Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο.

–Φέρε μου το άλογο και το μεγάλο μου σπαθί, αυτό που κόβει σίδερα και σπάει βράχια, είπε, και η φωνή του αντήχησε σε όλα τα γύρω βασίλεια.
Να σου σελώσω το άλογο σου και να σου φέρω το μεγάλο σου σπαθί που κόβει σίδερα και σπάει τα βράχια, επανέλαβε μηχανικά η γυναίκα του χωρίς να καταλάβει γιατί όλες αυτές οι ετοιμασίες.
–Να μου φέρεις και τον θώρακα με τα χρυσά στολίδια και τη μεγάλη σκαλιστή περικεφαλαία μου με τα μαύρα τα φτερά, αυτή να φέρεις, αυτή που φοράω στους πολέμους!
–Να στα ετοιμάσω άντρα μου...
–Γυναίκα, όχι την περικεφαλαία την απλή που έχει την προσωπίδα μπροστά! Θέλω την άλλη! Αυτή που αφήνει ανοιχτό το πρόσωπό μου και μπορώ να βλέπω τον εχθρό!
–Πάρε άντρα μου αυτή που σου αφήνει ανοιχτό το πρόσωπο να βλέπεις τον εχθρό, αυτή, τη σκαλιστή με τα μαύρα φτερά.
–Πιάσε μου και τον θώρακα με τα χρυσά στολίδια και τους σταυρούς επάνω!
–Θα σου δώσω ότι μου ζητάς άντρα μου, αλλά σε παρακαλώ μην πας. Ακούω την καμπάνα να χτυπάει δυνατά...
–Δεν είν' καμπάνα! Οι χτύποι της καρδιάς μου είναι που χτυπάνε δυνατά γιατί βιάζομαι να μπω στη μάχη!
–Άντρα μου μην πας. Ακούω το κλάμα που κάνει ο πύργος μας...
–Δεν κλαίει ο πύργος, μόν' τρίζουνε οι πόρτες για να τρομάξουν τα δαιμόνια!
–Άντρα μου, τα μαύρα φτερά της περικεφαλαίας έχουν χαθεί...
–Σώπα πια, της φώναξε εκείνος. Τα φτερά τα πήρα εγώ για να φτιάξω σαΐτες για το τόξο μου.
Και πριν προλάβει να του πει κάτι η γυναίκα του, χτύπησε με το καμουτσίκι του το άλογο και όρμησε σαν τον άνεμο. Εμπρός, φώναξε εκείνος, και το άσπρο άλογό του κάλπασε βγάζοντας έναν τρομερό ήχο.

Οι άνθρωποι του οικισμού κλειδώθηκαν στα σπίτια τους, τα δέντρα παραμέρισαν, τα κοράκια στον δρόμο για το Μπουρό πέταξαν μακριά. Mόλις το παλικάρι πλησίασε τους δράκοντες, αυτούς τους φύλακες του σκότους, όρθωσε το σπαθί του ψηλά στον αέρα και η λάμα του φώτισε σαν αστραπή. Στο μέρος με τα θεόρατα βόλια είχαν χαθεί τόσα και τόσα παλικάρια στο παρελθόν...

Το πρώτο που χάθηκε στη μάχη ήταν το λευκό άλογο. Μετά σχίστηκε στα δύο η μεγάλη  περικεφαλαία με τα μαύρα φτερά και, λίγο αργότερα, κόπηκε στην μέση ο θώρακας με τα χρυσά στολίδια... Ο ίδιος δε φοβήθηκε καθόλου και με το σπαθί στο χέρι συνέχισε μόνος του να κυνηγάει τους δράκοντες του σκότους σ' εκείνες τις καταραμένες πέτρες.

Η σύγκρουση ήταν τρομερή. Οι δράκοι προσπάθησαν να ξεφύγουν από το σθένος και την ορμή του παλικαριού, που έδειχνε να μη φοβάται τίποτα. Βράχια κόπηκαν στη μέση και άλλα μετακινήθηκαν τόσο, που εκείνα τα χρόνια υπήρχαν στον Πετριάδο και σήμερα μπορείς να τα δεις στη Σαμπερλίκ.

Στο τέλος της ημέρας, μια βουή κι ένα σύννεφο από σκόνη τα είχε σκεπάσει όλα. Οι δράκοντες τσακίστηκαν για τα καλά και συντρίφτηκαν πέφτοντας στην κρύα θάλασσα της Κολυμπήθρας, αφήνοντας στο πέρασμά τους μια φωτεινή γραμμή στον αέρα αλλά και μια κατάρα στι παλικάρι που τους εξόντωσε.

Δεν είχε υπάρξει μεγαλύτερη μάχη στο νησί μέχρι εκείνο το πρωινό. Στους λόφους που άλλοτε ήταν γεμάτοι δέντρα, δεν είχαν μείνει παρά ελάχιστα μικρά βελάνια ενώ, στα καταπράσινα λιβάδια, είχαν περισωθεί λίγα σχίνα και ακόμη λιγότερα βάτα. Εκεί, που κάποτε περνούσε το γάργαρο νερό τις Γρίζας είχε απομείνει ένας ξεροπόταμος, γεμάτος άμμο και βόλια.

Τίποτε δεν ήταν όπως πριν. Tα πάντα ξεράθηκαν και το χώμα είχε πετρώσει. Απ' όλα αυτά που υπήρχαν κάποτε, μόνο τα κοράκια επέστρεψαν στη μέση του δρόμου για το Μπουρό. Μόνο αυτά συνέχιζαν να πετάνε στο σκονισμένο ουρανό αφού τα τελευταία περιστέρια, όσαν σώθηκαν από τη μάχη, έφυγαν μακριά, αφήνοντας τους λιγοστούς περιστεριώνες να βρίσκονται στη θέση τους χωρίς λόγο...

Πριν γυρίσει στο κάστρο του ο νικητής κατέβηκε στο πηγάδι να πιει λίγο νερό, να ξεδιψάσει από την τιτάνια μάχη. Ήπιε, δροσίστηκε και κάθισε να ξαποστάσει στο δεύτερο ξυνάρι. Τώρα, το νερό ήταν μαγικό; η κατάρα των δράκων είχε πιάσει; δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Όταν θέλησε να θυμηθεί γιατί βρέθηκε εκεί δεν θυμόταν το γιατί. Όταν κοίταξε το σπαθί –που δεν έλεγε να αφήσει από τα δάχτυλά του– δε καταλάβαινε γιατί το κρατούσε...

Από εκείνη την στιγμή ήρθε η λήθη! Ξέχασε ποιος ήταν και τι είχε καταφέρει στη ζωή του. Λησμόνησε τη γυναίκα του που τόσο ανησυχούσε γι' αυτόν. Μπορεί να συνέχισε να τραγουδάει, να συνέχισε να γελάει, αλλά έπαψε να θυμάται τα παλιά. Ξέχασε τον πύργο και το σπαθί του, το πιστό λευκό του άλογο, αυτό που πρώτο έφευγε για μάχη. Λησμόνησε ακόμη και τη μικρή του κόρη, που πλέον είχε μεγαλώσει κι' είχε κι εκείνη παντρευτεί.

Σήμερα, τόσα χρόνια μετά από εκείνη την ιστορία, ο ίδιος δε θυμάται τίποτα. Όσοι το γνώρισαν λένε πως η μάχη αυτή συνέβη μόνο στο μυαλό του και παραβλέπουν τα σημάδια. Παραβλέπουν πως από 'κείνη την μέρα ξεράθηκε για πάντα τούτος ο τόπος, παραβλέπουν πως χάθηκαν όλα σχεδόν τα δέντρα μετά την κατάρα των δράκων.

Ακόμη και σήμερα, πότε-πότε, τον βρίσκουμε στα δρομάκια αυτού του μικρού χωριού –που τώρα πια το λένε Βωλάξ–, αλλά κι αυτό το όνομα αν του πείτε, πάλι δεν θα του θυμίσει κάτι. Μόνο τα κοράκια παρατηρεί όταν περνάει απ' το Μπουρό, και τα κοιτάει ώρες αμίλητος από τον πύργο του, ψάχνοντας μάταια να θυμηθεί μια σπίθα από 'κείνα τα χρόνια, τα χρόνια τα ηρωικά, τότε που ήταν Άι-Γιώργης και ήξερε πως να σκοτώσει τους δράκοντες...

Τον άνθρωπο αυτόν τον λένε Γιώργο Πρίντεζη και μπορεί να μην το θυμάται, αλλά ήταν κάποτε νονός μου.

Μοιραστείτε το