Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Υπότιτλος: Το Μαρκάκι και ο αδελφός του ο Γιάννης ο Ταζέλος στη βεράντα του σπιτιού τους, καλοκαίρι του 1978.
Soundtrack: (το ψάχνω και επανέρχομαι) συνέχεια...

—Το χωριό ήταν όλοι φτωχοί, τρεις ξεχώριζαν με ζώα και χωράφια: Πρώτος ο Νταμιάνος, μετά ο γερο-Πιπέρης και μετά ο παππούς. Οι άλλοι φτωχοί. Δεν είχαν και τίποτα. Και οι άλλοι φτωχικά δηλαδή ζούσανε, αλλά είχανε ζώα και χωράφια, μπορούσαν να κάνουν τα κουμάντα τους… συνέχεια...

Βωλάξ 1978
Βωλάξ 1978

Τα ρούχα ήταν τόσο λίγα, μπορεί και λιγότερα από αυτά που φορούσε κάποιος πάνω του εκείνη τη στιγμή… Παπούτσια, οι μεγάλοι ένα ζευγάρι, οι μικροί ξυπόλητοι. Κάποτε δεν υπήρχαν ντουλάπες. Δεν χρειαζόταν! Υπήρχε ένα μπαούλο. Γερό, σκαλισμένο μπροστά και πάνω, αλλά αυτό μόνο. Εκεί μέσα έβαζες τα πάντα… Κι όταν ήρθαν οι ντουλάπες —κάπως αργά στο χωριό—, ο σκώρος είχε φάει τα ρούχα και το σαράκι τα μπαούλα… Ήμουν μικρός, αλλά όταν φτιάχτηκε η ξύλινη ιματιοθήκη για τα άμφια του παππά, πήγε όλο το χωριό να τη δει —σαν τα αρχαία στα μουσεία…

Όταν ήρθε η ώρα, πετάχτηκαν τα μπαούλα, κάποια ξύλα τα έβαλαν στα λιβάδια για να κλείσουν τις τρύπες και να μην περνάνε τα ζώα, κάποια άλλα, όπως αυτό, το έκοψαν στη μέση και τα έκαναν πόρτα για τη βεράντα… Μια τέτοια σκαλιστή σανίδα μπαούλου έχει και στο μουσείο, στο βάθος, απέναντι. Ήταν από το Μαρκάκι. Στο ξύλο αυτό ακούμπαγε σχιστές πέτρες για χτίσιμο…

Φωτογραφία: Giovanni Baston

Βωλάξ 1978

Να κι ο δρόμος προς το Πηγάδι, με τη μεγάλη φραγκοσυκιά. Τι ωραία που δείχνει.

Και αυτή η σωλήνα έβγαζε τα νερά της νέας κουζίνας που είχε τότε η κυρα-Μαρία η Πιπέραινα...

Φωτογραφία: Giovanni Baston

Βωλάξ 1978

Τα κρεμμύδια τα άπλωναν στο δώμα για να φύγει η υγρασία. Αν μείνει βρεγμένο το εξωτερικό φλούδι, μαλακώνει και σαπίζει από μέσα. Από την άλλη δεν ξέρω αν είχαν χώρο να τα βάλουν μέσα. Όλα στο δώμα! Κάποτε, στη ταράτσα του Άγγελου, φύτρωσαν κρεμμύδια. Μπήκε φαίνεται το κοκκάρι (= βολβός) σε κάποια χαραμάδα —το δώμα ήταν με χώμα πατημένο με κύλιντρο, για να κλείσουν οι τρύπες το Φθινόπωρο. Το χώμα συγκρατούσε τα κρεμμύδια γιατί ο βοριάς θα τα πέταγε κάτω. Με τις βροχές, βγήκε το φυτό. Λέει η Ζωζεφίνα, πήγαινε ρε Άγγελε να ρίξεις μια ματιά, ξεχάσαμε επάνω τίποτα. Βρήκε την ταράτσα μια άσπρη κρεμμυδιά. συνέχεια...

Φεύγεις, πάλι μακριά μου χάνεσαι. / Τίποτα δεν μοιάζει όπως τότε /
τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. / Βαθύς ο πόνος που αφήνει η ανάμνηση.

Απόσπασμα από το ποίημα του Αλκιβιάδη Καποκάκη «Ανάμνηση...»
Φωτογραφία: Giovanni Baston

—Να κι ο παππάς Στέφανος Αρμακόλας. Εδώ είναι σε έναν γάμο στο Αγάπη, αρχές δεκαετίας του '80…
—Πως δεν τον ξέρω! Ο ντον Στέφανος. Εδώ είναι μεγάλος! Το ’40, στον Πόλεμο, ήταν στο χωριό μας, έμεινε πολλά χρόνια. Εγώ ήμουν τότε 8 χρονών, ήμουν ένα από τα παπαδάκια τις Κυριακές. Τότε ντυνόμαστε παπαδάκια κάθε Κυριακή, όχι μόνο στις μεγάλες γιορτές, και βοηθούσαμε. Βάζαμε το νερό στο κρασί στην Αγία Κοινωνία και τέτοια… Καλός άνθρωπος, καλός. Τσίβδιζε όμως…
—Τι σημαίνει αυτό;

—Μίλαγε, πως στα στο πω. Έχανε λέξεις, τις έτρωγε, τσίβδιζε. Μίλαγε και κάπως γρήγορα. Καρβουνιάρη τον ελέγαμε, αυτό ήταν το παρατσούκλι του.
—Γιατί έτσι;
—Στη Σαββαγιάννη του παππού —όχι της γιαγιάς—, την ξέρεις. Από κάτω ήταν το χωράφι του Φραγκίσκου του Γάτα. Αυτό είχε
μέσα μεγάλους βελάνους. Ήρθε ο Χειμώνας και ο κόσμος χρειαζόταν κάρβουνα. Ο ντον Στέφανος μίλησε ξέρω γω κι έφερε τελικά κάποιους και έφτιαξαν εκεί καμίνια ξύλου. Γι’ αυτό και τον ελέγαμε Καρβουνιάρη… Καλός άνθρωπος. Μετά ήρθε ο ντον Αντώνης. Το Αγάπη έβγαλε πολλούς παπάδες...

Φωτογραφία: Giovanni Baston

Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι, στο τηλέφωνο της Ζωζεφίνας πηγαίνανε οι «Αθηναίοι» και έπαιρναν σειρά για να μιλήσουν στους δικούς τους, κυρίως αυτοί. Μια φορά φτάσαμε στο χωριό αλλά για κάποιον άγνωστο (και σπάνιο) λόγο, ο παππούς δεν είχε έρθει ακόμη. Είχε μείνει πίσω στην Αθήνα. Τον πήρε τηλέφωνο ο Ζακ και μόλις βγήκε στη γραμμή, άλλαξε τη φωνή του στα βωλακίτικα. Του έλεγα, παιδάκι τώρα, γιατί το κάνεις αυτό μπαμπά; Έτσι και άλλοι, μόλις έβλεπαν συγγενή από το χωριό, αλλάζαν τη φωνή τους στα βωλακίτικα, λέει, να με νιώθουν δικό τους, έναν από αυτούς.

Τι πλάκα...

Ήμουν στο χωριό, σκοτείνιαζε. Λέει ο ένας στον άλλο, με βωλακίτικη προφορά.
—Πάρε το φ’ναρ!
Και η απάντηση
—Τι να το κάν(ω); Πάμε για σμπογιάνν’δες;
Μου εξήγησαν
Σμπογιάννης ή (πιο βαριά) Ζμπουγιάν’ς λέγεται στο χωριό ο κοκκινολαίμης. Παλιά τα νεαρά παιδιά έπαιρναν το φανάρι και έβγαιναν έξω τα απογεύματα. Οι κοκκινολαίμηδες, επειδή κυνηγούσαν την τροφή τους κοντά σε τεχνητό φως (ή όταν η νύχτα είχε φεγγάρι), πλησίαζαν το φως των φαναριών με αποτέλεσμα τα παιδιά να τους πιάνουν εύκολα και να επιστρέφουν σπίτι με το μυαλό σε μια ζεστή σούπα που θα τους έφτιαχνε η μάνα από δαύτους.