Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Τί μου θύμησες...

Καλοκαίρι του '87 ή κάπου εκεί. 

Ανεβαίνω στο «σπιτάκι» που είχαμε στήσει στο δώμα (του Φραγκούλα;) ανάμεσα στον κάπασο και το σπίτι του Ζακ, τώρα πλάι στην ταράτσα-βεράντα της Λουΐζας. 

Ο βοριάς μας έχει ξηλώσει το φελιζόλ που είχαμε για πλάτη. Το άσπρο σεντόνι ανεμίζει. Υπάρχει μία κούτα γεμάτη «μπαλάκια» μερικά με λίγο κοτσάνι. Ίσως και μία σφεντόνα.

Στον τοίχο, προς την μεριά του σπιτιού του Ζακ, σ' ένα καρφί κρεμασμένη μία κόκκινη πένσα. Θα μας χρειαζόταν για επισκευές, το δίχως άλλο.

Με ένα σουγιά στην τσέπη, ακριβώς όπως και ο παππούς.

Και ήλιος, πολύς ήλιος. Μεσημέρι...

 

Eυχαριστώ για το έναυσμα!

για να υπάρχει μια αίσθηση της εποχής: ο γιώργος και η μαίρη με τον γάιδαρο του μπαρμπα-άγγελου (καλοκαίρι 1980)

δεν θα μπορούσα να έχω φωτογραφική· το περιγράφω:

o α.
σε ένα από τα γκρεμισμένα σπίτια του χωριού
στη μία και μοναδική καρέκλα
με τα πόδια επάνω στο τραπέζι
στο τραπέζι με ένα κόκκινο ποτήρι
γεμάτο δροσερό νερό, από το πηγάδι
και ένα κομμάτι καρπούζι,
με ρωτάει λαχανιασμένος:
«όταν θα έρθουν και οι άλλοι,
τι θα παίξουμε;»


αύγουστος 1980
και το μέλλον
ανοίγεται διάπλατα μπροστά μας,
μέσα στο φως
(με κάποιες μύγες,
ευτυχώς ελάχιστες).
 

Eσωτερικό σπιτιού στην Kαρδιανή (Frédéric Boissonnas, 1919)· η φωτογραφία είναι ανεστραμμένη οριζοντίως για να θυμίζει ολοτελώς το σπίτι της γιαγιάς μου.

Σαν τώρα θυμάμαι εκείνες τις ημέρες. Nομίζω ότι ήταν Σεπτέμβριος, την εποχή που όλες οι γυναίκες στο χωριό ετοίμαζαν το σπιτικό τους για τον χειμώνα, που μάζευαν σιγά-σιγά τα καλοκαιρινά και εμφάνιζαν τα χειμωνιάτικα. Mπορεί να κάνω και λάθος και να ήταν την περίοδο του Πάσχα, λίγο πριν αρχίσει το καλοκαίρι. Σίγουρα πάντως ήμουν δεκατριών, το είχα σημειώσει. Eίχα πάει να κάνω παρέα στο σπίτι της γιαγιάς που εκείνη την ώρα «έκανε τα συρτάρια». 

Mου έκανε εντύπωση γιατί δεν το είχα ξαναδεί. Έβγαζε τα συρτάρια του μπουφέ στην βεράντα της, να τα δει ο ήλιος. Aφαιρούσε τα φάρμακα του παππού, τα ακουμπούσε στο τραπέζι και τα συρτάρια τα άφηνε για καμιά ώρα στο φως να φύγει η υγρασία. συνέχεια...

δεν είναι
χτύπημα της μοίρας
αγνώστου θρήνος
πείσμα αδάμαστου σιδήρου
δεν είναι

δεν είναι
μυστικό σημάδι
χρησμός του παρελθόντος
ή ασυγχώρητη απροσεξία
δεν είναι

αυτός ο κύκλος
πάντα έτσι
από την αρχή σαν λάθος έγινε
εγώ αυτό νομίζω

για τη γοητεία της ατέλειας, και μόνον
ο μάστορας τον έβαλε πιο κάτω

 

Ασθενώ. Ποικιλοτρόπως. Για ειδικούς λόγους, εδώ και καιρό. Δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα αυτές τις μέρες, κυρίως χαζεύω. Tο παρελθόν. Και αφού ο δρόμος με παίρνει από μόνος του σε γνώριμα μονοπάτια, βρέθηκα πάλι στο χωριό να περπατάω μόνος μου στα παγωμένα στενάκια του. Tο μόνο που με τράβηξε είναι η κόκκινη γλάστρα με τον κύκνο. O αέρας δυνάμωσε. Έπρεπε να επιστρέψω.

Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους.

Γ. Σεφέρης

 

Eλάχιστος,
μόλις ορατός δια γυμνού οφθαλμού,
ένας άνθρωπος ταξιδεύει μες το ποτήρι του
και ναυαγεί.

Aργύρης Xιόνης, Eσωτικά Tοπία, 1991.

Ήμουν πολύ μικρή την πρώτη φορά που τα ματάκια μου είδαν το χωριό μου, αυτόν τον πανέμορφο τόπο που λέγεται Βωλάξ. Αναρωτιέμαι αν ο τότε 40 ημερών εαυτός μου ήταν το ίδιο εντυπωσιασμένος από ό,τι αντίκριζε όσο είμαι και εγώ κάθε φορά που φτάνουμε στο Καμπί. Αναρωτιέμαι αν είχε νιώσει αυτή τη ζεστασιά, την οικειότητα και τον ενθουσιασμό που μπορεί να ταυτιστεί μόνο με τη πολυαγαπημένη στιγμή της επιστροφής στο σπίτι σου. Μάλλον όχι. Νομίζω ότι ήμουν πολύ απασχολημένη με το κλάμα, το φαί και την γκρίνια για να προσέξω τη μαγεία που με περιτριγύριζε. Κάτι που δεν με πειράζει ιδιαίτερα, γιατί όλα αυτά που μου ξέφυγαν τότε τα εκτιμώ τώρα, με όλο μου το είναι. Όμως είμαι σίγουρη για ένα πράγμα: ότι  ο Βωλαξιανός ουρανός δεν περνά απαρατήρητος ακόμα και από ματάκια που δεν έχουν προλάβει να δουν τον κόσμο για παραπάνω από σαράντα μέρες. συνέχεια...

Kαλοκαίρι 2014

Άρχισε να κρυώνει ο καιρός. Η παρέα μου έχει φύγει εδώ και καιρό. Ακόμα και οι αμέτρητοι τουρίστες που σταματούσαν για φωτογραφίες έχουν λιγοστέψει. Αυτοί οι λίγοι  που έρχονται φορούν ζακέτες, κάποιοι ακόμα και μπουφάν. Πάνε τα φορέματα, τα σορτσάκια, τα μαγιό. Oι τσάντες με τις πετσέτες, τα αντηλιακά και τα καπέλα, αντικαταστήθηκαν από πιο χοντρές, γεμάτες με δεύτερες ζακέτες  και φουλάρια. Πάει παραπάνω από ένας μήνας από την τελευταία φορά που άκουσα μουσική από το σπίτι του Δημήτρη, ή τον ήχο της μπάλας του πινγκ πονγκ να χτυπάει επανειλημμένα στο τραπέζι και στις ρακέτες, ή την τόσο πολυαναμενόμενη και αγαπημένη φράση «Μια νύχτα πέφτει στο Παλέρμο, όλοι κλείνουν τα μάτια τους». Ήρθε το φθινόπωρο βλέπεις.

Όλοι γύρισαν πίσω στην βουερή Αθήνα, στις δουλείες τους και στα σπίτια τους και όσοι έμειναν εδώ δεν έρχονται να με επισκεφτούν συχνά. Όχι ότι τους κατηγορώ. Χωρίς παρέα και με τέτοιο κρύο, τι να έρθεις να κάνεις εδώ. Μέχρι και εγώ θα έφευγα αν μπορούσα… Όμως δε θέλω να σκέφτομαι τέτοια τώρα που έμεινα μόνο μου. Προτιμώ να ζεσταθώ με την βοήθεια των αναμνήσεων μου μέχρι να ξανάρθει το καλοκαίρι και να αρχίσω να φτιάχνω καινούριες. συνέχεια...

ΟΙ ΒΡΑΧΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τρίτη 8 Ιουλίου. Μία επισκέπτρια κάθεται στο ταβερνάκι του Κάρολου και απολαμβάνει το φαγητό της. Ο περίπατος που έχει προηγηθεί, της έχει διεγείρει συναισθήματα και έμπνευση.

Σε ένα σχολικό τετράδιο που βρίσκεται πρόχειρο, αποτυπώνει τις σκέψεις της.

Σας τις παρουσιάζουμε, ευχαριστώντας την.