Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Mερικές φορές, η πραγματική ιστορία είναι σαν παραμύθι. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια στο χωριό, μια νεαρή κοπέλα δέχτηκε κλωτσιά από αγελάδα και τραυματίστηκε θανάσιμα... Αντί της ιστορίας της, μεταφέρουμε μια διασκευή ενός παραμυθιού, από τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Σ' ένα χωριό ζούσε μια ορφανή κοπέλα που την έλεγαν Μαρία. Δεν είχε κανέναν στον κόσμο παρά μόνο μιά μητριά, που ήταν κακιά και τη βασάνιζε. Πρωί πρωί της έδινε μια φέτα ψωμί και ύστερα την έστελνε για να βοσκήσει τη γελάδα. 

Μια μέρα, εκεί που η Μαρία έβοσκε τη γελάδα, την έπιασε το παράπονο και είπε φωναχτά: «Θεέ μου, γιατί μου πήρες τη μανούλα μου και μ' άφησες σε ξένα χέρια; Καλύτερα να πέθαινα κι εγώ». Η γελάδα την άκουσε και της είπε: «Μη στεναχωριέσαι, κόρη μου. Εγώ θα σου δώσω να φας. Άνοιξε το κέρατό μου και πάρε από μέσα ό,τι θέλεις».

Έτσι και έγινε, και η Μαρία άρχισε να τρώει και να ομορφαίνει. Η μητριά της την έβλεπε που ομόρφαινε και πήγαινε να σκάσει απ' το κακό της. Μια μέρα λοιπόν πήγε κρυφά στο λιβάδι και είδε τη Μαρία που άνοιγε το κέρατο της γελάδας και έτρωγε. Τότε κατάλαβε γιατί ομόρφαινε η ορφανή, γι' αυτό και αποφάσισε να σφάξουν τη γελάδα.

Η Μαρία στεναχωρέθηκε πολύ. Έτρεξε στην αγαπημένη της γελάδα και της είπε τα άσκημα μαντάτα. Εκείνη την κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια και της είπε: «Μη στεναχωριέσαι, κόρη μου. Όταν έρθουν να με σφάξουν, να πεις πως μόνο εσύ μπορείς να με πιάσεις». Η Μαρία την άκουσε και, όταν ήρθουν να πάρουν τη γελάδα, την έπιασε αμέσως από την ουρά. Και τότε όλοι είδαν έκπληκτοι τη γελάδα και τη Μαρία, που πέταξαν μαζί στον ουρανό.

 

Μοιραστείτε το