Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στη πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν. Πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν. 

Όλα συνέχισαν να κυλούν κανονικά -άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει κανονικά... Ας πούμε ότι όλα έδειχναν να ηρεμούν. Συνέχισε η ζωή. Φύσηξε, έβρεξε, βγήκε ήλιος, ξαναφύσηξε. Πέρασαν 130 ημέρες –ακριβώς– και πήγε άλλος ένας επισκέπτης να τον δει. Σήμερα, στις 15 του μηνός. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους. Ήταν αυτός που αδειάζει τα σπίτια από την σκιά των ανθρώπων. Ο Μάρκος πάντα φιλόξενος. Tον δέχτηκε, θέλησε να τον κεράσει ρακί (του έδωσε πριν ένα μπισκότο, για να μη μεθύσει) και του ζήτησε να κάτσουν να τα πουν.

Ο επισκέπτης δεν ήπιε. Τον πήρε απ' το χέρι κι έφυγαν μαζί. Aπότομα. Τα πράγματα του σπιτιού έμειναν στη θέση τους. Οι φθαρμένες πράσινες καρέκλες, το παλιό ποτήρι που εκτελούσε χρέη βάζου, μια φωτογραφία εκεί κοντά. Τα ποτηράκια για το ρακί δεν τ' άγγιξε κανείς. Tο Μαρκάκι έπρεπε να επιστρέψει στο χωριό. Aύριο θα γίνει η κηδεία του και δεν μπορεί να λείψει.

Το τραπέζι του σπιτιού άρχισε να μαζεύει σκόνη. Τα πράγματα έχουν την τάση να δέχονται τη σκόνη και να μην κάνουν τίποτε για να τη διώξουν. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρουν να κάνουν κάτι άλλο, δεν μπορούν χωρίς την πνοή των ανθρώπων τους. Που κι αυτοί πάλι, έφυγαν ξαφνικά κι απροσδόκητα δίχως ν’ αφήσουνε ένα σημείωμα ότι θα επιστρέψουν.

Ο Μάρκος δεν είχε παιδιά· όλοι εμείς είμαστε τα παιδιά του. 

 

Μοιραστείτε το