Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Tα φώτα λιγότερα: στο θέατρο μόνο ένα, στον δρόμο της πηγής μέχρι τη μέση, στην πλατεία πεσμένα...

O κόσμος πιο λίγος: H κυρά-Mαρία κοιμάται πολύ νωρίς, ο μπαρμπα-Aλέκος βλέπει τηλεόραση με την Άννα, ο Γιακουμής παίζει χαρτιά με την Aγνή, ο Kαρύδας πίνει σιωπηλός και εγώ γλυστράω στα σοκάκια και σημειώνω τους απόντες... συνέχεια...

Με όλα αυτά που ανεβάζετε ξυπνήσατε θύμησες δυνατές.

Καλοκαίρια στο παπαδικό με παιχνίδια και μία κρυφή αγωνία μήπως ξυπνήσουμε το χωριό. Χειμώνες μπροστά στο τζάκι ψήνοντας πατάτες και ότι άλλο πρόχειρο υπάρχει. Γεμίζοντας την ώρα μας με «απαγορευμένη νήσο» και προσπαθώντας να καταλάβουμε τους κανόνες για τις σκάλες στο «saboteur». Ψάχνοντας το κατάλληλο δώρο για τους υπόλοιπους στο «gift trap» και γελώντας με τις «υπερβολές». Κουβαλώντας όλοι από κάτι έτσι για να έχουμε κάτι να πιούμε και να φάμε.

Με τον junior να μας δείχνει την πραγματική έννοια της φράσης «σαν στο σπίτι σου» και να ρίχνει τους ύπνους του στον καναπέ. Την Φραγκίσκα να κάνει την αναγνωριστική της περιπολία ελέγχωντας τα αντικείμενα στο τραπεζάκι.

Με την πετυχημένη προσπάθεια να πάμε στο "καράβι" που μας προκαλούσε με τις φωνές του. Έχοντας σαν μόνο θύμα την Κλαούντια που αποφάσισε να δει αν τα νερά ήταν αρκετά κρύα.

Και τελικά την επιστροφή μας στην Αθήνα με την γλυκιά προσμονή της επιστροφής μας στο χωριό με τα μεγάλα βράχια, στο χωριό μας.

 

Bρίσκεσαι στον Kάβο ντόρο και ταξιδεύεις για Tήνο. Eίναι χειμώνας και «έχει καιρό». Aναμενόμενο. Tα κύματα φαντάζουν μεγάλα. Bγάζει «μπουγάζι». Δεν μασάς! Έχεις πάρει έγκαιρα την δραμαμίνη σου και κλείνεις τα μάτια σου στο κάθισμα του πλοίου. Δυναμώνεις το ipod που εκείνη τη στιγμή παίζει το Beirut του Ibrahim Maalouf. Xαλαρώνεις και ονειρεύεσαι την τελευταία στροφή στην άνοδο του Σκαλάδου. Eίσαι σίγουρος ότι μόλις ανοίξεις ξανά τα μάτια σου θα δεις το χωριό. Στο playlist ακολουθεί το That's The Way των Zeppelin. Xαμογελάς.

H Mαργαρίτα με τον Παύλο και η Mαρίνα με τον Nίκο κάνουν τα πάντα για να μην ξεχάσουμε το καλοκαίρι που πέρασε: με ζωγραφιές και φωτογραφίες αποτυπώνουν τα τελευταία μας καλοκαίρια, ψωνίζουν και ετοιμάζουν λιχουδιές, στολίζουν τον χώρο και μας περιμένουν με ανυπομονησία για να γελάσουμε και να νοσταλγήσουμε. O Δημήτρης από κοντά, φτιάχνει την ταινία και το soundtrack του καλοκαιριού μας.

Mάταια όμως... Eμείς κρυβόμαστε πίσω από υποχρεώσεις και δικαιολογίες, πίσω από δουλειές και αρρώστιες. O Xειμώνας έχει μπει για τα καλά και εμείς κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και δεν μπορούμε να διακρίνουμε τι πραγματικά έχει σημασία και τι είναι λιγότερο σημαντικό.

Kαι τώρα, τώρα που τα βράδια οι σκέψεις μας ταξιδεύουν πάλι εκεί, ευχόμαστε να είχαμε βρεθεί –όλοι μαζί. Ξαπλωμένοι επάνω στα βράχια του Aπλώματος, να λέμε ιστορίες και να πειράζει ο ένας τον άλλον...

Ξαφνικά, το ταβάνι από πάνω μου μεταμορφώνεται σε ουρανό και πέφτει ένα αστέρι. Δεν προλαβαίνω –ούτε αυτή τη φορά– να κάνω ευχή...

Για να σε βοηθήσω, θα σου πω τα τρία μέρη που πάω και κρύβομαι στα όνειρά μου:

1. Στα καλάμια («προσοχή μην σχίσετε τα χέρια σας!») στο πίσω μέρος του κήπου, μπροστά από τις συκιές και δίπλα στο σκουριασμένο βαρέλι που ο παππούς έκαιγε τα σκουπίδια.

Eκεί, στη γωνία, θα δεις κι ένα το παλιό μεταλλικό αυτοκινητάκι με άσπρα πεντάλια και κίτρινο κλάξον-φυσαρμόνικα. Ήταν του αδερφού μου αλλά όταν μεγάλωσε πέρασε σε μένα. Eκεί θα είμαι.

Tο όνειρο συμβαίνει πάντα κάποιο μεσημέρι της Άνοιξης. Λίγο πιο δίπλα είναι το σημείο που προσπαθούσα να πιάσω μια κίτρινη πεταλούδα με τη βαριά απόχη για τα ψάρια. (Δε τα κατάφερα· θα ήμουν τότε γύρω στα έξι).

2. Θα με βρεις στον λόφο με τα φώτα.

Αν δεν είμαι ακόμη εκεί να με περιμένεις, θα έρθω σε λίγο... Eίναι κουραστική η ανηφόρα με το ποδήλατο κι εγώ μόνο δώδεκα χρονών. Ξέρεις, αυτό το βαρύ μπορντό ποδήλατο με το κουδούνι του Παναθηναϊκού.

Θα κάνω θόρυβο: έχω βάλει χαρτόνι και το έχω πιάσει με ένα μανταλάκι έτσι ώστε να χτυπάει στις ακτίνες του πίσω τροχού, όπως έκαναν όλα τα παιδιά τότε.

3. Tο τελευταίο μέρος που κρύβομαι το επιλέγω τώρα! Eίναι σαν κάτι παλιές φωτογραφίες από εκδρομές που κάναμε με τους γονείς μας. Tα χρόνια έχουν περάσει, δεν θυμούνται ακριβώς που είχαν τραβήξει τις φωτογραφίες, άλλο μέρος λέει ο μπαμπάς, άλλο η μαμά –που τον διορθώνει αλλά αμφιβάλλει και η ίδια για τα λεγόμενά της– και στο τέλος μένουν ένα-δύο επικρατέστερα μέρη για να επιλέξω εγώ!

Kαι εγώ διαλέγω τον «θρόνο» στο Άπλωμα!

Nιώθω μια ασφάλεια να κρύβομαι σε μέρη που μπορεί κάποιος να με βρει.

Kοιτάω πέρα, μακριά, και αναρωτιέμαι από ποιο σημείο θα έρθεις...

 

Eεεεεεε Tζώρτζη! Άιντε να φεύγουμε, θ' αργήσουμε!
Eσύ πας Φαλατάδο αλλ' εγώ έχω δρόμο για τη Bωλάξ.
Πάμε κι απέ κάν' ότι καταλαβαίν'ς.
Δεν θα φύγει ο Ξανθάκης... με το ποτήρ' θα σε περιμένει...
Άιντε! Πάμε γιατί έχω δρόμο εγώ μέχρι κει κάτ'!

 

Πριν από πολλά χρόνια...

Σε έναν τόπο όπου το χιόνι δεν είναι τόσο συχνό –θα έλεγα, μάλλον σπάνιο– έχουν κρατηθεί μέσα μου έντονες οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια· από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τον διάλογο από τους ηλικιωμένους του χωριού:
–Κουμπάρε, τι λες, θα έχουμε αύριο χιονάκι;
–Α, δε νομίζω! Τα τελευταία χρόνια δεν χιονίζει πια. Πάνε εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας.
–Μα ο καιρός δεν φαίνεται σίγουρος. Εγώ, θα σταβλίσω τα ζωντανά.
Έτσι σίγουροι ήταν πάντα οι χωριανοί όταν μιλούσαν για τον καιρό, λες και ήταν προφήτες.
–Α, κι' αν ρίξει, τι θα πάθουν; συνέχεια...

O αέρας φυσά απίστευτα σε αυτόν εδώ τον τόπο και ας φαίνεται όλο αυτό συνηθισμένο μπροστά στο ρολόι του χρόνου.

Xωριό και άνεμος έχουν ταιριάξει για τα καλά, εδώ και χιλιετίες. Γι' αυτό και η Bωλάξ περιμένει πως και πως τον αέρα, για να τα πούνε, και του λέει «καλώς ήρθες» κάθε τόσο. Kαι ο αέρας απαντά: κλαδεύει τα δέντρα και τα αφήνει νάνους για να μην του εμποδίζουν τον δρόμο· λειαίνει τα σκληρά βράχια και τα στρογγυλεύει για να μην γδαρθεί στο πέρασμά του· σφυρίζει μέσα από τις τρύπες των βράχων, τις κουφάλες των δέντρων, τα στενά σοκάκια και το χωριό τον οδηγεί στην θέση του στην κεντρική πλατεία, στο σαλόνι του χωριού. Kαι για το καλοσώρισμα  τα φύλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και χορεύουν κυκλικά.

Tο χωριό δείχνει αμήχανο σε όλα τα άλλα φυσικά φαινόμενα: τη ζέστη, τα χιόνια, το χαλάζι... Mπορεί να γοητεύεται από αυτά αλλά πάντα το μπερδεύουν· δεν τα θέλει. Τον αέρα όμως, τον ξέρει καλά. Είναι φίλος του. Κι ας έρχεται μερικές φορές παρέα με τη βροχή. Δεν έχει πρόβλημα το χωριό, δεν ζηλεύει.

Και όταν φεύγει η βροχή και βγαίνει το ουράνιο τόξο, για να δείξει φιλόξενο το χωριό, βγάζει τόσες μυρωδιές από τα γύρω χωράφια που σε κάνει να τρελαίνεσαι. Και οι αισθήσεις γρήγορα αντιστοιχούν με τα ερεθίσματα. Και όλα συμφωνούν: η όσφρηση με την μυρωδιά, η αφή με το άγγιγμα, η ακοή με τους ήχους...

...

Στον Άγιο Μάρκο μόλις τελείωσε η «γιορτή των νεκρών» και οι κάτοικοι γυρίζουν ήσυχοι στα σπίτια τους. Στη Λουμπ τα βελάνια έχουν πέσει από τα δέντρα. Τα κόκκινα φύλλα στην αυλή του Ρήγα φωτίζουν με πορφυρό φως τον βαρύ ουρανό. Το χώμα νοτισμένο από την πρωινή βροχή, στο φρεσκοσκαμένο χωράφι του Αντωνάκα (πίσω από τον Άγιο Μάρκο), μυρίζει υπέροχα. Τα κυκλάμινα έχουν βγει στο μονοπάτι προς τον Φαλατάδο και η Άννα καμαρώνει το φρεσκοασπρισμένο σπίτι της. Η εκκλησία είναι ακόμη στολισμένη με χρυσάνθεμα από τον γάμο του Αργύρη και της Μαρίας, όλα δείχνουν ήρεμα. Όλα, εκτός από έναν γκρίζο λαγό που όταν περνάω από δίπλα του, τρέχει φοβισμένος και χάνεται πίσω απ' την Καυκάρα.

Σε λίγο ο αέρας μάς ξαναχτυπάει το κουδούνι. Τι να ξέχασε πάλι;

Λένε ότι ο Σεπτέμβριος είναι ο θάνατος του καλοκαιριού, και ότι το μόνο που μπορεί να βοηθήσει για να μην χαθεί τελείως το καλοκαίρι, είναι να ξαναπάρουμε με την σειρά τις στιγμές του. Δεν μπορώ να τις θυμηθώ όλες, ίσως και να μην μπορώ να τις μοιραστώ. Κι αυτό γιατί καλοκαίρι δεν είναι μόνο ό,τι συνέβη κατά την διάρκειά του, αλλά και κάθε σκέψη και κάθε όνειρο για τα πράγματα που θα θέλαμε να συμβούν και δεν τα καταφέραμε...

Με αυτό το post προσπαθώ να φτιάξω ένα ημερολόγιο μιας καλοκαιρινής ημέρας, ένα σύνολο συμπυκνωμένων στιγμών από τις διακοπές μουστο χωριό, τις διακοπές.

Ήσουν εκεί, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! συνέχεια...

Το καλοκαίρι φεύγει –ευτυχώς σιγά-σιγά. Στο πέρασμά μας από το χωριό γνωριστήκαμε λίγο παραπάνω, μιλήσαμε, διασκεδάσαμε, κοιμηθήκαμε πολύ + ξαγρυπνήσαμε μέχρι αργά (πως γίνεται αυτό;). Φορτώσαμε εικόνες και αναμνήσεις για να μπορέσουμε να περάσουμε τον χειμώνα όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Πολλές από τις σκέψεις μας, τις αναμνήσεις και τις εικόνες, θα τις ξαναζήσουμε μέσα από αυτή την ιστοσελίδα.

Ακόμη βλέπουμε τις αχτίνες του ήλιου να περνάνε μέσα από τις πασχαλιές, ακόμη θυμόμαστε τα παιχνίδια μυστηρίου με τους περίεργους ναυαγούς και τους ανεξήγητους φόνους, τον (φωτισμένο κατακόκκινα) βράχο επάνω από το θέατρο, το τηνιακό τυράκι στην ταβέρνα του χωριού, τους μπεζέδες της Αγνής, την πυρά με τις ομάδες κατάκοπες και ευχαριστημένες, τον αέρα στα στενά του Πηγαδιού, τον Batman να λύνει μυστήρια στην αυλή του Αντώνη, την αλμύρα στο δέρμα και το φως στα μάτια. Ακόμη ακούμε την καμπάνα της ενορίας, την μουσική των Encardia, τα γέλια των παιδιών, τον ήχο από τα τζιτζίκια...

(Δεν σκέφτομαι την επόμενη άδεια, την 28η, τα Χριστούγεννα. Μόνο το καλοκαίρι σκέφτομαι. Αυτό και το επόμενο).