Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Στα διάφορα έγγραφα και στους εκκλησιαστικούς κώδικες είναι απλά ονόματα. Σχεδόν πάντα γραμμένα στα λατινικά –«Giovanni e sua moglie Sofia», ο Γιάννης και η γυναίκα του Σοφία. Τα ονόματα αυτά κρύβουν συχνά μια ολόκληρη ιστορία. Συχνά με απρόσμενο τέλος...

Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η επικοινωνία με τα άλλα νησιά των Κυκλάδων καθώς και με τον Πειραιά γινόταν αραιά και που. Συνήθως με καΐκι ή με κάποιο σκυλοπνίχτη της γραμμής. Κλειστή λοιπόν η κοινωνία της Τήνου, ασφυκτικά κλειστή, με πρώτη συνέπεια να γίνονται πολλοί γάμοι μεταξύ συγγενών και δεύτερη, απολύτως φυσιολογική, να υπάρχει έξαρση της τρέλας, είτε παθολογικής είτε θείας.

Όλοι έχουμε γνωρίσει μοναχικούς ανθρώπους στην ζωή μας ή έχουμε ακούσει ιστορίες γι' αυτούς που μας έκαναν εντύπωση. Αυτοί οι μοναχικοί άνθρωποι ήταν όλοι τους σημαδεμένοι. Άλλοι από υπερβολική ομορφιά, άλλοι από μεγάλη ασχήμια, άλλοι από αστραφτερή εξυπνάδα, άλλοι από βαθιά σοφία, άλλοι από τρέλλα. Είτε θεία, είτε δαιμονική, όπως γράφει και ο Χιόνης. Ο Γιάννης ήταν ένας από αυτούς...

Σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια, το όργωμα γινόταν με τα βόδια. Κάθε γεωργός για να θεωρείται νοικοκύρης έπρεπε να έχει ένα ζευγάρι βόδια. Όσοι ήταν φτωχοί και είχαν μόνο ένα βόδι, έπρεπε να βρουν έναν σύντροφο. Έτσι έκαναν σύμπραξη με κάποιον συγγενή τους που είχε και εκείνος ένα βόδι και έκαναν το λεγόμενο ζευγάρι. Αν δεν υπήρχε συγγενής έβρισκαν κάποιον φίλο. Και αν δεν υπήρχε φίλος πάλευαν μ' αυτό το ένα ζώο, και βοηθούσαν μαζί και τα παιδιά, από μικρή ηλικία. Ο Γιάννης ήταν κλειστός άνθρωπος και δεν είχε πολλούς φίλους. Φτωχοί οι περισσότεροι, χωρίς ζώα. Ούτε παιδιά είχε. Έτσι, παρά τις δυσκολίες, όταν ερχόταν η εποχή του οργώματος, γεμάτος περιφάνεια πήγαινε στο χωράφι του ο Γιάννης και το δούλευε μόνος του.

Το ζέψιμο των βοδιών ήταν μια ολόκληρη διαδικασία. Έβαζαν πρώτα τα ζώα δίπλα δίπλα (όταν ήταν δύο) και τα έδεναν με τον ζυγό. Ύστερα, περνούσαν το αλέτρι με το υνί και σχεδίαζαν τους όργους ενώ κρατούσαν το αλέτρι. Το υνί είναι ένα κομμάτι σίδερο με μυτερή προεξοχή που ήταν σφηνωμένο πάνω σε ένα κομμάτι ξύλο και βρισκόταν στη βάση του αρότρου. Ήταν σχεδιασμένο για να μπαίνει βαθιά μέσα στο χώμα και να το σκάβει.

Όταν όλα ήταν έτοιμα, έκανε τον σταυρό του και έδινε το πρόσταγμα στο ζώο, να ξεκινήσει το όργωμα. Η μέρα ήταν κοπιαστική, γιατί μόλις τελείωνε το όργωμα άρχιζε η σπορά και ο Γιάννης, όπως και οι υπόλοιποι χωριανοί, έσπερνε με τα χέρια. Έβαζε το σπόρο, σε έναν ειδικό ντορβά. Ακολουθούσε τις αυλακιές που είχε ανοίξει το υνί και με το χέρι σκορπούσε το σπόρο. Για κάθε οργιά και μια χούφτα σπόρο...

Ήταν χρονοβόρα και κουραστική δουλειά. Kάποτε κάτω από τον καυτερό ήλιο της άγονης  γης, κάποτε απροστάτευτος στις άγριες δυνάμεις του ανέμου και κάποτε, αν ήταν τυχερός, κάτω από τα βαριά βωλακίτικα σύννεφα...

Ο Γιάννης ήταν ένα παληκάρι με φωτεινά μάτια και ήξερε να κάνει ζευγάρι από πολύ μικρή ηλικία. Είχε παντρευτεί την Σοφία χωρίς, όπως είπαμε, να αποκτήσουν παιδιά. Ήταν και οι δυό τους άξιοι και αγαπημένοι.

H νεαρή Ντουντούκα –έτσι την φώναζαν χαϊδευτικά– καθόταν στο τραπέζι και σερβίριζε το μεσημεριανό φαγητό. O άντρας της την χάιδευε ελαφρά στο κεφάλι, έκαναν και οι δυο τον σταυρό τους, εκείνος έκοβε το ψωμί και έτρωγαν ότι είχε ετοιμάσει με φροντίδα η Σοφία.

Τα χρόνια περάσαν, και όλα γύρω τους άλλαξαν, μεγάλωσαν. Μεγάλωσαν και οι ίδιοι. Τον Γιάννη τον φώναζαν μπαρμπα-Γιάννη και την Σοφία, άμια-Ντουντούκα. Και δεν είχαν αλλάξει μόνο τα ονόματα, αλλά και οι χαρακτήρες. Ο άνθρωπος, όσα χρόνια κι αν περάσουν, έχει ανάγκη να εμφανίζει πολλούς εαυτούς: μια καθώς πρέπει, άλλη του κλέφτη, μια άλλη ερωτική, κάποια του αλαφροΐσκιωτου... Λένε πως, σιγά-σιγά, μπορεί να αναπτύξουμε μια εσωστρεφή τάση, μια ψυχολογική αστάθεια, μια δαιμονική παραφροσύνη. Ποιος ξέρει πόσους εαυτούς κρύβουμε μέσα μας και ποια στιγμή στην ζωή μας βγαίνουν από τα σπλάχνα μας μας και γίνονται μάσκα στο πρόσωπό μας. Μια μάσκα με άλλη φυσιολογία, με διαφορετικές γραμμές και συσπάσεις, ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπο.

Λένε πως η φυσική και σωματική κόπωση μας οδηγούν και σε ψυχολογική κόπωση που για μερικούς γίνεται αγχώδης διαταραχή με απρόβλεπτες συνέπειες. Λένε ότι η λύπη είναι ο πλησιέστερος γείτονας της παραφροσύνης. Λένε πολλά και διάφορα, αλλά ποιος ξέρει τι σκοτεινοί και μύχιοι μηχανισμοί λειτούργησαν εκείνην τη μέρα...

Eκείνο το μεσημέρι, η άμια-Ντουντούκα καθότανε σε μια παλιά καρέκλα, δίπλα στο κεντρικό τραπέζι που έτρωγε μαζί το ζευγάρι. Ο μπαρμπα-Γιάννης, ο άντρας της, κουρασμένος από τη ζωή, σηκώθηκε με αργές κινήσεις, πήρε μια πάνινη πετσέτα, σκέπασε το κεφάλι της, και ψυθίρισε στο αφτί της να μη φωνάξει. Σήκωσε τότε ψηλά τα χέρια του και την χτύπησε με το σιδερένιο υνί στο κεφάλι.

 

Μοιραστείτε το