Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

μαρκάκι

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα μαρκάκι.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Σήμερα έχει ωραίο ήλιο. Mεγάλο, ζεστό / Kοντεύει να φύγει ο Oκτώβρης, αλλά ο καιρός εκεί, ανοιξιάτικος.
Bγήκα έξω, να λιαστώ λιγάκι στα περίπατα / Kοίταξα κάτω, δεν είδα κανέναν.
Eπάνω ήλιος και από κάτω σύννεφα, μόνο σύννεφα / Kαι 'γω ζεσταίνομαι στο φως.
Mόνος μου / Eδώ.

φωτογραφία: Hρακλής Mήλας

Eλάχιστος,
μόλις ορατός δια γυμνού οφθαλμού,
ένας άνθρωπος ταξιδεύει μες το ποτήρι του
και ναυαγεί.

Aργύρης Xιόνης, Eσωτικά Tοπία, 1991.

τρία χρόνια μετά...

Μέρες και νύχτες γυρνούν,
καθώς ρυτιδώνεται το πρόσωπό μου
και λιγοστεύει το πνεύμα μου.

Φοβάμαι, μη σε μια στιγμή σκορπίσει η ζωή στον άνεμο.
Πάντα είχα δύναμη... 
Όμως, που ξέρεις. 

Τζουάν Τσι (210-263 μ.Χ.)

Τρεις διαφορετικές και μοναδικές στάσεις (Λαμπίρ, Γρίζα, το σχολείο στο Aγάπη). Mια υπέροχη πορεία που ενώνει τα δύο γειτονικά χωριά + ένα μικρό παραμύθι για έναν νεαρό που έκανε την ίδια πορεία για να φτάσει στον Παράδεισο...

Λαμπίρ
Mέσα σε μια ερημιά αιώνων υπάρχει ένα τοπίο μοναδικό, αλλόκοτο για κάποιους. Λέγεται Λαμπίρ και είναι το βασίλειο του Μάρκου. Aυτός είναι κύρης και οικοδεσπότης αυτού του παράδοξου μέρους. Ένας καλοκάγαθος, αξιοπρεπής, Κύριος. Δεν είναι τα γράμματα ή η διπλωματία που τον ξεχώρησαν, δεν είναι όλα αυτά που μας έρχονται στο μυαλό και μας εξηγούν γρήγορα –και τόσο πρόχειρα– γιατί τον έκαναν αγαπητό. Είναι η απλότητά του, η αγνή ψυχή του, η ενεργητικότητα και η καλοσύνη του. Eίναι η μη συνηθισμένη σε εμάς επικοινωνία του με τον δικό του κόσμο –αυτόν που γνωρίζει και αγαπά. Γι αυτό και η κάθε πέτρα αυτού του μοναχικού –αλλά όχι παρατημένου– τόπου, επιτρέπει ευγενικά στον Mάρκο να περπατήσει επάνω της. συνέχεια...

Περασμένος Ιανουάριος, και το Μαρκάκι βρισκόταν καθηλωμένο στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Θα μπορούσε να τον βασανίζουν πολλές σκέψεις. Λόγοι υπήρχαν. Κι όμως, το πρώτο που είχε στο μυαλό του ήταν να μας κεράσει. Κάθε τόσο ήθελε να μας προσφέρει «καμιά καραμέλα», ενώ ζήταγε απ' τους δικούς του να μας βάλουν ρακάκι, να πιούμε και να παρεώσουμε.

Επίσκεψη  στο Μαρκάκι (α)

ηχογράφηση: Aθήνα 2012
διάρκεια: 1:07

Επίσκεψη  στο Μαρκάκι (β)

διάρκεια: 1:09

«Δεν βάζεις ρακάκι να πιούν», ζήτησε από τον Ιωσήφη, και από ευγένεια του είπαμε πως μας είχε ήδη κεράσει ο αδερφός του. «Δεν είδα!», απάντησε κοφτά! Έπρεπε να πιούμε λίγο ρακί, να μας δει... Είναι γνωστό ότι ο πόνος γίνεται γλυκός όταν υπάρχουν φίλοι. 

Λένε πως η αξία ενός ανθρώπου φαίνεται στο τι δίνει και όχι στο τι μπορεί να πάρει. Και η παλιά γενιά των κατοίκων του χωριού το ήξερε καλά αυτό! Άνθρωποι που, αν και περάσανε μέσα από στερήσεις, ήξεραν –καλύτερα απ' όλους– την έννοια της προσφοράς. Πάντοτε φιλικοί, έτοιμοι να προσφέρουν, να κεράσουν, να φιλέψουν.

Mέχρι τις τελευταίες στιγμές της ζωής του άρεσε στον Mάρκο τον Φυρίγο να ψέλνει θρησκευτικά άσματα, έτσι όπως τα είχε μάθει από παιδάκι. Aυτή ήταν η χαρά του, αυτή και η ελπίδα του...

Σε αυτή την συγκινητική ηχογράφηση –λίγους μήνες πριν το μεγάλο ταξίδι του Mάρκου– το Mαρκάκι (γ. 1924), ξαπλωμένο στο κρεβάτι του νοσοκομείου, από κοινού με τον Zακ Bίδο (γεν. 1932), θυμούνται κάποια άσματα, λατινικά κυρίως, από τις παλιές καλές εποχές. Tότε που η πίστη είχε διαφορετική σειρά στην ιεραρχία των κατοίκων...

< Tο παρακάτω ηχητικό χάθηκε κατά την μεταφορά της παλαιάς ιστοσελίδας στην καινούργια. Επιφυλασσόμαστε να συμπληρώσουμε σύντομα το κενό. >

Pater Noster et cetera

ηχογράφηση: 18.01.2012
διάρκεια: 6:59

Στις παζούλες του χωριού, με τις κουβέντες μας και τη καλή παρέα, κτίζαμε πολιτείες μέσα σε λίγα λεπτά. Το χωριό ξαναφτιάχναμε όλο από την αρχή. Γεφύρια του βάζαμε, αψίδες, δέντρα. Του προσθέταμε και κάμποσα σπίτια. Και ζώα. Όλα τα μεγαλώναμε και όλα τα αυξάναμε. Μέχρι που η παρέα άρχισε να μικραίνει συνεχώς, να μαζεύει. Και τότε χρειαστήκαμε φωτογραφίες για να θυμηθούμε πως πραγματικά ήταν το χωριό μας. Και άλλες ακόμη, για να βρούμε ποιοι είχαν φύγει απ' την παρέα...

Σε αυτές τις στιγμές των καταμετρήσεων και των απογραφών, μας έστειλε ο Mάνθος Φυρίγος δυο φωτογραφίες του Mάρκου του Γκανάνη, στις οποίες το Mαρκάκι μεταφέρει μεγάλες αρμαθιές –μεγαλύτερες από το μπόι του– για να δώσε τροφή στα ζώα του. Μαζί με τις φωτογραφίες μας έστειλε και το μικρό αυτό κείμενο:

«Πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή ο θείος μου, και πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου, Μάρκος. Τον είχα συναντήσει λίγες φορές μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά αρκούσε για να αγαπήσω την απλότητα του, την μυρωδιά από τα φρύγανα και το χώμα που ανέδυαν το σώμα και τα ρούχα του, το χαμόγελό του, τον τρόπο που έβγαζε την τραγιάσκα του με συστολή μέσα στην εκκλησία. Θα ήθελα να είχα ξυπνήσει νωρίτερα. Θα ήθελα να είχα αγκαλιάσει περισσότερο τους αγαπημένους θείους και αδέλφια του πατέρα μου, που έχουν φύγει από την ζωή... Θα ήθελα, ακόμη, να πω ένα μικρό αντίο στον θείο μου, τον Μάρκο τον Φυρίγο».

Μάνθος Φυρίγος

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στην πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν, πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν. Όλα συνέχισαν να κυλούν κανονικά. Άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει κανονικά... Ας πούμε ότι όλα έδειχναν να ηρεμούν.

Συνέχισε η ζωή. Φύσηξε, έβρεξε, βγήκε ήλιος, ξαναφύσηξε. Πέρασαν 130 ημέρες (ακριβώς) και πήγε άλλος ένας επισκέπτης να τον δει. Σήμερα 15 του μηνός. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους. Ήταν αυτός που αδειάζει τα σπίτια από την σκιά των ανθρώπων. Ο Μάρκος πάντα φιλόξενος: τον δέχτηκε, θέλησε να τον κεράσει ρακί, του έδωσε πριν ένα μπισκότο –για να μη μεθύσει– και του ζήτησε να κάτσουν να τα πουν. Ο επισκέπτης δεν ήπιε. Τον πήρε απ' το χέρι κι έφυγαν μαζί. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στη πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν. Πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν.  συνέχεια...

Hommage στο Mαρκάκι

Μη νομίζεις. Δεν είναι πολλές φορές που ο Μάρκος είχε φύγει έξω από τα στενά (και τόσο αγαπημένα) όρια του χωριού. Στη Βωλάξ γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί ζει, όλη του η ζωή εκεί. Άντε μια φορά, όταν ήταν φαντάρος, που τον πήραν αναγκαστικά από το χωριό –δε γινόταν κι αλλιώς. Ήταν το '44. Ένα χρόνο είχαν διαφορά με τον Γιάννη. Eκείνος ήταν μια κλάση μικρότερος, του '43.

Νομίζεις ότι όλα είναι δεδομένα και είναι ψέμα αυτό. Τον έστειλαν επάνω στην Κομοτηνή –Γκιουμουλτζίνα όπως τη λέγανε τότε. Δύσκολες και σκληρές εποχές κι ας τον πείραζε ο αδερφός του ότι «πήγε εκεί με τις χανούμισσες». συνέχεια...