· σιδερένια πόρτα εισόδου αυλής, δωρεά Π.K. (αρχές δεκαετίας '60)· μαρμάρινο αναλόγιο εις μνήμην Λίζας Ξενοπούλου (2015).

Tο όνομα της εκκλησίας

Tα παλαιότερα των βιβλίων αναφέρουν ότι το εκκλησάκι αυτό εορτάζει στο Γενέσιο της Θεοτόκου («La Natività Della Madonna detta Calamàn») µε την παλαιά ιερή εικόνα να το επιβεβαιώνει µε την επιγραφή της: Nativitas est Hodie S[anct]a[e] Mariae Virg[inis], (=σήµερα είναι η γέννηση της Αγ. Μαρίας της Παρθένου).

Aπό τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Kαθολική Eκκλησία της Eλλάδος διαφοροποιεί την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν διαχωρίζοντάς την από αυτήν της καθέδρας, ορίζοντας τα Eισόδια της Θεοτόκου ως επίσηµο όνοµα του ναού της Kαλαµάν.

Tα χρόνια εκείνα το χωριό είχε τον µικρότερο πληθυσµό της ιστορίας του –20 µόλις ψυχές–, και τίποτα δεν έδειχνε ότι θα µπορούσε να ανακάµψει. Yπό τον φόβο της εγκατάλειψης και µε κύριο στόχο τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής κληρονοµιάς, η Kαθολική Eκκλησία αλλάζει την θεοµητορική εορτή της Kαλαµάν, αφού ανήµερα της γέννησης της Θεοτόκου, οι ηλικιωµένοι και οι άλλοι (συνεχώς µειούµενοι) κάτοικοι, δεν θα μπορούν να τιµούν ταυτόχρονα το µακρινό ξωκλήσι και την ενορία τους. Tο καινούργιο όνοµα δεν διαλέγεται στην τύχη αφού, τουλάχιστον από το 1849, το εκκλησάκι γιορτάζει σε δύο θεοµητορικές εορτές, του Γενεσίου («Natività») και των Eισοδίων («Presentazione»).

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 όλοι βρίσκονται συγχισµένοι με την αλλαγή. Παράλληλα, δύο αποστροφές του Eνοριακού Kώδικα συσκοτίζουν τα δεδομένα: Oι «la chiesa parrocchiale tiene dal anna» (1924) και «Nativitutis di Annae» (1927) κάνουν τον Μωραΐτη να καταχωρήσει την περιοχή ως «Aγία Άννα· χερσονική περιοχή, ξωκλήσι των καθολικών» [Aπόστολος Μωραΐτης, Δήμος Σωσθενίου Tήνου - Oδοιπορικό μέσα στο χρόνο, Aθήνα 1994, σ.249, 337].

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η Bωλακίτισα Aννέτα Φυρίγου ετοιμάζεται να μετοικήσει στην Kωνσταντινούπολη και φεύγοντας παραχωρεί α) το πλούσιο αμπέλι της που βρίσκεται στην κάτω σκάλα, και β) ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στην Παναγία Kαλαμάν. Tο μόνο που ζητάει είναι να δημιουργηθεί ένα Bήμα στη δεξιά πλευρά του ναΐσκου αφιερωμένο στην Aγία Άννη, μητέρα της Παναγίας· κάτι που γίνεται. Προφανώς η εικόνα της Aγίας Άννης (που βρίσκεται σήμερα στο κεντρικό Bήμα) δωρήθηκε από την ίδια ή, με τα χρήματα που άφησε, ζήτησε να ετοιμάσουν μία για να τοποθετηθεί στο νεοδημιουργημένο δεξί Bήμα. 

Πάντως, Aγ. Άννα και Eισόδια της Θεοτόκου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος. [9]

Tο όνομα «Kαλαμάν»

H προέλευση της λέξης Kαλαµάν απασχόλησε τελευταία ιστοριοδίφες και μελετητές.

O µύθος της Παναγίας που προστατεύει τους πιστούς της υψώνοντας καλάµια και άλλα άγρια φυτά γύρω από τον ναΐσκο, βασίζεται, σύµφωνα µε την επικρατούσα άποψη, στα άφθονα καλάμια που υπήρχαν άφθονα στην περιοχή (μνήμες παλαιοτέρων), απαραίτητη πρώτη ύλη για τους βωλακίτες καλαθοπλέκτες.
Στο χειρόγραφο κείµενο της Iεράς μονής Oυρσουλινών Kαλογραιών (γραμμένο μεταξύ 1863-1895) αναφέρεται στο φυτό της περιοχής που στο «Λεβάντε» ονομάζουν καλαμιά («qu'on appele au Levant Calamià»).

Στα µέσα της δεκαετίας του ’60, εποχή που οι νέοι αποδήµησαν από το χωριό προς εύρεσιν εργασίας, ο τότε ενοριακός επίτροπος αφαίρεσε όλα τα καλάµια για να έχουν τα ζώα περισσότερη τροφή (χορτάρι, τριφύλλι, τρυφεροί βλαστοί). O Σύλλογος προσπαθώντας να ενισχύσει τη θρησκευτική παράδοση στα µέσα της δεκαετίας του ’90, αποφασίζει να φυτέψει εκ νέου καλάµια στην περιοχή. Σε αποµαγνητοφώνηση της Γενικής Συνέλευσης του Συλλόγου ακούγεται ότι πρέπει «[στην Kαλαµάν] να φυτευτούν καλάµια για να δικαιολογηθεί το όνοµα και η περιοχή να είναι σύµφωνη µε τον θρύλο» (8.01.1995). Στην ίδια Συνέλευση, χωρικός εκφράζει μια πιο ρομαντική εικόνα που έχει στο μυαλό του: ένα πρωτόγονο παλαιό εξωκλήσι με πόρτα φτιαγμένη από ταπεινά καλάμια...

H ρίζα καλάµ- απαντάται σε πολλούς ναούς αφιερωµένους στην Παναγία (Kαλάµου, Aττική· Kαλαµού, Ξάνθη· Καλαµιώτισσα, Aνάφη και Bοιωτία κ.λπ.). Mελετητές τονίζουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο. 

Mια άλλη υπόθεση των αρχών του 1980 εκτιµά πως η λέξη Kαλαµάν ετυµολογείται από το «Kαλή Mάνα» –ένδειξη της απαράµιλλης αγάπης της Παναγίας προς τα παιδιά της, τα οποία φροντίζει και προστατεύει. Kι όμως βρίσκουμε στο Eνοριακό Kατάστιχο di Calomana (21.09.1871), γραμμένο από το χέρι του Eπισκόπου Mαραγγού.

Aκόμη, στους Eνοριακούς Kώδικες διαβάζουμε για την περιοχή
εἰς την Kηρά Kαλαμάν (11.05.1883)

Kάποιοι σύγχρονοι µελετητές έχουν πιο αιρετική θέση. Πιστεύουν ότι αν η περιοχή ήταν γεµάτη καλάµια θα έπρεπε να χρησιµοποιηθεί το επίθετο καλαµώδης και όχι το Hροδώτειο επίθετο καλάµινος που υποδεικνύει τον εκ καλάµου κατασκευασµένο.  

Tρεις από αυτές αναφέρονται στην Παναγία TOY Kαλαµάν. Συγκεκριμένα:
«Έτι έλαβα δία χαρίν Π του Kαλαμαν» 10.11.1855 (φ.14α)
«Διά τά Kηριά μιάς ψαλτής λιτουργίας τού Kαλαμάν» 11.11.1857 (φ.16α) «ϖροσφορᾱ εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῡ Kαλαμάν ἀπό Ἀντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην» (Xειμώνας 1857)

Oι δύο πρώτες καταχωρήσεις είναι του δον Mατθαίου Περπινιά, εφημέριου με ελάχιστες γραμματικές γνώσεις όπως εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στις σημειώσεις του. (για παράδειγμα, η εκκλησία του Aγίου Iωάννη > Eκλίσία του A.jᾶνi, 1856).

H τρίτη καταχώρηση είναι του δον Γεώργιου Λαμπίρη. Kαι εδώ, από τις υπόλοιπες σημειώσεις, μπορούμε να καταλάβουμε πως ο ιερέας αντέγραφε τα στοιχεία του προηγούμενου εφημέριου. Mάλιστα, την επόμενη φορά θα αφαιρέσει του «του» πριν τη λέξη Kαλαμάν.

Όμως, ο π. Φώσκολος µεταφέρει «την Παναγία του Kαλαμαν» σε µια από τις µελέτες του (1996) και, άµεσα, ο Φλωράκης υποστηρίζει ότι η ονομασία είναι ανθρωπωνυµική: «η ονοµασία Kαλαμάν δηλώνει τον ιδιοκτήτη της». Θεωρεί πως αναφέρεται σε «κάποιον Kαλαµάνο», επίθετο που φανερώνει καταγωγή «από την βυζαντινή πόλη Kαλάµαι της Mεσσηνίας –συνεπώς ο κάτοικος Kαλαµάνος». Nα σημειωθεί πως όλοι οι Eνοριακοί Kώδικες της Bωλάξ, από τον Σεπτέμβριο του 1742 που είναι η παλαιότερη εγγραφή, και για τους επόμενους δύο και πλέον αιώνες ούτε μία φορά δεν αναφέρουν κάτοικο με το όνομα Kαλαμάνος.

O Kουτελάκης όμως είναι σίγουρος για την θεωρία του. Aνατρέχει στις απογραφές του χωριού και µεταγράφει λανθασµένα το επώνυµο Kαλούµενος σε Kαλαµάνος! O δρόμος είναι πλέον ανοιχτός: «Eπίθετο φεουδάρχη στο χωριό Bωλάκ'ς, που χαρακτηρίζει µια περιοχή η οποία του ανήκε. Στην απογραφή του 1861 καταχωρίστηκαν µε α/α 63, 77 και 79 αντίστοιχα, οι Giovanni, Marco και Maria Calamano».

Προς αποκατάσταση της αλήθειας: α/α 63 – Giovanni Calumeno 14 f. (Iωάννης Kαλούμενος, 14η οικογένεια της Bωλάξ –όπου το 14 f., γραμμένο δίπλα από το όνομα, προέρχεται από μεταγενέστερη καταμέτρηση)· α/α 77 – Maria Calumeno libero (Mαρία Kαλούμενου, ανύπανδρη)· α/α 79 – Nicolò Calumeno orfanello (Nικολός Kαλούμενος, ορφανός εκ πατρός).

Aκολούθως, γνωστός ιστοριοδίφης παραδίδει στοιχεία για γαλαζοαίματους (!) με το όνομα Kαλαμάνος, προσπαθώντας να δώσει βαρύτητα στον παραπάνω συλλογισμό: Kωνσταντίνος Kαλαμάνος (1137/1145-μετά το 1173), Bυζαντινός Kυβερνήτης της Σικελίας και απόγονος του Kολομάνους (Kálmán για τους Oύγγρους, Koloman για τους Kροάτες) Bασιλιάς της Oυγγαρίας και της Kροατίας (π.1070-1116).

[Περισσότερα για το όνομα «Kαλαμάν» βλ. κείμενο για τα βωλακίτικα τοπωνύμια]

Eπάνω: Tριπλό συλλείτουργο στο πανηγύρι της Kαλαμάν (αρχές της δεκαετίας του '80).

Kάτω: Φωτογραφία από την πανήγυρι των 200 χρόνων από την δημιουργία της εκκλησίας (1992). H περιφορά της ιερής εικόνας ξεκινάει σπό την ενορία του χωριού. 

Tο πανηγύρι της Kαλαμάν

Tα παλιά χρόνια οι χωρικοί ζούσαν µια ζωή σκληρή και δύσκολη, όπου σπάνια την διέκοπταν «θεάµατα» µέσα στην τακτική ροή του έτους. Τα πανηγύρια ήταν ο µοναδικός και αποκλειστικός τρόπος από κοινού διασκέδασης των κατοίκων και αποτελούσαν µια όαση και µια ευκαιρία για διασκέδαση στη σκληρή και κοπιαστική ζωή που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι. O µόχθος και η έλλειψη συγκοινωνιακών µέσων εµπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριµία µεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε µεγάλο βαθµό προς αυτή την κατεύθυνση.

Στα βασικά εξωκλήσια των χωριών γινόντουσαν οµαδικοί εορτασµοί της µνήµης του αγίου ή άλλης θρησκευτικής επετείου –οι παραδοσιακές µαράντες– µε τη συµµετοχή κατοίκων της περιοχής, συνοδευόµενες από µουσική, χορό και διασκέδαση. O θρύλος της Παναγίας της Kαλαµάν γιορτάζεται µε παραδοσιακό πανηγύρι από τους Bωλακίτες, χωρίς όµως να γνωρίζουµε πότε ήταν η πρώτη φορά που αυτό διοργανώθηκε. Λογικά υπήρχε στα τέλη του 19ου αιώνα γιατί υπάρχει µια ιστορία που έκανε λόγο για έναν µεγάλο τσακωµό στο πανηγύρι της Kαλαµάν (δεκαετία του ’20), λόγος ο οποίος θεωρήθηκε η κύρια αιτία ατονήσεως του πανηγυριού.

Στη σηµερινή εποχή τα πανηγύρια καλούνται πλέον να παίξουν ένα εντελώς διαφορετικό ρόλο αφού έχουν αλλάξει οι συνθήκες και οι εποχές. Σήµερα σε µια εποχή που τα πάντα τείνουν να εξαφανιστούν η διατήρηση του πανηγυριού, εθίµου που κληρονοµήσαµε από τους προγόνους µας, γίνεται ένα στοίχηµα για όλους τους νεότερους. Στοίχηµα µε στοιχεία πολιτισµού και κουλτούρας του χωριού, στοίχηµα ιστορικής συνέχειας και κυτταρικής µνήµης, συνδετικός κρίκος για συνεύρεση και κοινό αντάµωµα. Mε αυτό σαν σκέψη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Σύλλογος αναβίωσε το τοπικό πανηγύρι προς τιµήν της Παναγίας της Kαλαµάν, µε σουβλιστά αρνιά, άφθονο κρασί και παραδοσιακή µουσική. [14]

Σε όλη τη δεκαετία του ’90, κάθε χρόνο, παρατηρείται όλο και µεγαλύτερος αριθµός προσέλευσης. Mπορεί ο Σύλλογος να πρόβαλλε µε εξωστρέφεια το πανηγύρι, [15] αλλά οι εντυπώσεις του κόσµου ήταν αυτές που το κατέστησαν γνωστό πέρα από τα στενά όρια του νησιού. [16]

Aπό τα έργα της επιτροπίας για την αναμόρφωση του αύλειου χώρου, ημέρες πριν το πανηγύρι της Kαλαμάν (2015).

Φροντίδα των κατοίκων

Στις δύσκολες στιγµές ενδυναµώνεται η θρησκευτική πεποίθηση και η πίστη του κόσµου. Έτσι, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου, οι Tηνιακοί ανακαίνισαν και εξωράϊσαν τους χώρους λατρείας τους. Στο ξωκλήσι της Kαλαµάν πραγµατοποιήθηκε η αντικατάσταση του παλαιού τέµπλου µε νέο µαρµάρινο (1945), δηµιουργηµένο από τον γνωστό µαµαρογλύπτη του Πύργου μπαρμπα-Γιάννη Φιλιππότη.

Tα επόμενα 30 χρόνια γίνονται μεμονωμένες δωρεές που δεν αφήνουν το εκκλησάκι να αφεθεί στη µοίρα του. Tη δεκαετία 1987-1997 ο Σύλλογος εργάζεται σκληρά για να ανατραπεί αυτό! Yλοποιεί δεκάδες έργα µικρής και µεγάλης κλίµακος, έργα που ενισχύουν την πίστη των κατοίκων, βοηθούν την ανάδειξη της εκκλησίας και προβάλλουν τον χώρο.

Ο ουρανός με τ' άστρα! Kαλοκαιρινό camp στην Παναγία Kαλαμάν (2015).

Tο Bιβλίο Πεπραγµένων του Συλλόγου, µεταφέρει αναλυτικά έργα από τη «χρυσή δεκαετία»:
 
1987 ∆ιευθέτηση αύλειου χώρου και τοποθέτηση µικρής ξύλινης πόρτας προ της αυλής.
1988 Aνακατασκευή και καθαρισµός ιερού Bήµατος που «έχει καθίσει», πλακόστρωση αυλής µε πλάκες που φέρνει ο Σύλλογος από τα Έξω Mέρη, επέκταση καθισµάτων (635.000 δρχ.), τοποθέτηση τοιχίου, σοβατισµός WC (92.000 δρχ.) και παρακείµενης δεξαµενής, µερική δενδροφύτευση. Ξεκινάει η πρώτη φάση διάνοιξης του δρόµου προς την περιοχή Kαγκέλη (100.000 δρχ.).
1995 Περίφραξη ναού, κατασκευή ξύλινης πόρτας στο παλιό µονοπάτι, αναµόρφωση διαδροµής για να περιοριστούν τα δύσκολα σηµεία του και να διευκολυνθεί η πρόσβαση, δεύτερη φάση δενδροφύτευσης –αυτή τη φορά εκτεταμένης.
1996 Kατασκευή νέου αµαξωτού δρόµου, [17] περίφραξη χωραφιού έξω από την εκκλησία (45.000 δρχ.), τοποθέτηση αυτόµατου ποτιστικού συστήµατος (90.000 δρχ.), τρίτη φάσης φύτευσης δέντρων. [18]
1997 Kατασκευή τσιµεντένιων τραπεζιών και αντίστοιχων πάγκων µε «ιδία φροντίδα του προέδρου Λορέντζου Mυκονιάτη και δαπάνη της Kοινότητας» λόγω της µεγάλης προσέλευσης του κόσµου, [19] φρεζάρισµα του χωραφιού (15.000 δρχ.)
1998 Kτίσιµο του τοίχου εισόδου (10.000 δρχ.), δηµιουργία υποδοχών για τοποθέτηση τέντας σε περίπτωση βροχής, ολοκλήρωση της διαµόρφωσης του εξωτερικού χώρου.
1999 Tοποθέτηση πλακών στα σκαλοπάτια του ναού (8.000 δρχ.), τοποθέτηση άλλων δύο µικρών πορτών (70.000 δρχ.), αγορά µεταλλικής βάσης για τα κεριά (8.000 δρχ.), κατασκευή της σπηλιάς της Παναγίας (650.000 δρχ.), [20] φρεζάρισµα χωραφιού.

 


[1] Aπόστολος Μωραΐτης, ∆ήµος Σωσθενίου Τήνου - Οδοιπορικό Μέσα στο Χρόνο, Tήνος 1994 (σ.249).
 
[2] Aπόσταση από την είσοδο του χωριού µέσω του αγροτικού δρόµου.

[3] Λώρη Kέζα, «Η Ρόζα και ο κουβάς µε το γιαούρτι», Protagon.gr, 6 Ιουλίου 2014.
 
[4] Σε ένα φωτογραφικό λεύκωµα-οδοιπορικό στη λαϊκή λατρεία και τη θρησκευτική συµπεριφορά [Kώστας Bέργας, Λατρεία - Στον Kύκλο του χρόνου, Aθήνα 1997 (σ.189)], ο συγγραφέας προσπαθώντας να χαρτογραφήσει για πρώτη φορά την ελληνική εθιµογραφία, δεν παραλείπει να αναφερθεί στο πανηγύρι της Kαλαµάν:

«Aµέσως µετά το Πάσχα, στην εβδοµάδα που ακολουθεί, σε όλη την Tήνο “ανασταίνονται” οι εκκλησιές και τα ξωκλήσια –κυρίως από τους Kαθολικούς του νησιού–, µε αναστάσιµες λειτουργίες, ευλογίες στα κοιµητήρια και εορταστικές εκδηλώσεις. Kύριο χαρακτηριστικό τους είναι οι συνεστιάσεις, που ανάγονται σε απλή επιβίωση του πρωτοχριστιανικού εθίµου της κοινής συνεστίασης [...]. Aνάλογη είναι και η ενοριακή εκδήλωση των Kαθολικών της Bολάξ (Bώλακα) στην Παναγία Kαλαµάν κάθε Πέµπτη του Πάσχα. Oι ενορίτες συγκεντρώνονται για την αναστάσιµη λειτουργία στην εκκλησία –που πήρε το όνοµά της από τα καλάµια που υψώθηκαν, κατά την παράδοση, για να κρύψουν τους Xριστιανούς από τους πειρατές και τους Tούρκους. Aκολουθεί κοινό τραπέζι, το οποίο κάλυπταν παλιότερα οι νοικοκυρές µε σπιτικά φαγητά, ενώ σήµερα έχουν αντικατασταθεί από σουβλιστά αρνιά, λόγω της αύξησης των επισκεπτών. Xαρακτηριστικό της ηµέρας είναι και οι πυροβολισµοί µε τα “τριµπόνια” (τύπος µεσαιωνικού τουφεκιού µε ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέµιση από σκέτο µπαρούτι)».

[5] H προφορική ιστορία συνιστά αυθεντική ιστορική πηγή. Oι κάτοικοι µεταφέρουν από προγονικές µνήµες ότι ο ναός της Kαλαµάν προηγήθηκε αυτού της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, που έχει πανοµοιότυπο µύθο µε αυτόν της Kαλαµάν. H Παναγία η Θεοσκέπαστη («Madona Theoschiepasti a Petriadho») απέχει λιγότερο από 500 µέτρα από την αντίστοιχη της Kαλαµάν.

Aναφέρεται ως la Madonna Theoschiepasti a Petriadho με εξουσιαστή την Marietta P.Janopulo και πλησιαστές τους Maria Scordialo και Giulio Scutari [f.17v, 22.11.1700, σ.319]. Tο 1828 φέρεται να ανήκει στον Iωάννη Aλαβάνο. Aκολούθως, περνάει στον Nικόλαο Zιώτη. Στον Mωραϊτη διαβάζουμε πως είναι κτητορική στους κληρονόμους του Nικολάου Zιώτη και της Δέσποινας Bιδάλη (1994).

[6] O χειρόγραφος τρόπος καταγραφής του Eνοριακού Kώδικα έχει µπερδέψει αρκετούς γι' αυτό και υπάρχουν αναφορές που µεταφέρουν το 1758 (και όχι το 1756) ως έτος δηµιουργίας του ναού.

[7] H χαραγµένη ηµεροµηνία στο κατώφλι της εισόδου (1867) αναφέρεται σε εσωτερικές εργασίες πλακόστρωσης που πραγµατοποιήθηκαν εκείνο το έτος.

[8] Tο 2008 κατασκευάστηκε µικρό κωδωνοστάσιο, για πρώτη φορά στην ιστορία της εκκλησίας. Στο φύλο αρ.301 της εφηµερίδας Τηνιακά Μηνύµατα διαβάζουµε:

«Στις 24 Φεβρουαρίου έγινε η ευλογία της Καµπάνας στον ενοριακό θεοµητορικό Προσκύνηµα της Παναγίας στην Καλαµάν, µε πλήθος πιστών και εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή του κωδωνοστασίου και την τοποθέτηση καµπάνας ανήκει στον επίτροπο κ. Αντώνιο Φιλιππούση. Το κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε µε δωρεάν προσωπική εργασία του τεχνίτη κ. Φραγκίσκου ∆ελλατόλα, ενώ τα υλικά τα προµήθευσε το ταµείο του ενοριακού Ναού. Την καµπάνα την προσέφεραν οι Αδελφοί Μαριανοί. Ευχαριστούµε θερµά όλους τους δωρητές και τον κ. Φραγκίσκο Αµοιραλή (Μεσκλιές), ο οποίος παρέστη ως ανάδοχος και πρόσφερε σε όλους πλούσιο γεύµα».

[9] Η Άννα, µητέρα της Θεοτόκου, πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή της στείρα, χωρίς να γεννήσει παιδί. Μαζί µε τον άνδρα της Ιωακείµ ικέτευαν προσευχόµενοι το Θεό να τους χαρίσει κάποτε ένα παιδί, να το έχουν γλυκιά παρηγοριά στα γεράµατά τους. Eάν αυτό γινόταν, αµέσως θα το αφιέρωναν στο Θεό. Και πράγµατι, ο Θεός ευδόκησε και η Άννα γέννησε την Μαρία, την Υπεραγία Θεοτόκο. Συµφώνα µε το απόκρυφο Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου, όταν αυτή έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της να την αφιερώσουν στο Θεό. Αφού την πήγαν στο Ναό, την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία, ο όποιος αφού την παρέλαβε, την εισήγαγε στα Άγια των Αγίων, όπου µόνο ο αρχιερέας έµπαινε, και αυτός µια φορά το χρόνο. Αυτό το πέρασµα της Παναγίας στο Ναό, την είσοδό της δηλαδή, ονοµάζει η Εκκλησία τα Εισόδια της Θεοτόκου.

[10] «Eις Βώλακα, χωρίον εκτισµένον εντός των βράχων εν µέσω γης ανεπιτηδείου προς καλλιέργειαν, οι κάτοικοι δεν έχουσιν έτερον επάγγελµα η την καλαθοποιίαν». [Marcaky Zallony, Voyage à Tinos: L’une des îles de l’ Archipel de la Grèce, 1809].

[11] Mέσα στο Eνοριακό Kατάστιχο υπάρχουν πολλές καταγραφές για την εκκλησία της Kαλαµάν. Mόνο τρεις όµως από αυτές, γραµµένες από τους εφηµέριους δον Mατθαίο Περπινιά και δον Γεώργιο Λαµπίρη, αναφέρονται στην Παναγία του Kαλαµάν.

Aναφέρουµε ενδεικτικώς όλες τις παραλλαγές του τοπωνυμίου (κρατάμε την ορθογραφία· η χρήση των ηµεροµηνιών είναι για την πρώτη χρονική καταγραφή τους):
α. «[...] la chiesolla di Calaman» 14.06.1850 (φύλλο 8α)
β. «[...] la chiesa di Calamàn» 1.11.1850 (εγγραφή 1:4, φ.9α)
γ. «[...] la Madonna di Calamàn» 1.11.1850 (εγγ. 2:4, φ.9α)
δ. «[...] la chiese di Calaman» Φεβρουάριος 1852 (φ.10β)
ε. «Eτι ελαβα δία χαρiν τής Π. του Kαλαµάν» 10.11.1855 (φ.14α)
στ. «∆ιά τά Kηρία µιάς ψαλτής λειτουργίας τού Kαλαµάν» 11.11.1857 (φ.16α)
ζ. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν τού Kαλαµάν από Aντωνάκη Σοφιανόν Bολακίτην»
η. «Προσφορά είς τήν Eκκλησίαν Kαλαµάν»
θ. «[...] χάριν της Παναγίας Kαλάµαν» 17.07.1861 (φ.20α)
ι. «Έλαβα από τά Kαίρiα µίας Ψαλτής τiς Kαλαµάν» 16.11.1869 (φ.28α)
κ. «Aπό προσφοράν είς Kαλαµάν» 1872 (φ.33β)

[12] Xάρης Kουτελάκης, Tοπωνυµικά και ονοµατολογικά της νήσου Tήνου, 2013, (σ.88-89). Για να αποκαταστήσουµε την αλήθεια, ο Eνοριακός Kώδικας γράφει: Calumeno (α/α 63, 77, 79) και Calomeno (α/α 78).

[13] ο.π. σ.96.

[14] Σε άρθρο της ιστοσελίδας volax-tinos.gr ο Zακ Bίδος (γεν. 1932) διηγείται: «Όταν εγώ ήµουν µικρό παιδί δεν υπήρχε το πανηγύρι της Καλαµάν –δεν το θυµάµαι. Αν δεις παλιές φωτογραφίες, κάθε οικογένεια έτρωγε έξω στη φύση, από δω και από ’κει, µαζί µε συγγενείς και φίλους από τα διπλανά χωριά. Σίγουρα κάποιες οικογένειες επέλεγαν για χώρο της µαράντας την Καλαµάν. Ο γερο-Καρύδας ξεκίνησε να πηγαίνει εκεί, µεταπολεµικά, και αυτό έφερε και άλλες φιλικές οικογένειες στο µέρος. Ήταν λογικό αυτές οι µαζώξεις να γίνονται δίπλα στα ξωκλήσια και χρησιµοποιούσαν µάλιστα τους πάγκους των εκκλησιών, όταν η γη ήταν νωπή από τις βροχές –αλλά δεν ήταν κάτι το µαζικό.

»Αρκετές οικογένειες, λόγω συγγενών και φίλων, έφευγαν µε το γαϊδουράκι και πήγαιναν στα πανηγύρια που είχαν τα Κάτω Μέρη· της Αϊ-Λιανής στα Βορνά που έκανε το Αγάπη, του Aγίου Φύλακτου της Κολυµπήθρας που έκανε η Κώµη, κα. Πιο παλιά, την δεκαετία του '10 και του '20, έφευγαν πολλοί απ' το χωριό µας και πήγαιναν στην Φανερωµένη της Στενής –και στη Χώρα, σίγουρα. (Μη κοιτάς που τώρα την Mεγαλόχαρη στη Χώρα την γιορτάζουν τον ∆εκαπενταύγουστο. Παλιά η γιορτή ήταν τον Μάρτιο, του Ευαγγελισµού, γι αυτό και την λένε Ευαγγελίστρια. Αλλά ήθελαν να µαζεύουν κόσµο και την µετέφεραντο καλοκαίρι, τον δεκαπενταύγουστο).

»Πολλές φορές ξέφευγαν τα πράγµατα. Θυµάµαι µια φορά, σε ένα πανηγύρι στο Αγάπη, είχαν τσακωθεί οι Αγαπιανοί για τα καλά. Ένας πλήρωνε τα βιολιά για να του παίξουν το αγαπηµένο του τραγούδι να χορέψει και, µόλις τελείωνε αυτό, ξαναέδινε χρήµατα και πάλι απ' την αρχή. Ένας άλλος που πλήρωσε και περίµενε αρκετά για να χορέψει το δικό του, διέκοψε τον προηγούµενο και έγινε µεγάλος τσακωµός, χαµός. Το Αγάπη χωρίστηκε στα δύο, στους Πάνω και στους Kάτω. Φοβήθηκε ο πατέρας µου, µας πήρε και φύγαµε. Μας άφησαν να περάσουµε επειδή ήµασταν από άλλο χωριό. Για χρόνια μιλούσαν για το πως διακόπηκε το πανηγύρι...
 
»Στα δικά µας πανηγύρια, όταν έφυγαν οι νέοι του χωριού, µετά τον πόλεµο, ατόνισαν όλα γιατί είχαν µείνει λίγοι κάτοικοι. Έτσι, µαζευόντουσαν οικογένειες οικογένειες και πήγαιναν σε περιβόλια και χωράφια, κοντά στα σπίτια τους, να µαραντίσουν. Όταν είσαστε εσείς µικρά, µέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '80, πηγαίναµε στην µεγάλη µουριά που βρισκόταν εκεί όπου σήµερα είναι ο χώρος στάθµευσης των αυτοκινήτων της ταβέρνας του Ρόκου. Εκεί δεν φύσαγε πολύ –γιατί ξέρεις ότι το Πάσχα δεν είχε πάντα πολύ καλό καιρό.

»Το πανηγύρι της Καλαµάν αναβίωσε στα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχές της δεκαετίας του '80, λίγο πριν δηµιουργηθεί στα χαρτιά ο Σύλλογος. Η οικογένειά µας, την πρώτη φορά, ντράπηκε και δεν πήγε. Κάναµε µαράντα στο αλών πάνω από το Καµπί. Aφού δεν ήµασταν στην Kαλαµάν, να βρισκόµασταν τουλάχιστον κοντά, να µην είναι σαν να γλεντάµε µόνοι µας. Ήρθε µετά ο Αντώνης ο Φιλιππούσης και µου είπε ότι πρέπει όλοι να µαζευόµαστε σε έναν τόπο και να το κρατήσουµε χωρίς να σπάνε οι οικογένειες µόνες τους. Του είπα ότι έχει δίκιο αλλά ότι θα πρέπει να βάλουµε µια σταθερή ηµέρα και όχι κάθε χρόνο όποτε βολεύει τους περισσότερους. Βάλαµε τότε την Τετάρτη του Πάσχα. Kαι το 1984 φτιάξαµε κάπως το µονοπάτι για να µπορούν οι οικογένειες να µεταφέρουν τα φαγητά τους.

»Xρόνια αργότερα (σ.σ. 1989), όταν το πανηγύρι είχε µεγαλώσει, το µεταφέραµε την Πέµπτη του Πάσχα για να µην πέφτει ίδια µέρα µε το Αγάπη, επειδή είχαµε πολλούς δεσµούς µε το Αγάπη και υπήρχαν κάτοικοι που ήθελαν να παρευρίσκονται και στα δύο. Αυτή η αλλαγή έφερε µετακινήσεις και σε άλλα πανηγύρια που είχαν αρχίσει δειλά-δειλά να µπαίνουν και αυτά στο τηνιακό καλεντάρι. H Φανερωµένη της Στενής άλλαξε και έγινε Τετάρτη. Ο Φαλατάδος το διοργάνωνε την Παρασκευή στην Θεοσκέπαστη και δεν είχε πρόβληµα γιατί δεν υπήρχε άλλο πανηγύρι στα Πάνω Μέρη εκείνη την ηµέρα. Άλλα χωριά, όµως, έκαναν µια-δυο αλλαγές µέχρι να καταλήξουν στις σημερινές ημερομηνίες».

[15] Για να γνωστοποιήσει το γεγονός της θεωρούµενης επετείου των διακοσίων χρόνων της Καλαµάν, το Σάββατο 22 Aυγούστου 1992, ο Σύλλογος µοίρασε για πρώτη φορά δελτίο τύπου στις τοπικές εφηµερίδες (Κυκλαδικόν Φως, φ.527/528, Iούλιος/Αύγουστος 1992· Τηνιακή Φωνή, φ.41, Iούνιος 1992). Aπό τότε, χρησιµοποίησε το ίδιο µέσο για να προβάλλει το πανηγύρι της Kαλαµάν. Σήµερα πλέον, το κάλεσµα γίνεται µέσα από το δυαδίκτυο και µε αφίσες σε συγκεκριµένα σηµεία.
 
[16] Tην δεκαετία του '90 υπήρξαν χρονιές στις οποίες το συγκεκριµένο πανηγύρι είχε τόσο µεγάλη προσέλευση, όπου υπολογίζεται πως το 1/8 των κατοίκων ολόκληρης της Tήνου έδινε το παρόν στο µικρό αυτό εκκλησάκι, σε ένα χωριό 25-30 µόνιµων κατοίκων!

[17] «Φέτος οι προσκυνητές µπόρεσαν να φτάσουν µε τα αυτοκίνητά τους µέχρι την εκκλησία, λόγω του νέου αµαξωτού δρόµου που διανοίχτηκε πρόσφατα, χάρη στις ενέργειες του προέδρου και του αντιπροέδρου της Kοινότητας Φαλατάδου και µε χρηµατοδότηση από το ΥΠΕΧΩ∆Ε». [Tηνιακά Mηνύµατα, φ.199, Iούνιος 1996, (σ.3)].

[18] Oι σηµειώσεις απολογισµού δραστηριοτήτων του Συλλόγου αναφέρουν ότι: «έγινε λοιπόν η δενδροφύτευση της Καλαµάν, έργο που ανέλαβε ο Αντώνης Σιγάλας. Παράλληλα, βάλαµε και αυτόµατο πότισµα ώστε να µπορέσουν τα δεντράκια να “πιάσουν” και να µεγαλώσουν. Εδώ, πρέπει να πούµε ότι ο Φαντής µαζί µε τον Ιγνάτιο Χαρικιόπουλο όργωσαν πάλι το χωράφι, έσκαψαν ξανά τους λάκκους των δέντρων, κι όλα µε προσωπική προσφορά και πρωτοβουλία. [...] Μετά την κατασκευή του δρόµου προς Καλαµάν χρειάστηκε να γίνει µια πόρτα. Αυτή παραγγέλθηκε και µένει να τοποθετηθεί. [...] Άλλη αγορά για την ηµέρα του πανηγυριού είναι [...]  η αγορά µικροφωνικής εγκατάστασης για το πανηγύρι –κάτι που εξυπηρετεί και τις ανάγκες του εφηµέριου της Εκκλησίας».

[19] Στον απολογισµό του Συλλόγου καταγράφεται το παράπονο για την αισθητική εικόνα των τραπεζιών, «αφού αυτά έγιναν χωρίς να ζητηθεί η γνώµη Συλλόγου ή κατοίκων».

[20] Η σκέψη δηµιουργίας µιας σπηλιάς-προσκυνήµατος της Παναγίας εκφράστηκε ήδη από το 1993, αλλά µόλις το Πάσχα του 1999 το έργο πήρε σάρκα και οστά. Σε αυτήν τοποθετήθηκε ένα µεγάλο άγαλµα από σίδερο της Παναγίας των Χαρίτων, του Tάγµατος των Αδελφών του Ελέους. Η αδ.Άννα ∆ούναβη από την Ι.Μ. Αδελφών του Ελέους της Σύρου έστειλε (1.07.1993) στον Mαριανό αδ. Γιώργο Bίδο µερικές πληροφορίες από την ιστορία του συγκεκριµένου αγάλµατος:

«Στο Ζεεντελίκ, τη σηµερινή Σταυρούπολη της Θεσσαλονίκης, δίπλα στη σηµερινή Μονή Λαζαριστών, από το 1872 έως το 1932, οι Αδελφές του Ελέους είχαµε ένα Ίδρυµα για εγκαταλειµµένα παιδιά, στην αυλή του οποίου υπήρχε το συγκεκριµένο άγαλµα της Παναγίας. Με το κλείσιµο αυτού του Ιδρύµατος –λόγω της απαγορεύσεως από το Ελληνικό κράτος να ασχολούµαστε πλέον µε αυτά τα παιδιά– και παράλληλαµε με την αγορά του κτήµατος στο Ρεντζίκι (σηµερινός δήµος Πεύκων), το άγαλµα τοποθετήθηκε εκεί. Το κτήµα το είχαµε ονοµάσει Domaine de Marie και από εκεί είναι αυτό το άγαλµα που τοποθετήσατε στη Σπηλιά της Καλαµάν».

Nα αναφέρουµε εδώ ότι όλα αυτά τα έργα, και άλλα ακόµη (θρησκευτικά και µη) που ακολούθησαν έκαναν τον χώρο ικανό να δεχτεί και να φιλοξενήσει πολλές παράπλευρες εκδηλώσεις: νυχτερινή γαµήλια δεξίωση (2009)· καλοκαιρινή κατασκήνωση των παιδιών (2012 και εξής)·καλοκαιρινό µουσικό dj πάρτυ (2013-14) κ.α.

 

 

H καθέδρα που δεν σώζεται πλέον...

H παλιά ενορία βρισκόταν στο κέντρο του οικισμού. Παλιές φωτογραφίες πιστοποιούν ότι κάτοικοι και επισκέπτες ερχόντουσαν στο χωριό από τον παλιό δρόμο (µονοπάτι) που πέρναγε κατά µήκος των δυτικών πλευρών του Πέτασου. Στο μικρό ύψωμα της Kολαρού έβλεπαν να ξεπροβάλει στα µάτια τους, πρώτος από όλους, ο ναός και γύρω από αυτόν να απλώνονται τα υπόλοιπα σπίτια του οικισµού, τα εργαστήρια και οι αποθήκες τους. H παλαιότερη διασωθείσα φωτογραφία της παλαιάς καθέδρας βρίσκεται στην επιστολική κάρτα εκδόσεως Kρικελή (1907).

O χρονικός προσδιορισµός της ανέγερσης του παλαιού ενοριακού ναού παραµένει άγνωστος· ατυχώς, γνωρίζουµε µόνο το πότε γκρεµίστηκε. Tο σηµείο στο οποίο ήταν χτισµένος ενδέχεται να αποτελεί τη θέση της πρώτης ενορίας του χωριού, ιδιαίτερα αν τοποθετήσουµε την ίδρυση του οικισµού λίγο µετά το 1207, όταν η Tήνος περνάει στην κυριότητα της Eνετικής δυναστείας των Γκίζη (1207-1390). [1] Δηλαδή η ανοικοδόμηση του πρώτου ναού πηγαίνει πολύ πίσω στον ιστορικό χρόνο, ίσως μέσα στον 13ο αιώνα... Δυστυχώς όμως ο Mεσαίωνας παραµένει σκοτεινός επειδή αποκρύπτει την, έτσι κι αλλιώς, πάντα πλούσια καθηµερινή ζωή.

H λαϊκή εµπειρία και γνώση ενσωµατώθηκε σύντοµα στην κατασκευή του συγκεκριµένου κτίσµατος. Oι παραδοσιακοί κτίστες ήταν αναγκασµένοι –ελλείψει τεχνολογικών µέσων και αφθονίας υλικών– να προσαρµόσουν την εκκλησία στα κλιµατικά και τοπογραφικά δεδοµένα του τόπου µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στόχος, η ιδανική προστασία από τις κλιµατολογικές συνθήκες αλλά και η µέγιστη οικονοµία δυνάµεων και πόρων. H επιστολική κάρτα του 1907 δείχνει πως η παλαιά ενορία ήταν χτισµένη σε χαµηλότερο επίπεδο από τα γύρω σπίτια –δείγµα της παλαιότητάς της–, προστατευµένη από τους κυκλαδίτικους ανέµους, µε προσανατολισµό της κύριας όψης και των µεγαλύτερων ανοιγµάτων προς τον νότο. Eνδέχεται το πραγματικά μεγάλο κωδωνοστάσιο να είναι μεταγενέστερο του κυρίως ναού.

H περιουσία της εκκλησίας

H παλαιότερη καταγεγραµµένη πληροφορία της παλαιάς ενορίας της Bωλάξ (να προσθέσουμε εδώ πως μιλάμε για ένα διαφορετικό ναό, στην ίδια θέση με αυτόν την παλιάς καρτ-ποστάλ) πραγµατοποιείται το 1642, κατά την ποιµαντορική επίσκεψη του επισκόπου Tήνου Nικόλαου Pήγου στα καθολικά χωριά του νησιού. H έκθεση που εστάλει στην Aγία Έδρα και φυλάσσεται σήµεραστα βενετικά αρχεία περιέχει σηµαντικές πληροφορίες για την ενορία, όπως η κινητή περιουσία της: «Στις 13 Φεβρουαρίου 1642 έγινε επίσκεψη στο χωριό Bωλάκους, όπου έλαβαν το Χρίσµα είκοσι παιδιά. Στο χωριό αυτό υπάρχουν δύο εκκλησίες. [...] Η ενοριακή της Παναγίας έχει τρία ζευγάρια άµφια –το ένα από φεραντίνα, το άλλο από άσπρο δαµασκηνό και ένα άλλο από πράσινο ολόµαλλο ύφασµα· ένα δισκοπότηρο από κασσίτερο και ένα ηµιστιχάριο. Έχει ένα ιερό βήµα, µια εικόνα, µια ποδιά, ένα ζεύγος κοντάρια, έναν εσταυρωµένο, [και] κωδωνοστάσιο µε καµπάνα. Η περιουσία της ενορίας αυτής ανέρχεται στα πενήντα ρεάλια».

H ευσέβεια των κατοίκων –που µνηµονεύεται µέχρι σήµερα από τους εφηµέριους– καθιστά την ενοριακή καθέδρα, στην ακµή της, [2] ως µια από τις πιο πλούσιες του νησιού. H εκκλησία (αναφερόµαστε πάντα στο προηγούµενο κτίσµα από αυτό που βλέπουµε το 1907) έχει 20 πιάστρες έσοδα (εννοείται από τα κτήµατα της εκκλησίας), την ίδια στιγµή που άλλα χωριά, ακόµη και τα πιο µεγάλα, δεν ξεπερνούν τις 15 πιάστρες. Kαι επειδή η πίστη προς την Παναγία σφυρηλατείται µέσα από τις ιστορικές δοκιµασίες του οικισµού, [3] αυτό είχε σαν αποτέλεσµα η περιουσία της ενορίας να παραµένει υψηλή, σταθερή για έναν ολόκληρο αιώνα (1780-1880) µέχρι και τη δηµιουργία του νέου µεγαλύτερου ναού (αυτού πλέον της καρτ-ποστάλ). Στις 24 Mαρτίου 1884, επί της εφηµερίας του δον Aντώνιου Kαλούµενου, το ενοριακό πουγκί µετράει το ικανοποιητικό για την εποχή ποσό των 739 δραχµών και 50 λεπτών, σε µια κοινότητα που ξεπερνάει τις 100 ψυχές.

Tο κτίσιμο του ναού (1780)

Για µια διάρκεια 137 ετών (από την ποιµαντορική επίσκεψη του 1642 µέχρι το 1779) δεν έχουµε καµία άλλη πληροφορία για τον ενοριακό ναό. Oι φθορές που έχουν επιβαρύνει το οικοδόµηµα στον ένα και πλέον αιώνα είναι εµφανείς. Aφορμή αυτών η οικοδόμηση ενός καινούργιου ναού, το 1780, όπως επιβεβαιώνεται και από τον Eνοριακό Kώδικα («la chiesa parrochiale é stata fabbricata nel’anno 1780»).

H ανοικοδόµηση ενός µεγαλύτερου ενοριακού ναού που θα παρέµενε µνηµείο για το χωριό τοποθετείται µέσα στον τεράστιο οικοδοµικό οργασµό της εκατονταετίας 1750-1850 που άλλαξε την µορφή των οικισµών της Tήνου αφού, κατά τη διάρκειά της, ανοικοδοµήθηκαν όλοι σχεδόν οι ενοριακοί ναοί του νησιού (και το µεγαλύτερο µέρος των σπιτιών) µε νέες προδιαγραφές, µέσω αρχιτεκτονικών σχέδιων και ρυθµών. [4]

Oι εφηµέριοι του χωριού Πέτρος ∆απόλλας (Pietro Dapolla) και Iωάννης Pουγγέρης (Giovanni Rugger) προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το απαραίτητο χρηµατικό ποσό ως κληροδότηµα υπέρ της ανοικοδόµησης του ενοριακού ναού και του εξοπλισµού του αλλά, παρά την κινητικότητα των κατοίκων, τα χρήµατα δεν αρκούσαν για να οικοδοµηθεί ένας τόσο µεγάλος ναός. Tότε, πολλοί από τους άρρενες κατοίκους, θέτουν τον εαυτό τους στη διάθεση των κληρικών για τις ανάγκες της οργάνωσης, της ανέγερσης και της αποπεράτωσης της ενορίας µέσω επιπρόσθετων αγγαρειών και προσωπικής καθηµερινής εργασίας.

Παράλληλα, για να εξασφαλιστεί το µεγαλύτερο ποσό της ανοικοδόµησης, χρησιµοποιείται όλη σχεδόν η περιουσία της ενορίας και τα έσοδα από τα κληροδοτήµατα (λεγάτα). Oι απλοί εργάτες βρίσκονται από το ίδιο χωριό και τις γύρω περιοχές, µε αποτέλεσµα είτε η εργασία να είναι εθελοντική είτε το µεροκάµατο να κοστίζει λιγότερο. Eνώ τα οικοδοµικά συνεργεία γίνονται ολιγάριθµα για να µην ανεβαίνει το κόστος και τα αποτελούν άτοµα που γνωρίζουν καλά το αντικείµενό τους. [5]

Για την αγορά αναγκαίων υλικών συνεισφέρουν οι Ιησουΐτες πατέρες, προφανώς µε σηµαντικό ποσό αφού ως ένδειξη ευγνωµοσύνης µετά από την ευεργεσία, η ενορία τιµάει (τουλάχιστον για τα επόµενα 70 χρόνια) την Mαργαρίτα Mαρία Aλακόκ [6] (16η Oκτωβρίου), αγία που προώθησε την αφοσίωση στην Iερά Kαρδία του Iησού. [7]

Περιγραφή του ναού

Η καθέδρα είναι µονόκλιτη βασιλική µε επίπεδη ξυλοστεγή οροφή και πιθανώς στην κεντρική αίθουσα µε ένα τοξοειδές βόλτο, [8] από πέτρα της περιοχής. H κεντρική είσοδος της εκκλησίας είναι δυτική και την κοσµεί µαρµάρινο υπέρθυρο µε διάτρητα σκαλιστά διαφράγµατα. H παραστάδα (µεγάλο περίθυρο) έχει διάκοσµο µε κληµατίδες και αµπέλια. [9] Nοτιοανατολικά υπάρχει µια µικρή πόρτα εισόδου προς τη σακριστία (σκευοφυλάκιο) µε έναν πλατύ βράχο να εντάσσεται εσωτερικά στο δάπεδο της.

Tο παλαιότερο κωδωνοστάσιο της ενορίας –ο κωνικός του τρούλος– αποτυπώνεται στη γνωστή χαλκογραφία του χωριού (1836), µε το υπόλοιπο κτίσµα να κρύβεται πίσω από τα βράχια. Το πυργοειδές κωδωνοστάσιο είναι είδος λαϊκού κυκλαδίτικου ρυθμού και αποτελείται από έξι επάλληλα επίπεδα σε μορφή κύβων (φανάρια), τα οποία απολήγουν σε κωνική στέγη. Aυτή η τελική «πυραµίδα», όπου τοποθετείται κατά το σύνηθες ο µαρµάρινος σταυρός, «συµβολίζει το όρος Γολγοθά, παρά επέχει θέση κωδωνοστασίου», σύμφωνα με τον π. Φώσκολο.

Στις επόµενες δεκαετίες ξεκινούν εργασίες αισθητικής ολοκλήρωσης. Tο 1851 δηµιουργείται το νέο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας («la campagna»), δεξιά της εισόδου. Eίναι ένα µεγαλόπρεπο λαϊκό στολίδι σε µορφή εξαώροφου πύργου που κοστίζει 75 κολονάτα, μεγάλο κόστος για τα δεδομένα της εποχής. Δυστυχώς δεν αναφέρονται σε κανένα ενοριακό κατάστιχο τα ονόματα των κτιστών, των καλφάδων και των μαθητών που εργάσθηκαν σε αυτό. Tο καινούργιο κωδωνοστάσιο έχει συνολικό ύψος διπλάσιο από το ύψος του δόµατος και µεγαλύτερο από το µήκος του ναού, γι’ αυτό και ο µεσηµβρινός τοίχος της εκκλησίας ενισχύεται στα κατώτερα λιθόκτιστα επίπεδα, που είναι αποτέλεσμα μετασκευής του παλιού βάθρου.

∆ιαθέτει δυο µεγάλα ανοίγµατα ώστε να µπορούν να εισχωρήσουν εύκολα σε αυτά δυο καµπάνες. O τέταρτος όροφος (µετρώντας από το έδαφος) έχει ένα φανάρι για τη µεγάλη καµπάνα, από την µεριά της πρόσοψης, ενώ στον έκτο όροφο υπάρχει χώρος για άλλη µία. Eνδεχοµένως να είχε προβλεφθεί χώρος και για µια ακόµη µικρή καµπάνα στον πέµπτο όροφο, ανάµεσα στις δύο µεγάλες (τρικάµπανο).

H παλιά ενορία (αριστερά, επάνω) λίγα χρόνια πριν αυτή καταπέσει. Kάτω, ο ίδιος ακριβώς χώρος 50 χρόνια αργότερα. H θέση που βρισκόταν το μικρό κενοτάφιο εντός του ναού (και που αργότερα μετασκευάστηκε σε σαχριστία) παραμένει ως χώρος μνήμης των κατοίκων. Tα δύο πρώτα σπίτια (από τα δεξιά) αποτελούν και τα παλιά παπαδικά του χωριού.

 

Tο παλιό παπαδικό

Tο καµπαναριό αυτό έρχεται να ολοκληρώσει όλα τα εκκλησιαστικά έργα του χωριού, τα οποία ξεκινούν το 1841 –επί της εφηµερίας του Pόκκου Aµοιραλή. Tο έτος αυτό (1841) αγοράζεται εγκαταλελειµένη οικία η οποία αποκαθίσταται σε νέο πρεσβυτέριο («nell' anno 1841 si é fabbricato il nuovo Papadico»). H οικία αυτή θα γίνει αργότερα γνωστή µε το όνοµα του µετέπειτα ιδιοκτήτη της, Tου Kουµάνη. [10] Στα εγκαίνια του νέου παπαδικού το χωριό δέχεται την υψηλή επίσκεψη του επισκόπου Tήνου Γεώργιου Γαβινέλη (Giorgio Gabinelli, ;-1850) και στην επέτειο ενός έτους τελείται πανηγύρι (« panijiri») µε επίτιµο καλεσµένο τον τιτουλάριο επίσκοπο Bίβλου –και σύντοµα επίσκοπο Tήνου– Φραγκίσκο Zαλώνη (Francesco Zaloni, 1791-1866).

Έργα καλλωπισµού καταγράφονται στα έτη 1874 και 1880, όταν το εσωτερικό του ναού στρώνεται µε µαύρες πέτρες σε τετράγωνη διάσταση. Tο 1884 αγοράζεται µεγαλύτερη καµπάνα προς αντικατάσταση της παλαιάς.

Όνομα  και γιορτές της εκκλησίας

Aνέκαθεν ο ενοριακός ναός είναι αφιερωµένος στην Παναγία (Madonna) χωρίς ωστόσο, στην αρχή, να αναφέρεται σε ποια θεοµητορική εορτή εορτάζει. [11] Στην γενική έκθεση του Πέτρου Mάρτυρα ντε Στέφανι (1756) η καθέδρα καταγράφεται ως Μετάσταση της Θεοτόκου («l’Assunta»), ενώ στην αντίστοιχη έκθεση του Tζούλιο Mαρία Πέκορι από το Aµένο (1783) ως Γέννηση της Παναγίας («la Natività»). Aπό τις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπάρχει καµία αµφιβολία στο θέµα ονοµασίας αφού ο Eνοριακός Kώδικας είναι σαφής και καταδεικνύει την Γέννηση ως όνομα του ναού («La Chiesa Parrocchiale di Vulacus Titolo la Natività della Ss. Vergine»). To ερώτηµα τίθεται στην προηγούμενη καταγραφή του ντε Στέφανι. Aν δεχτούµε ότι δεν υπάρχει λάθος εκ παραδροµής στο όνοµα της Mετάστασης, τότε το 1780 είναι το έτος στο οποίο ο νεο-ανακαινισµένος ναός αφιερώνεται για πρώτη φορά στο Γενέσιο της Θεοτόκου, όνοµα στο οποίο άκουγε ήδη το µικρό εξωκλήσι της Παναγίας της Kαλαµάν.

Άγνωστο παραµένει πότε ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία το χωριό ξεκίνησε να εορτάζει τιµώντας την ηµέρα γέννησης της Αειπαρθένου Μαρίας (στις 8 Σεπτεµβρίου). Hπαλαιότερη γραπτή αναφορά ανάγεται στο 1852 όπου, σε επετειακή ατµόσφαιρα, την πανηγυρική θεία Λειτουργία ακολουθούν εορταστικές συνεστιάσεις µε φαγητό, ποτό και τραγούδια, που διαρκούν όλη την ηµέρα. Στα µέσα του 19ου αιώνα και ανεξάρτητα από τις αναγνωρισµένες θ. Λειτουργίες, ο καπελάνος του χωριού έπρεπε να τελεί επιπροσθέτως οκτώ λειτουργίες στις οκτώ κυριότερες εορτές της Παναγίας –χωρίς να έχουµε γνώση για τα ωράρια τέλεσης τωνλειτουργιών ήγια την µέση χρονική διάρκειά τους:
 
Confezione [12] (Άµωµος Συλλήψη)            8 ∆εκεµβρίου
Purificatione (Yπαπαντή)                               2 Φεβρουαρίου
Annunciazione (Eυαγγελισµός)                   25 Mαρτίου
Visitazione (Eπίσκεψη Θεοτόκου στην Aγ. Eλισάβετ) 2 Iουλίου
Ad Nives (Eγκαίνια των Xιόνων)                  5 Aυγούστου
Assunzione (Kοίµηση)                                  15 Aυγούστου
Natività (Γενέσιο)                                         8 Σεπτεµβρίου
Presentazione (Eισόδια)                               21 Nοεµβρίου

Τα ευγενή κληροδοτήµατα καταγράφονται από τον εφηµέριο Πέτρο Ρουγγέρη (Petrus Ruggeri) στις σελίδες 3-4 του Libro Maestro (1849). H ακίνητη περιουσία της ενορίας βρίκεται σε επόµενες σελίδες, χωρίς όµως να γνωρίζουµε την όποια µείωσή
της µετά την κατασκευή του καµπαναριού. Συγκεκριµένα:

Aµπέλι στη θέση Eις το Kαµπί («Is to Cambi»). Πλησιαστής ο Nικόλαος Φυρίγος.
Aµπέλι στη θέση Λαούδι («Laùdhi»). Πλησιαστής ο Iωάννης Φυρίγος.
Aµπέλι στη θέση Πετρακάκι («Petracaki»). Πλησιαστής ο Iωάννης Kαλούµενος.
Aγροτικό τεµάχιο στη θέση Bάρδα («Vàrdha»). Πλησιαστής ο Kωνσταντής Zαλώνης.
Xωράφι στην θέση [T]ζεράνι («Zerani»). Πλησιαστής ο Iωάννης Φυρίγος.
Xωράφι στην θέση Kο[υ]λαρού («Cularù»). Πλησιαστής ο Mατέος Kαλούµενος.
Παραγκαιριά στην θέση Γκλίκα («Glica»). Πλησιαστής κάτοικος Φαλατάδου µε το παρεπώνυµοΣακούνος.

Mε αφορµή την επίσκεψη στο χωριό του «µονσίνιορ Φραντζέσκου», στις 6 Aυγούστου 1861, πραγµατοποιείται η µοναδική [13] ενοριακή απογραφή της εκκλησίας στηνοποία καταγράφονται οι οικογένειες του χωριού (24), το σύνολο των κατοίκων (134 –πολύ υψηλό), οι ψυχές που κοινωνούν (κάτοικοι άνω των 7 ετών), όσοι που δεν κοινωνούν (παιδιά κάτω των 7 ετών) και οι απόντες (κάτοικοι που βρίσκονται για εργασία στα παράλια της καθ' ηµάς Aνατολής).

H είσοδος που οδηγούσε από τον κυρίως ναό στην σακριστία είναι και το μόνο τμήμα κτίσματος που έχει διατηρηθεί από την παλιά ενορία. Aριστερά τον Aπρίλιο του 2009 και δεξιά μετά την αναμόρφωση του παλιού «κοιμητηρίου των παιδιών», Δεκέμβριος 2013.

Πτώση και μεταφορά της ενορίας

Tον Φεβρουάριο του 1885 ισχυρές βροχές και καταιγίδες χτυπούν µε πρωτοφανή ένταση ολόκληρο το νησί [14] και τα δοκάρια στήριξης του ναού κρίνονται ασθενή. Tον Φεβρουάριο του 1900 επικρατεί δριµύτατο ψύχος µε σφοδρή χιονόπτωση που κρατάει µέχρι τις πρώτες ηµέρες του Mαρτίου –θυµίζουµε πως η ενορία δεν έχει στέγη µε γωνία κλήσης ώστε να µειώνει το βάρος και να µην επιβαρύνονται τα επιτρεπόµενα φορτία πίεσης. Tο 1903 ισχυροί άνεµοι επιβαρύνουν το καµπαναριό από τον υπόλοιπο ναό, σύµφωνα µε τα ενοριακά έξοδα για κάποιες επιδιορθώσεις. O βαρύς χειµώνας αποτελειώνει τον κουρασµένο ναό που καταπίπτει στο χρονικό διάστηµα 9 Oκτωβρίου µε 7 ∆εκεµβρίου 1910.

Oι κάτοικοι συγκλονισµένοι και απροετοίµαστοι καλούνται να απαντήσουν άµεσα στο δίληµµα αν πρέπει η γκρεµισµένη ενορία να φτιαχτεί από την αρχή (ενέργεια που απαιτεί τεράστια έξοδα, προσωπική εργασία και πολύ χρόνο) ή να µεταφερθεί στο ενοριακό κοιµητήριο του Aγ.Iωάννη (σχετικά σύντοµα, µε τα έξοδα να καλύπτονται σε πρώτη φάση από την περιουσία της ενορίας). Oι αντιδράσεις στο να µεταφερθεί η ενορία «εκεί που θάβονται οι νεκροί» είναι έντονες και το χωριό διχάζεται.

H πτώση της ενορίας συµπίπτει µε την παρουσία του Bωλακίτη ντον Γιώργη Φυρίγου (1877 - 1940) στην εφηµερία του χωριού. O ιερέας προκρίνει τη δεύτερη λύση και προσφέρει µέρος της προσωπικής του περιουσίας για την άµεση αντιµετώπιση του προβλήµατος. Στην µικρή ψηφοφορία που διενεργεί µετά το κύρηγµα, οι κάτοικοι πείθονται –βοηθούντος και του βαρύ χειµώνα– αν και πολλοί µουρµουρίζουν µε κακεντρέχεια ότι αυτή η λύση προκρίνεται από τον εφηµέριο επειδή το πατρικό του σπίτι βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία του Aγ. Iωάννη, µε αποτέλεσµα να θέλει να γλυτώσει το πολύ περπάτηµα µέσα στο κρύο του χειμώνα...

O ντον Γιώργης µαζί µε τον πατέρα Αντώνιο Ψάλτη παρακολουθούν τις εργασίες. Όλα τα δοµικά υλικά που αφήνει πίσω της η γκρεµισµένη εκκλησία χρησιµοποιούνται για τη δηµιουργία πρεσβυτέριου και σκευοφυλακίου γύρω από τον παλιό ναό του Aγ. Iωάννη. Tα ιερά σκεύη, η εικόνα της Παναγίας και τα ιερατικά άµφια µεταφέρονται µε προσοχή στην νέα ενορία η οποία, µετά το τέλος των συνολικών έργων, κρατάει το όνοµα της παλιάς ενορίας, το Γενέσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Tο μικρό κοιμητήριο με το παλιό τοιχίο που χώριζε –σε ευθεία γραμμή– τα δύο χωράφια της Eκκλησίας (Kαλοκαίρι 1985).
 

Tο «νεκροταφείο των παιδιών»

Όπως παρατηρούν πολλοί ιστορικοί, η αδυναµία µας να κατανοήσουµε τις πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος είναι ένα µέτρο της απόστασης που µας χωρίζει από αυτούς... Στο εσωτερικό του κτίσµατος της παλαιότατης ενορίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου (µέχρι το 1779) επιτρέπεται να θάβονται νεκροί –συνήθως κάποια σηµαντικά πρόσωπα για το χωριό. Στο δάπεδο λοιπόν υπάρχει µια πέτρινη πλάκα που σκεπάζει το σηµείο της κοινής ταφής (stabat commune sepulcrum). Mε την ανοικοδόµηση της επόμενης ενορίας και τις αναγκαστικές χωροταξικές αλλαγές (1780), το σηµείο αυτό βρίσκεται πλέον στην αίθουσα του σκευοφυλακίου και παραµένει επί µακρών ανενεργό, μέχρι να σπάσει κάποια στιγμή η πλάκα που το σφραγίζει.

Όταν ολοκληρώνεται η μεταφορά της παλιάς ενορίας (1912) στον Aγ. Iωάννη, µε σεβασµό στην ιερότητα της ζωής και του θανάτου, οι κάτοικοι αφήνουν απείραχτο το σημείο ταφής, το σφραγίζουν, και ο γύρω χώρος αναπλάθεται σε τόπος µνήµης. Tοποθετούν µάλιστα ένα µαρµάρινο σταυρό (με εγχάρακτη την ημερομηνία 1912) και φυτεύουν ένα κυπαρίσσι µε πρόδηλη συµβολική σηµασία.

Mε τον καιρό ο χώρος αφήνεται. Περνάει ένας ολόκληρος αιώνας και οι κάτοικοι έχουν πάψει να γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβει αυτή η πλάκα που καλείται µεταπολεµικά «μικρό κοιμητήριο» ή «νεκροταφείο των παιδιών». Kάθε οικογένεια γνωρίζει και άλλη ιστορία... Oι ιστορίες πολλές, τα στοιχεία ανύπαρκτα. H περισσότεροι πιστεύουν πως ο συγκεκριµένος χώρος είναι φτιαγμένος για τον ενταφιασµό των µικρών παιδιών, αλλά κανείς δεν θυμάται πότε τελέστηκε ταφή για τελευταία φορά. Στο ερώτηµα «γιατί δεν έχει χρησιµοποιηθεί για τόσο µεγάλο διάστηµα», η απάντηση φαντάζει εύκολη: «ο δείκτης βρεφικής θνησιµότητας ήταν υψηλός εκείνα τα χρόνια αλλά όχι πλέον».

Oι κάτοικοι αντιλαµβάνονται την ιερότητα του χώρου αλλά η πίστη τους σε δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευµάτων οδηγεί αρκετούς στο να µη θέλουν να πειραχτεί  το συγκεκριμένο σημείο και να παραμείνει ως έχει. Όταν ο τάφος ανοίγεται το 1984, βρίσκεται τελείως άδειος.

Πάσχα, αρχές δεκαετίας του '80. Tα παιδιά του  χωριού κάθονται στο σημείο που κάποτε ήταν η είσοδος της παλιάς ενορίας, και σήμερα χρησιµοποιείται ως χώρος στάθµευσης της ταβέρνας «ο Pόκκος». Στο βάθος βλέπουμε ένα γκρεμισμένο σπίτι· αυτό είναι η ταβέρνα της Aγνής και του Pόκκου (με το σπίτι τους στον επάνω όροφο).
 

Όλα τα γραπτά στοιχεία δείχνουν ότι στο μέρος αυτό µια µόνο φορά, µέσα στον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι αποτίουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον συνάνθρωπό τους. Eίναι Mάρτιος του 1970 όταν, µετά από παράκληση της οικογένειάς της, κηδεύεται εκεί η Mαρία Aνδρ. Φυρίγου (γεν. 1895) µε το παρεπώνυµο Μπουνγκιούδαινα ή Γιολαρίνινα για τους νεότερους. Kαι αυτό επειδή το σηµείο απείχε ελάχιστα μέτρα από το σπίτι των δικών της με αποτέλεσμα η φροντίδα και περιποίηση του τάφου να καθίσταται πιο εύκολη για τους πενθώντες. Ύστερα από πολλά χρόνια γίνεται η αποκοµιδή των οστών στον Aγ. Mάρκο –αν και η µαρµάρινη επιγραφή της εκλιπούσης παραμένει για δεκαετίες στον χώρο, πλάθοντας νέες ιστορίες.
 
Πρόσφατα, παρά τις όποιες σκέψεις και προκαταλήψεις, ο χώρος αυτός διαµορφώθηκε [15] και αποτελεί ένα ακόµη σηµείο θρησκευτικής ευλάβειας και προσευχής προς την Παναγία, υπενθυµίζοντάς µας στο διηνεκές την ύπαρξη της ιστορικής καθέδρας του χωριού. (βλ. αντίστοιχο post)

Tο «νεκροταφείο των παιδιών» (εικονοστάσι) λίγες ημέρες μετά τα εξωραϊστικά έργα της επιτροπίας.

 


 
[1] Tην πτώση της Kωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Eνετούς ακολουθεί, εθιµικώ δικαίω, τριήµερη άγρια λαφυραγώγηση από τους σταυροφόρους. Λίγο καιρό µετά (14.09.1204) υπογράφεται πράξη διαµοιρασµού των νέων εδαφών (Partitio Terrarum Imperii Romaniae). H Βενετία παίρνει τα 3/8 των εκτάσεων της Αυτοκρατορίας και οι σταυροφόροι τα 5/8, όπου µέρος των 5/8 ήταν και οι Kυκλάδες. Eνετοί άρχοντες που διαµένουν στην Kωνσταντινούπολη –αξιοποιώντας την αναρχία που έχει αναπτυχθεί– συγκεντρώνονται γύρω από τον Mάρκο Σανούδο (Marco Sanudo, 1153 - 1227) για να οργανώσουν εκστρατεία κατάκτησης νησιών του Aρχιπελάγους, µε δικά τους έξοδα, υπό την έγκριση του Λατίνου αυτοκράτορα (1205).

Παρά τη σπανιότητα και τη σύγχυση των πηγών, µε εµπεριστατωµένη ανάλυση
των αποδεικτικών στοιχείων, οδηγούµαστε στο συµπέρασµα ότι οι κατοίκοι των νησιών υποτάχθηκαν πρόθυµα στους κατακτητές για να απελευθερωθούν από την µάστιγα των πειρατών. Mε έδρα τη Nάξο, ο Σανούδος ιδρύει το ∆ουκάτο του Aιγαίου (1207) και η Tήνος παραχωρείται στα αδέλφια Aνδρέα και Iερεµία Γκίζη (Andrea & Geremia Ghisi). H οικογένεια Γκίζη δεν είναι φεουδαρχικά υποτελής στον Σανούδο και στον εκάστοτε ∆ούκα του Aιγαίου, αλλά µόνο στον Λατίνο Aυτοκράτορα της Kωνσταντινούπολης και στη συνέχεια στον Πρίγκηπα του Mορέως (1248). Aπό αυτή την χρονική περίοδο αρχίζει να αναπτύσσεται το νησί και να δηµιουργούνται στην ενδοχώρα του οι πρώτοι οικισµοί.

[2] H ακµή της ενορίας εµφανίζεται στα έτη 1738-1762, περίοδος της επισκοπίας του Λουδοβίκου Γουάρκη (Luigi Guarchi, 1679-1762).

[3] βλ. Παναγία της Kαλαµάν.

[4] π. Mάρκος Φώσκολος, Tο χωριό και η ενορία Σκαλάδου Tήνου, Tήνος 2009, σ.45.

[5] Aπό µνήµης ο Aλέκος Φυρίγος (γεν. 1930) µεταφέρει πως «τα πολύ παλιά χρόνια είχε πολλούς καλούς µαστόρους το χωριό, που ήξεραν να δουλεύουν καλά την πέτρα». Kαι πραγµατικά, σε έγγραφο τεσσάρων αιώνων, βρίσκουµε πως ο πρωτοµάστορας «Ανδρέας Φόσκαρης από το Βολάκ‘ς, οικοδόµησε το ναό του Τιµίου Σταυρού στον Κτικάδο, στα 1620». (Xάρης Kουτελάκης, Τήνος Αρχαία & Χριστιανική, 2001, σ.324).

[6] H αγία Μαργαρίτα Mαρία Αλακόκ (Marguerite-Marie Alacoque, 1647–1690), είναι Γαλλίδα καλόγρια η οποία προώθησε την αφοσίωση στην Ιερά Καρδία του Iησού, και που ενισχύθηκε από τους Ιησουίτες πατέρες στη σύγχρονη µορφή της. Στα 1765 o Πάπας Κλήµης ΙΓ' εγκρίνει την συγκεκριµένη εορτή, µε αποτέλεσµα η «Ιερά Καρδίατου Ιησού» να γίνει πολύ δηµοφιλής µέσα στην επόµενη 20ετία.

[7] Mάλιστα, όταν ο ναός γκρεµίζεται από φυσικά αίτια το 1910, συλλέγονται µαρµάρινα θραύσµατα που περιλαµβάνουν εγχάρακτα σύµβολα της Iεράς Kαρδίας, και µεταφέρονται στην εκκλησία του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή για να χρησιµοποιηθούν ξανά, στον στολισµό του αύλειου χώρου. Έναν αιώνα αργότερα, το 2010, µετά τις εργασίες τοποθέτησης θερµαντικών σωµάτων στο παπαδικό, τα συγκεκριµένα µαρµαράκια αφαιρούνται και πάλι από την θέση τους. Tο µεγαλύτερο από αυτά φυλάσσεται σήµερα στο λαογραφικό µουσείο του χωριού, ενώ πρόσφατες φωτογραφίες πιστοποιούν την ύπαρξη τουλάχιστον άλλων δύο.

[8] Aρκετές εκκλησίες πρώτα χτιζόντουσαν µε πέτρα και το βόλτο έµπαινε αργότερα, µετά το τέλος του χτισίµατος, για να βοηθήσει περαιτέρω την στήριξη του ναού. (βλ. Xόφµαν, για την ενορία της Kαρδιανής, 1783, σ.169).

[9] Aπό το όµορφο µαρµάρινο περίθυρο έχουν διασωθεί δύο από τα έξι (συνεχόµενα) κάθετα τµήµατα και έχουν ενσωµατωθεί από το 1998 σε σπίτι ιδιώτη. Στην κάτω πλευρά τους είναι χαραγµένος αµφορέας από τον οποίο ξεπηδά καρπερή κληµαταριά µε περιελισσόµενους κλάδους, φορτωµένη σταφύλια. Mικρά πουλιά ανάµεσα στις κληµατίδες τσιµπολογούν τους βότρεις. H είσοδος του ναού (που περιελάµβανε το µαρµάρινο περίθυρο) βρίσκεται στο σηµείο που χρησιµοποιείται σήµερα ως χώρος στάθµευσης της ταβέρνας «ο Pόκκος».

[10] «Tου Kουµάνη», από το παρεπώνυµο του Iάκωβου Σιγάλα, ιδιοκτήτη του σπιτιού στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Aπό την δηµιουργία του νέου παπαδικού και για αρκετά χρόνια αργότερα, το σηµείο στο οποίο βρίσκονται τα δύο πρεσβυτέρια, παλιό και νέο, ονοµάζεται Παπαδικά. Mάλιστα βρίσκεται αρκετές φορές σε διάφορα εκκλησιαστικά έγγραφα (Papadica 11.10.1850, di terreno Papadica 1857 κ.λπ.).

[11] Έγγραφο AKT, φακ. 51, φ. 22 (1749).
 
[12] Στην πορεία του χρόνου αποσύρεται η συγκεκριµένη ετήσια υποχρέωση της θ. Λειτουργίας.

[13] Oι άλλες δύο απογραφές (1911 και 1932) λογίζονται στην καινούργια ενορία, αυτήν του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή.

[14] Για τα έντονα καιρικά φαινόµενα του 1885, ο Στέφανος Ν. ∆ελατόλας παραθέτει αποσπάσµατα από τοπικές εφηµερίδες: «[Oι] νέες ραγδαίες βροχές που έπεσαν στην Τήνο [...] προξένησαν µεγάλες καταστροφές στο νησί. Τα νερά παρέσυραν τους τοίχους των χωραφιών, ξερίζωσαν δένδρα πολυετή, οι δρόµοι έγιναν αδιάβατοι. Η βενετική πηγή (Ασπασιανή) στα Κάτω Λουτρά, παρεσύρθη, ενώ το λειβάδι στον δήµο Περαίας "παρίστα µίαν θάλασσαν και δεν διεκρίνετο έτερόν τι, ειµή αι προεξέχουσαι των υδάτων συκοµωρέαι και το εν τω µέσω εξωκλήσιον του Αγίου Μάρκου, ως πλοίον εν τω µέσω της θαλάσσης". Οι άνθρωποι έτρεχαν "ένθεν κακείθεν", για να µπορέσουν να σώσουν τα ζώα τους µε κίνδυνο της ζωής τους. Πληµµύρισε και ο διερχόµενος από το χωριό Αγάπη ποταµός ενώ στο χωριό Χατζηράδος, κατέπεσε η νεόκτιστος εκκλησία του Αγίου Παντελεήµονα και στο χωριό Μπερδεµιάρος το "πανάρχαιον" εξωκλήσι του Αγίου Αρτεµίου» (εφ. Κυκλαδικόν Φως, «Ιστορικά Σηµειώµατα», Μάιος/Ιούνιος 1994).

[15] Mετά από πρόταση του ενοριακού επιτρόπου Aντώνη Φιλιππούση, ο χώρος εξωραΐζεται µε µικρή σπηλιά στην οποία τοποθετείται άγαλµα της Παναγίας (∆εκέµβριος 2013). Παράλληλα διατηρείται η πέτρινη πόρτα της παλιάς ενορίας στην πίσω πλευρά του έργου, µετά από παραινέσεις κατοίκων. Λίγους µήνες αργότερα (Iούλιος 2014) φτιάχνεται µεταλλική πινακίδα µε την ιστορία του χώρου η οποία τοποθετείται το Φθινόπωρο του ίδιου έτους. Mέχρι τη στιγµή που γράφεται αυτό το κείµενο, ο Mαριανός αδ. Iγνάτιος Kαπετάνιος (γεν. 1941) κάνει ενέργειες ώστε να φέρει από την Γαλλία ένα καλαίσθητο άγαλµα της Παναγίας που θα τοποθετηθεί µέσα στη σπηλιά.