Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Αρχιτεκτονικά στοιχεία

Βράχια δεμένα με τη ζωή του χωριού.

Aκουμπίστρα: α) πέτρα ή πεζούλα όπου ακουμπά κανείς για λίγο το φορτίο του. β) σημείο-στάση που ορίζεται από κάποιο πέτρινο χαμηλό τοίχο (ντουβάρι) για ξεκούραση μικρής χρονικής διάρκειας· πέτρινο ανάσασμα. 

Tαπεινές και «άγνωστες» γωνιές του χωριού...

Σε λίγες μέρες θα αρχίσουν οι διακοπές των παιδιών. Γρήγορα θα ξεχαστούν τα βιβλία, τα τετράδια και όλες οι άλλες ασχολίες που συνοδεύουν την μαθητική ζωή. Γι' αυτό και το κείμενο αυτό, το γράφω στα παιδιά. Σε αυτά που θα ξεκουραστούν και θα αφεθούν στο ήσυχο τοπίο του χωριού. Kαι θα είμαι πολύ χαρούμενος, αν μέσα στις διακοπές τους, βρουν λίγο χρόνο και σταθούν σε μια ταπεινή και «άγνωστη» γωνιά του χωριού.

Απέναντι από την πόρτα του παλιού φούρνου της κυρα-Μαρίας της Πιπέρινας, υπάρχει ένα μικρό τιποτένιο βραχάκι σε σχήμα πολυθρόνας. Aυτή η περίεργα σμιλευμένη πέτρα έχει ξεχαστεί από την εποχή που μαράζωσε ο ίδιος ο φούρνος... H χρήση της αργόσβησε στην εξέλιξη του χρόνου αν και για χρόνια, πολλά χρόνια, ήταν ένα από τα κέντρα του χωριού. Tότε βέβαια δεν υπήρχε το σπίτι της Λουκίτσας και ο βράχος, μόνος του, φάνταζε πιο ζωντανός...

Εκεί οι γυναίκες ακουμπούσαν τα πανέρια με τα μοσχοβολιστά ψωμιά. Σε αυτό το μέρος τοποθετούσαν τα ταψιά τους με το αχνιστό φαγητό ή τα λιτά γλυκά που τα έψηναν μετά από τα κριθαρένια ψωμιά. Ήταν ο βράχος στον οποίο έπαιρναν μιαν ανάσα ανάμεσα στα ψησίματα. Mπορεί τα παλιά χρόνια το φαγητό να ήταν διαφορετικό τις καθημερινές και διαφορετικό τις Κυριακές και τις γιορτές, αλλά ο βράχος στεκόταν εκεί ακίνητος, έτοιμος να τα δεχτεί όλα. Εκεί, σ' αυτή την ακουμπίστρα, πολλοί χωριανοί ακουμπούσαν τα φρύγανα και τα ξύλα που έφερναν από την Τσαβαγιάννη, το Ξυνάρι, το Βουνό και την Παχιανάμο. O βράχος αυτός ήταν ο αναπαμός, η μικρή ανάπαυση, για να φτιαχτούν κάπως τα φορτία σε αυτούς που ξεκίναγαν από το πηγάδι και είχαν δρόμο μέχρι την Λάμαρη ή την Tράχη...

Με τον καιρό ο βράχος μπορεί να χαράχτηκε σε κάποια σημεία του, να σκαλίστηκε λιγάκι, αλλά δεν έπαψε να στέκει πάντα εκεί, στην ίδια θέση. Kαμιά φορά, σήμερα, κάθονται μερικοί τουρίστες για μια φωτογραφία, αλλά ελάχιστοι πλέον γνωρίζουν την προσφορά του...

Mπορεί τα βράχια να μην μιλάνε αλλά η σιωπή τους είναι η μεγάλη τους αξία. Στα παλιά τα χρόνια, που δεν υπήρχαν οι ευκολίες που συναντούμε σήμερα, όλοι οι χωριανοί είχαν και τον δικό τους βράχο, ένα μικρό βραχάκι πολύ κοντά τους, δίπλα από την πόρτα τους. Δεν μπορώ να σας πω ποιος ήταν, αλλά σας προτρέπω να ρωτήσετε τους βέρους χωριανούς, αυτούς που έχουν ζήσει με αυτά τα βράχια, και θα δείτε πως δεν λέω ψέματα...

To «περίεργο» μάρμαρο της πηγής, τμήμα ανωδομής της παλιάς ενορίας, που χρησιμοποιήθηκε από τις γυναίκες του χωριού (μετά το 1911), όταν ακουμπούσαν σε αυτό τα πλυμένα τους ρούχα.

Την εποχή εκείνη το χωριό ήταν απομονωμένο. Η ζωή πολύ σκληρή. Λίγο πετρέλαιο να ήθελες για να ανάψεις την λάμπα σου –ακόμη και μια βελόνα να ήθελες– έπρεπε να πας σε άλλο χωριό, ή καλύτερα στην Xώρα. Αυτό, όπως είναι φυσικό, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Xρειάζονταν πολύς χρόνος και αν αυτό που έπρεπε να μεταφέρεις ήταν ογκώδες ή βαρύ, έπρεπε να έχεις γαϊδουράκι.

Στα γαϊδουράκια οι καλαθοπλέκτες φόρτωναν τα περίφημα καλάθια τους, τα κοφίνια τους, τους χαϊκολόγους τους. Όταν λοιπόν, το φορτίο ήταν βαρύ, ανάμεσα στον δρόμο και την στρατούρα, έπρεπε να υπάρχει ένα ενδιάμεσο ύψωμα που θα διευκόλυνε στο φόρτωμα. Εκεί ακουμπούσαν το βαρύ φορτίο πριν το φόρτωμα του ζώου. Aυτός ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος για να μην πονάει η μέση την υπόλοιπη ημέρα...

Σήμερα, αυτά τα στηρίγματα έχουν πάψει να υπάρχουν... Kι όμως τέτοια βράχια, τοιχάκια και πέτρινες πεζούλες είχαν όλα σχεδόν τα σπίτια. Αν ψάξετε με επιμονή ίσως σταθείτε τυχεροί και ανακαλύψετε μια τέτοια ακουμπίστρα...

Με τον καιρό πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που ζούσαν οι παππούδες μας. Εμείς, παρά τα χρόνια, δεν τους λησμονούμε και τους ευγνωμονούμε για την κληρονομιά που μας άφησαν. Aκόμα και την πιο ταπεινή...

Μοιραστείτε το