Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Ένα παραμύθι με έναν γέρο και μια γριά που τους ψόφησαν οι αγελάδες...

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά. Οι μέρες τους κυλούσαν ήσυχα με τη δουλειά. Η γριά στο νοικοκυριό, ο γέρος στα κτήματα. Όλοι οι χωριανοί είχαν να λένε για την αγάπη και την ευτυχία τους. Μια μέρα, ο γέροντας γύρισε στο σπίτι αλλιώτικος. Δεν ήθελε να φάει μήτε να κουβεντιάσει, κάθισε στο κατώφλι της πόρτας του συλλογισμένος κι άκεφος.

Τί έχεις γέροντα; τον ρώτησε η γριά. Μην είσαι κουρασμένος κι άρρωστος; Ο γέρος απόκριση δεν έδωσε, κι η γριά πήρε το σκάλι της και κάθισε σιμά του. Άντε, λέγε, του είπε σε λίγο χαϊδευτικά, σα να μιλούσε σε μικρό παιδί. Πες μου τι σε βασανίζει νά ελαφρώσει η καρδιά σου.

Τα μάτια του γέροντα βούρκωσαν, οι αγελάδες μας οι δυο...
–Ε, τι πάθανε οι αγελάδες;
–Ψόφησαν. Θα τις δάγκωσε κάνα φίδι και τις βρήκα ψόφιες στου Φανούρη.
H γριά έκρυψε τη στενοχώρια της, καλά, είπε, θα πάρουμε άλλες, μη σκας.
Σήκωσε ο γέρος το κεφάλι, με τι λεφτά, τις είπε. Θα πρέπει να πουλήσουμε το χωράφι στου Παππά, και μετά θα έχουμε αγελάδες χωρίς χωράφι. Θα δυστυχήσουμε τώρα, στα γεράματά μας. Πως θα οργώσουμε τα χωράφια τον άλλο μήνα; Θα μείνει χέρσα η γη, δε θα' χουμε να φάμε ψωμί.

Ου γέρο μου, έκανε η γριά, έχει ο Θεός, κανέναν δεν αφήνει. Θα μας βοηθήσουν τα παιδιά. Πως θα μας βοηθήσουν τα κακόμοιρα; Αυτά, δεν έχουν ανάγκη να θρέψουν τις οικογένειές τους στην πόλη; Τόσο εύκολο το βλέπεις; Ε, καλά, μη χολοσκάς. Ο Θεός κανέναν δεν αφήνει. Ο γέρος σάστισε, δεν περίμενε από τη γριά τόσο κουράγιο. Το θάρρος της του έκανε εντύπωση και σα να του έδωσε δύναμη κι ελπίδα.

Bγαίνοντας από το σπίτι προχώρησε για τα χωράφια του, να ηρεμήσει. Eκεί, από μακριά ένα παλικάρι ξανθό και όμορφο σαν άγγελο να κάθεται σε μια πέτρα, σαν να τον περίμενε. Ευθύς πήγε κοντά του. Καλημέρα γέροντα, είπε ο ξένος. Καλή σου μέρα, αποκρίθηκε ο γέρος. Δικά σου είναι αυτά τα χωράφια; Καταδικά μου. Θα έχεις πολύ δουλειά τώρα, είπε πάλι ο ξένος. Δουλειά, ψιθύρισε ο γέροντας και κάθισε κι είπε τον πόνο του στον ξένο. Να αυτήν την δουλειά έχω τώρα, να κάθουμαι. Και γιατί να κάθεσαι; Τι θες να κάνω;

Το παλικάρι έμεινε μια στιγμή συλλογισμένο κι ύστερα γύρισε και του είπε: Θα σου δώσω μια συμβουλή μα πρόσεξε μη μαρτυρήσεις σε κανέναν όσα σου πω. Δεν έχεις που δεν έχεις τι να κάνεις, kάτσε και μάζεψε όλα τ' αγκάθια του χωραφιού σου και κάνε τα ένα μεγάλο σωρό. Ο γέροντας τα έχασε. Μήπως δεν είναι στα λογικά του τούτο το παλικάρι συλλογίστηκε, μήπως το χτύπησε ο ήλιος στο κεφάλι; Θες να σου φέρω κρύο νερό απ' το πηγάδι, να πιείς να δροσιστείς; τον ρώτησε. Θέλω, του αποκρίθηκε ο ξένος. Σηκώθηκε τότε ο γέροντας να φέρει νερό, μα ώσπου να πάει και να γυρίσει το παλικάρι είχε χαθεί.

Άλλο πάλι και τούτο, ψιθύρισε ο γέρος και κοίταξε στα απέναντι χωριά και στην αναργιά στο βάθος, μήπως τον έπιανε το μάτι του. Κουρασμένος όπως ήταν, κάθισε να ξαπλώσει κάτω από ένα βελάνι. Το χωράφι του απλώνονταν μπροστά του ξερό, γεμάτο πέτρες, γεμάτο αγκάθια. Γύρισε απ' το άλλο πλευρό, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Δεν πιάνω να βγάλω τ' αγκάθια; Κάθομαι που κάθομαι, καλά μου 'πε το παλικάρι. Σηκώθηκε αμέσως και άρχισε να ξεριζώνει τ' αγκάθια και να τα πετά στην άκρη του χωραφιού. Ο ήλιος έγειρε δίχως να το καταλάβει. Στην αρχή του χωραφιού είχε γίνει κιόλας ένας μικρός σωρός. Γύρισε στο σπίτι του αργά, σχεδόν χαρούμενος. Τον είδε η γριά του και ούτε τον ρώτησε τίποτα, να μην του σκαλίσει τον πόνο του.

Την άλλη μέρα σηκώθηκε πάλι πρωί-πρωί και γύρισε ξανά το βράδυ ξένοιαστος. Και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και την παράλλη. Στην άκρη του χωραφιού ο σωρός με τ' αγκάθια είχε γίνει τώρα σωστό βουνό. Έπιασε ο γέροντας να φτιάξει δίπλα σ' αυτόν άλλον ένα. Έτσι σχηματίστηκαν δυό βουνά από αγκάθια. Μα ένα επόμενο πρωί, όταν έφτασε ο γέροντας στα χωράφια του τα έχασε, τι να δει μπροστά του; Τα δυο βουνά αγκάθια είχαν γίνει δυο βουνά από κριθάρι! Έτριβε ο γέρος τα μάτια του, έβλεπε και δεν πίστευε, θαρούσε πως παλάβωσε. Τρέχοντας πήρε το δρόμο πίσω και όσο πήγαινε φώναζε: Γριά, γριά, τρέχα να δεις. Τον άκουσε η γριά του και βγήκε στο δρόμο τρομαγμένη. Τι τρέχει, γέροντα; Γριά έλα να δεις, της είπε. Γρήγορα έφτασαν στο χωράφι πιασμένοι χέρι-χέρι. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Δες, είπε μόνο ο γέροντας και της έδειξε τα δυό βουνά. Η γριά να δει τόσο στάρι, τα έχασε...

Χωρίς να ζευγαρώσεις, χωρίς να θερίσεις, πως έγινε τόσο σιτάρι; τον ρώτησε. Μα ο γέρος δεν έβγαλε λέξη. Πες μου γέροντα, επέμενε η γριά... Δε λες το μυστικό σου σ' εμένα τη γριά σου; Ο γέρος θυμόταν τι του είχε πει το ξένο παληκάρι. «Μη ξεστομίσεις όσα σου πω σε κανέναν». Μα η γριά επέμενε, επέμενε κι αυτός βαριέστησε στο τέλος και της τα φανέρωσε όλα. Δεν είχε τελειώσει καλά-καλά τα λόγια του, και τα δυό βουνά έγιναν μεμιάς δυο χωματόβουνα γεμάτα αγκάθια.

Αν πάτε λίγο πιο κάτω από τη Φτιά στο δρόμο με τις βλίστρες που πηγαίνει στου Παππά θα τα δείτε ακόμη και σήμερα. Το ένα είναι πιο μεγάλο και το λένε Μεγάλο Βουνί και τ' άλλο, το πιο μικρό, ανάμεσα στις ποδολαχιές, Μικρό Βουνί. 

 


Βασίζεται σε παραμύθι της Φανής Παπαλουκά, από τις «Ιστορίες σαν Παραμύθια», εκδόσεις Αστέρος, 1974. Μα, ορκίζομαι, ότι παρόμοια ιστορία μου διηγήθηκε η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρό παιδάκι, στο χωριό. To μέρος με τα δύο βράχια δεν το θυμάμαι, αλλά θα μπορούσε να είναι αυτό που αναφέρεται. Όποιος θέλει τα πιστεύει όλα αυτά, όποιος θέλει πάλι δεν τα πιστεύει· έτσι είναι πάντα μ' αυτές τις ιστορίες.

Μοιραστείτε το