Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

όλοι αυτοί που θα διαβάσετε, έτσι πραγματικά ονομάζονται, μα θα μπορούσαν να έχουν όποιο όνομα τους δώσετε εσείς...

****

ανάμεσα στα βράχια και μέσα στην υγρασία είχε χώσει ο Νταβερώνης το μικρό κρεβάτι του –κουλουριασμένος κοιμόταν εκεί τα βράδια. τεντωμένος δεν χωρούσε. τόσο μαζεμένος ήταν, που δεν κουνιότανε καθόλου. τα όνειρά του κι αυτά υγρά, κι αυτά κουλουριασμένα. μουντή και πληκτική κι η πέτρα πίσω του. λένε πως όπως ξάπλωνε, ξυπνούσε. ψέματα! γκρίζος έπεφτε, μαύρος σηκωνόταν. και κάποια στιγμή φοβήθηκε και κοίταξε ευθύς τον πέτρινο τον όγκο. ένιωθε πως αν ερχόταν η στιγμή του, αν έπρεπε να φύγει κι αυτός όπως κι άλλοι, αν έτσι όπως έπεφτε σταχτής και δεν ήταν γραμμένο ξανά να σηκωθεί, δεν θα ξεχώριζε κανείς την πέτρα από τον ίδιο.

****

λένε πως στον Πόρτολο του άρεσε να κοιμάται. ήθελε να ονειρεύεται η συνείδησή του. ήθελε κατά την διάρκεια του ύπνου να αφήνει το σώμα του και να ταξιδεύει σε  κόσμους άλλους. να βλέπει τόπους ήθελε αφού, σ' αυτόν εδώ, στην γενέθλια γη της βωλάξ, δεν είχε την όρασή του...

****

στους κεντρικούς δρόμους του χωριού, μπορεί να συμβούν τα πιο περίεργα πράγματα: το μεσημέρι καθώς γύρναγε στο σπίτι του ο Ζώρζης, ένιωσε άδειος και κενός, σαν να γυρνούσαν στο σπίτι του μόνο τα σκονισμένα ρούχα του, χωρίς εκείνον μέσα.

****

(εδώ υπήρχε η ιστορία με την Μαριετίνενα αλλά, δεν ξέρω γιατί, την αφαίρεσα ένα βράδυ, τελευταία μέρα του Aυγούστου, το 2013).

****

στα κ'βαράκια, διπλά στο μονοπάτι για το διπλανό οικισμό και μέσα στο ποτάμι, στρογγυλές πέτρες –τελείως διαφορετικές από το υπόλοιπο χωριό– μπορείς να βρεις εκεί. κι αυτό γιατί έχουν μαύρο, καμμένο χρώμα. και ίσως αν ψάξεις καλά, σε όλα τα περάσματα, σε κάθε δρόμο και μονοπάτι του χωριού, στην είσοδους και την εξόδό του, αυτές τις μαύρες πέτρες βρίσκεις... αλλά εκεί είναι οι περισσότερες, στα καταπράσινα κ'βαράκια. Aπό κείνο λοιπόν το πέρασμα έφυγε κι ο Σκιαδίνης, και φεύγοντας μαζί με όλα του τα συμπράγκαλα, πέταξε κι αυτός μια μαύρη πέτρα πίσω του και δεν ξαναπάτησε ποτέ πια στο χωριό...

****

λίγο μετά από το στρατό, ο Γιάνς, για πρώτη και τελευταία φορά αρρώστησε  και πήγε να συναντήσει την μητέρα του. έφυγε κατευθείαν να τη βρει γιατί, σχεδόν καθόλου, δεν πρόλαβε σε τούτη τη ζωή να τη γνωρίσει.

****

να ζεσταθούν τα σωθικά του ήθελε, να πιει, να διασκεδάσει, και μόλις έκλεισε το μαγαζί ο Γιακουμής, δεν τράβηξε για σπίτι· στην εκκλησιά απ' έξω κάθισε και ήπιε όσο μπορούσε και όλα του έφταιγαν μετά: το κυπαρίσσι, οι σκιές, τα πάντα. και νόμιζε –στα τριανταπέντε του– πως κάποιο λάθος έγινε σε τούτη τη γιορτή, πως τα εκατοστά γενέθλια γιόρτασε με το ρακί στο χέρι.

****

κάθε σάββατο ανελλιπώς, άναβε η σουόρα-Ζαμπέτα το καντηλάκι στο εκκλησάκι του άγιου μάρκου. και το βράδυ του μαρτίου, ένα χάσμα ένιωσε η ψυχή της, ένα αβάσταχτο κενό. κάτι ανεξήγητο αισθάνθηκε που την ανάγκασε, για μία και μοναδική φορά, να μην ακολουθήσει το καθήκον της, να μην ανάψει τα φουφλιά στο καντηλάκι. μια ρωγμή ένιωσε, λίγο πάνω από την καρδιά της και, ξαπλωμένη, μηδένισε τις μέρες κι άρχισε να τις ξαναμετράει όλες πάλι απ' την αρχή, μέχρι να βγει σαββάτο.

****

μονάχος ήταν, σπίτι δεν είχε, ούτε ένας τόσος δα κηπάκος δεν του έπεφτε. τα βράδια ξάπλωνε ο Ορφανός πολύ πιο μόνος από όσο και ο ίδιος νόμιζε. και το πρωί, χαράματα, έβγαινε από το καμαράκι και στην πηγή κατέβαινε, το κεντρικό πηγάδι. στο ξυνάρι με το διάφανο νερό, μίλαγε τ' εαυτού του. λέξεις περίεργες έλεγε να μην τον καταλάβουν. είχε γεράσει πια κι ένιωθε κουρασμένος. πόσες μέρες του 'μεναν, αυτό σκεφτόταν εκεί, στο βάθος του μαρμάρου, στα δροσερά νερά,  και έμενε ακίνητος με μάτια καρφωμένα. ο εαυτός του ήτανε που καθρεφτίζονταν 'κει μέσα, με όμοια μορφή και άλλη ταυτοχρόνως. και χάζευε κι αυτός αφού 'ταν πάντα μόνος. τον εαυτό του κοίταγε, την άδεια τη μορφή του. σαν να μην καταλάβαινε κι αυτή, τον Ορφανό κοιτούσε. και τότε ταράχτηκε η πηγή, κι δυο γίνανε ένα. μόνος ξανάγινε ο Ορφανός και πήρε όλο τον τρόμο: όχι τόσο που δε θα ζούσε, αλλά που δεν είχε ήδη ζήσει...

****

εννιά σκιερές κι αβάσταχτες ιστορίες είπαμε. παρά μία δέκα. να κι η τελευταία: τον Αγανάρα μόνο του τον αφήσανε στη κεντρική πλατεία του χωριού κι ήρθανε και τον πήρανε καμιά εξηνταριά χρόνια αργότερα...

****

κάτι τελευταίο: στα παραπάνω κείμενα, κράτησα με κεφαλαία γράμματα μόνο τα ονόματα των χωρικών. ας πούμε χωρίς λόγο.

 

 

Μοιραστείτε το