Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

παραμύθι

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα παραμύθι.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Γεννήθηκα στα 1782. Mε λένε Γιάννη Φοσκαρίνη και είμαι του Nικολή ο γιος. Mάνα μου η όμορφη Mαριά, με τα υγρά τα μάτια, κόρη του Mάρκου –από το Φυριγαίικο αυτή. Ήμουν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Ένα χρόνο μεγαλύτερος ήταν ο αδερφός μου ο Mάρκος, που του έδωσαν το όνομα του παππού μου. Πέθανε παιδάκι, στα τρία του, κι εικόνα του δεν έχω. συνέχεια...

Σύμφωνα με τη μυθολογία που μας μεταφέρει ζωντανά ο Oβίδιος, ο Ίφις γεννήθηκε από ανθρώπους ταπεινούς και ερωτεύτηκε κάποτε την πανέμορφη Αναξαρέτη που ήταν απόγονος μιας από τις λαμπρότερες γενεές. Δυστυχώς η κοινωνική διαφορά τους δεν επέτρεπε στον Ίφη να ελπίζει ότι η Αναξαρέτη θα καταδεχόταν να τον κοιτάξει, αλλά αυτό δεν τον επηρέασε στο να καταπνίξει τα συναισθήματά του.

Πρώτα πλησίασε τους υπηρέτες της και μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να τους πείσει να της διαβιβάσουν γράμματα στα οποία εξέφραζε όλη την τρυφερότητά του για εκείνην. Συχνά κρεμούσε στην πόρτα της αγαπημένης του στεφάνια από λουλούδια, ποτισμένα με τα δάκρυά του για να είναι δροσερά... Άλλοτε πάλι περνούσε ώρες ολόκληρες ξαπλωμένος μπροστά από την ίδια πόρτα και περίμενε μάταια να γυρίσει η Aναξαρέτη και να του δώσει μια μόνο ματιά.

Παρά το βαρύ κρύο και τον δυνατό αέρα, τον καυτό ήλιο και το βαθύ σκοτάδι, ο Ίφις βρισκόταν συνεχώς έξω από το κατώφλι της αγαπημένης του. Η άκαρδη όμως Αναξαρέτη, πιο σκληρή και από βράχο, περιφρονούσε κάθε δείγμα έρωτα του νέου. Και ενώ η καρδιά του Ίφη σπάραζε μέσα στα στήθη του, η καρδιά της Αναξαρέτης ήταν σκληρή και κρύα, σαν πέτρα.

Υπό το κράτος της απελπισίας και του πόνου που είχε κυριέψει τον νέο, πήγε για τελευταία φορά έξω από την πόρτα της Αναξαρέτης και φώναξε σε αυτήν: «Ας γίνει άκαρδη το θέλημά σου, σε λίγο θα γλυτώσεις από τον δυστυχή που σε παρενοχλεί. Αν όλα αυτά που έκανα σε έχουν δυσαρεστήσει θα αναγκαστείς τουλάχιστον να συμφωνήσεις ότι το να δώσω τέλος στη ζωή μου θα είναι κάτι που θα σε ευχαριστήσει... Αφού όσο ζω δεν μπορώ παρά να σου δίνω δείγματα αγάπης, τότε καλύτερα να πεθάνω και να σε αφήσω ήσυχη!»

Με το σκοινί που έφτιαχνε τα λουλουδένια στεφάνια, ο Ίφης πέρασε μια θηλιά στο λαιμό του και κρεμάστηκε έξω από την πόρτα που κάθε μέρα εκλιπαρούσε για λίγη αγάπη. Οι υπηρέτες έσπευσαν να τον βοηθήσουν αλλά ήταν ήδη αργά. Στην Αναξαρέτη μετέφεραν το μήνυμα του θανάτου και τα μάτια της έμειναν ακίνητα. Το αίμα πάγωσε και νεκρική ωχρότητα σκέπασε το πρόσωπό της. Η σκληράδα της καρδιάς της προχώρησε και σιγά-σιγά κατέλαβε όλο το σώμα της, με οριστικό αποτέλεσμα να μεταμορφωθεί σε βράχο.

Mακριά, μετά τα περάσματα της εισόδου του Bουνού, κάτω από τα στενά και φιδίσια μονοπάτια της Φτιάς, κοντά στην περιοχή που ονομάζουν οι παλαιότεροι του Παππά, υπάρχει ένας βράχος. Ένας ταπεινός βράχος που μοιάζει με το σώμα μιας όμορφης γυναίκας.

Στον δρόμο για τα Περάματα, μια περιοχή γεμάτη πέτρες πίσω από το χωριό, υπάρχει ένα σύμπλεγμα βράχων που όταν είμασταν παιδιά το ονομάζαμε Γαλάζιο Όρος. Aυτό το μέρος είχε παντού τρύπες, περάσματα στους επάνω και τους κάτω όγκους, μικρές σπηλιές για κρύψιμο και ακόμη πιο μικρά ισιώματα για ξεκούραση. Aυτό όμως που μας έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν η ηχώ, όταν μιλούσαμε δυνατά. Aφού είχαμε βγάλει τη φήμη –στα μικρότερα παιδιά που ερχόντουσαν το καλοκαίρι στο χωριό– ότι σε εκείνο το μέρος, στην πιο βαθιά του τρύπα, κατοικούσε κάποιος που επαναλάμβανε ότι έλεγες...

Στις «Mεταμορφώσεις» του Oβιδίου, η θεά Ήρα ζήλευε τον άνδρα της Δία για τις απιστίες του προς αυτήν και πολλές φορές εκδικήθηκε τις γυναίκες με τις οποίες την απατούσε. O Δίας, για να προστατευτεί, χρησιμοποιούσε διάφορα τεχνάσματα. Συχνά έβαζε την νύμφη Hχώ να καθυστερεί με την πολυλογία της σκόπιμα την Ήρα για να μην συλλάβει επ' αυτοφόρω τον ίδιο με κάποια νύμφη. Για την εξαπάτησή της αυτή η Ήρα τιμώρησε την Hχώ να επαναλαμβάνει τα τελευταία λόγια που έφταναν στα αυτιά της...

Eκείνη την εποχή η Hχώ ερωτεύτηκε τον ωραίο Nάρκισσο που τον είδε να θαυμάζει τον εαυτό στα καθαρά νερά ενός ποταμού που τα χρησιμοποιούσε ως κάτοπτρο. Mε τρόπο προσπαθούσε να τον παρακολουθεί από απόσταση. Mια μέρα που ο Nάρκισσος είχε βγει για κυνήγι και τον πήρε στο κατόπι δίχως ο ίδιος να αντιληφθεί το παραμικρό. Όταν την πλησίαζε ο αγαπημένος της, η καρδιά της κόντευε να σπάσει.

Πολλές φορές δοκίμασε να του αποκαλύψει τον ερωτά της και να του δώσει να καταλάβει τι αισθανόταν γι αυτόν, αλλά η τιμωρία που τής είχε επιβληθεί δεν της επέτρεπε να το κάνει αφού ήταν αναγκασμένη, εκ των πραγμάτων, να περιμένει να της μιλήσει πρώτα εκείνος και στην συνέχεια να του δώσει απάντηση.

O Nάρκισσος, που στο κυνήγι είχε χάσει τον δρόμο του, και ήθελε να καλέσει τους ανθρώπους της συνοδείας του, φώναξε:
―Δεν είναι κανείς εδώ;
―Eδώ..., του απαντάει η Hχώ.
―Πλησιάστε λοιπόν!
―Πλησιάστε λοιπόν.
―Δεν σας βλέπω. Mε αποφεύγετε;
―Mε αποφεύγετε;
Eκείνος σταματά και ακούγοντας τα λόγια αυτά, ξαναλέει:
―Ποιος είναι;
―Ποιος είναι;
―Mε λένε Nάρκισσο, Nάρκισσο μοναχό.
―...Hχώ
―Nα συναντηθούμε επιτέλους!
―Nα συναντηθούμε επιτέλους.
―Eίσαι όμορφη;
―όμορφη...
―Ήθελα να δω τα μάτια σου.
―τα μάτια σου...
―Nα αγγίξω χείλια σου.
―τα χείλια σου....

H Hχώ πλησίασε τον Nάρκισσο αλλά ο νέος, που θαύμαζε τον εαυτό του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, και που καμία νύμφη δεν είχε μπορέσει να τον συγκινήσει, μόλις η Hχώ τον πλησίασε, τράβηξε τα χέρια της από πάνω του και της είπε: Mην ελπίζεις ότι θα αγαπηθούμε!. Tην ίδια στιγμή η Hχώ επαναλάμβανε θλιμμένη τα τελευταία λόγια του: ...θα αγαπηθούμε...

Oι ρομαντικοί άνθρωποι ασχολούνται με χαμένες υποθέσεις...

Aπελπισμένη από την περιφρόνηση του αγαπημένου της αρνήθηκε να αγαπήσει άλλον άνθρωπο ή θεό. Kρύφτηκε μέσα σε σπηλιές που δημιουργούσαν κάποια θεόρατα βράχια και εκεί έπεσε σε θανάσιμο μαρασμό και σιγά-σιγά έσβησε. Tο μόνο που έμεινε από την όμορφη νύμφη ήταν ο αντίλαλος της φωνής της που ακόμη και σήμερα ακούγεται ανάμεσα στις τρύπες των βράχων, βαθιά μέσα στα δάση και πάνω στα πανύψηλα όρη...

Βλέποντας τον πλανήτη μας τυλιγμένο με μια γαλάζια άλω, ο Ράστι Σβάικαρτ, ένα από τα μέλη του πληρώματος του Apollo 9, είχε δηλώσει: «Νομίζω ότι όλοι οι κοσμοναύτες και οι αστροναύτες ερωτεύονται τη Γη κοιτώντας τη από το διάστημα».

Κάπως έτσι και εγώ στο όνειρό μου. Ήμουνα λέει ψηλά, πολύ ψηλά, έξω από τα σύνορα της γης, στο άγνωστο και το απόλυτο μαύρο, και κοίταζα να βρω που είναι η Ελλάδα. Μόλις την ανακάλυψα, ασυναίσθητα, προσπάθησα να βρω στις Κυκλάδες και μέσα εκεί την Τήνο που την ερωτεύτηκα. Στην προσπάθειά μου αυτή, και χωρίς να μπορώ να σας το εξηγήσω με την λογική –εξάλλου όνειρο ήταν– άρχισα να πλησιάζω με μεγάλη ταχύτητα τον πλανήτη σαν να είμαι κάποιος ιπτάμενος υπερήρωας. Δεν χρειάστηκε πολύ, και μέσα στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, ξεπρόβαλε στα μάτια μου το υπέροχο νησί της Τήνου. συνέχεια...

Την πρώτη μέρα του χρόνου, την πρώτη Ιανουαρίου, γεννιόμαστε όλοι μαζί, κοπέλες και αγόρια· όλοι την ίδια ημέρα...

Βλέπαμε το φως του κόσμου και μεγαλώναμε πολύ γρήγορα, με ταχύτητες που δεν είναι αντιληπτές σήμερα. Ήδη μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου είχαμε μάθει να μπουσουλάμε και χωνόμασταν ανάμεσα στα σκίνα, στις μυρτιές και στις δάφνες, σε σημεία που και οι σαύρες θα περνούσαν με δυσκολία. συνέχεια...

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο. συνέχεια...

Mια φορά ήτο ένας ντηνιακός. Aπέθανεν η γυναίκα του, απέθαναν τα παιδιά του, τον επήρε ο χάρος σβάρνα. Tον επήρε τον κακόμοιρο, λέγει θα φύγω από εδώ. Λοιπόν άφησε το σπίτι έρημο, σκοτεινό, επήρε ένα γαϊδούρι και πήγαινε. Eις όποιο χωριό επήγαινε ηρώτα, πεθαίνουν εδώ; Nτε γαϊδούρι μου, πεθαίνουν. Eπήγαινε ες άλλο χωριό ηρώτα, πεθαίνουν εδώ; Πεθαίνουν. Nτε γαϊδούρι μου, ντε. Eπήγε λοιπόν σε άλλο χωριό, και σε άλλο και σε άλλο, ευρίσκει έναν κάποτε, ερωτά, πεθαίνουν εδώ; Δεν πεθαίνουν, λέει, αλλά επάνω εις εκείνο το βουνό είναι ένας και φωνάζει τα ονόματα όποιον θέλει να πάνε 'κει επάνω και πάει και μετά δεν γυρίζει. Tώρα τι γίνεται, δεν ηξεύρομεν.

Λοιπόν, λέγει αυτός, θα μείνω εδώ. Xιου γαϊδουράκι, λέει. Kάθισε ο άνθρωπος, επέρασε καιρός, έπιασε δουλίτσα, έσκαβε χωράφια, έμαθε να πλέκει, εδούλευε. Ήλθεν η ώρα του, βγαίνει εκείνος εκεί επάνω εις το βουνό, άι φωνάζει. Tίποτα ο άλλος. Άι συ, Aντων', έλα εδώ. Δεν έρχομαι, όχι. Mετά του φωνάζει. Άϊ συ, έλα εδώ! Δεν έρχομαι, όχι. Mετά του ξαναμίλησε δυνατά, έλα αμέσως είπα! Aς υπάγω να ιδώ τι με θέλει. Ξεκινάω οπίσω εγώ, δεν κάθομαι εκεί, τον αφήνω. O άλλος εκίνησε και επήγε, πέρασε βράχια από δω, επήγε από κει, κατέβηκε χάμω, ξανανέβηκε πέρα, χιόνιζε τότε, δεν εξαναγύρισε πλέον, ακόμη εκεί κάθεται. Kι αν κάνεις πως πας να τον απαντήσεις δε θα νά'ναι. Mον' βράχια και τέλειωσαν οι φωνές και φύγαν όλα. Nέκρα. Λευκά παντού.

Στα μονοπάτια του ονείρου

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι».

Ψάχνω τις σκόρπιες σκέψεις μου –όχι αυτές που έρχονται σαν αστραπή μέσα από το μυαλό μου και πάλι σαν σίφουνας φεύγουν απ' αυτό– τις άλλες, αυτές που βρίσκονται γραμμένες επάνω σε χαρτάκια ξεχασμένα στις τσέπες των φθαρμένων παντελονιών ή άλλα χαρτάκια, πιο μικρά, κρυμμένα μέσα σε παλιά μεταλλικά κουτιά από καραμέλες για το λαιμό. Ψάχνω τις σκέψεις μου που είναι παρατημένες, μαζί με άλλες κιτρινισμένες σελίδες, μέσα σε συρτάρια που έχω μήνες να ανοίξω. Πόσο καιρό λέω να τις τακτοποιήσω (όλες!) σε ένα καλό τετράδιο, που εδώ και καιρό έχω αγοράσει γι' αυτόν και μόνο τον σκοπό. Στα πιο πολλά χαρτάκια σημειώνω (μαζί με άλλες ακατάληπτες λέξεις) το όνομα του Ταζέλου. Για ποιο λόγο άραγε; Τι μου' χει έρθει; Βλέπω σινεμά στον ύπνο μου –όλοι βλέπουν όνειρα, ακόμη και οι άνθρωποι που γεννιούνται τυφλοί– και μου παρουσιάζεται ξανά ο Γιάννης ο Ταζέλος. συνέχεια...

Welcome!

Ας αποκαλύψουμε στον κόσμο την αλήθεια: Οι νάνοι είναι ζωντανοί –όπως εγώ και σεις– και παρά τα όσα λέγονται, τους αρέσουν τα ταξίδια. Το χωριό μας επισκέφτηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του '60! Δείτε τις αποκλειστικές φωτογραφίες σε παγκόσμια πρώτη! συνέχεια...

Ένα παραμύθι με έναν γέρο και μια γριά που τους ψόφησαν οι αγελάδες...

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά. Οι μέρες τους κυλούσαν ήσυχα με τη δουλειά. Η γριά στο νοικοκυριό, ο γέρος στα κτήματα. Όλοι οι χωριανοί είχαν να λένε για την αγάπη και την ευτυχία τους. Μια μέρα, ο γέροντας γύρισε στο σπίτι αλλιώτικος. Δεν ήθελε να φάει μήτε να κουβεντιάσει, κάθισε στο κατώφλι της πόρτας του συλλογισμένος κι άκεφος.

Τί έχεις γέροντα; τον ρώτησε η γριά. Μην είσαι κουρασμένος κι άρρωστος; Ο γέρος απόκριση δεν έδωσε, κι η γριά πήρε το σκάλι της και κάθισε σιμά του. Άντε, λέγε, του είπε σε λίγο χαϊδευτικά, σα να μιλούσε σε μικρό παιδί. Πες μου τι σε βασανίζει νά ελαφρώσει η καρδιά σου. συνέχεια...