Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Σας δίνουμε την «ιστορία-πίσω-από -τον-μύθο» (βραδυνή πυρά του Camp, 9.08.2012) που δικαιολογούσε τι ήταν αυτό που έψαχναν οι ομάδες στο Κυνήγι του Θησαυρού. Μας την μετέφερε ο μπαρπα-Μητς...

Πρόλογος

Το παραμύθι είναι μια φανταστική προφορική διήγηση, που συνήθως αποτελείται από πολλά και διαδοχικά επεισόδια, και πολλές φορές από διαφορετικές ιστορίες όπου η μία σε οδηγεί στην επόμενη. Το παραμύθι διαφέρει από τον μύθο, είναι παρά-τον-μύθο, γι αυτό και λέγεται παραμύθι. Λένε πως όλος ο κόσμος του πρωτόγονου ανθρώπου, η θεωρία και ο φόβος του για τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, η πίστη του στη μαγεία και οι δεισιδαιμονίες του, η πίστη του στις υπερφυσικές ικανότητες των μάγων, η στενή του σχέση με τα ζώα –τα οποία θεωρούσε συντρόφους, τα όνειρα που έκανε και τον μετέφεραν σε άγνωστους τόπους με τρόπο ανεξήγητο, πέρασε μέσα στα παραμύθια.

Λένε ακόμη πως  όσο ταξιδεύουμε πίσω στο χρόνο τόσο τα πραγματικά γεγονότα χάνονται και γίνονται ιστορίες που μεταφέρουν προφορικά οι άνθρωποι μεταξύ τους και, σιγά σιγά αυτές οι ιστορίες, γίνονται μύθοι με αλληγορική σημασία και διδακτικό περιεχόμενο, όπως αυτοί του Αισώπου. Όταν πάλι οι μύθοι χάσουν τα βασικά τους συστατικά, τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά τους, τότε απλουστεύονται και γίνονται παραμύθια...

Τα παραμύθια που θα πούμε σήμερα, έχουν μια πραγματική διάσταση πίσω από αυτά, ή καλύτερα, η πραγματική διάσταση αυτών των ιστοριών μειώνεται γιατί ακούγονται σήμερα σαν παραμύθια. Κι όμως, ότι πούμε εδώ είναι αλήθεια. Και η αλήθεια πολύ συχνά φαίνεται σαν ψέμα... Θα μιλήσουμε για τον Γιάννη τον Ταζέλο, τον τρελλό του χωριού, όπως λένε, και θα πούμε τρεις μικρές ιστορίες που θα μας οδηγήσουν στο αυριανό "Παιχνίδι του Θησαυρού" που έχουμε να παίξουμε. Ακούστε λοιπόν αυτές τις ιστορίες με μεγάλη προσοχή!


Η πρώτη ιστορία του παππού του Ταζέλου

Tα πολύ παλιά χρόνια στη Βωλάξ υπήρχε μια γριά γυναίκα που είχε τρεις κόρες. Μια μέρα πήρε μαζί της την μικρότερη και πήγανε να δουλέψουν στα χωράφια. Στο σπίτι μείνανε οι άλλες δύο. Η μεγάλη συγύριζε τον χώρο και η μεσαία μαγείρευε. Κάποια στιγμή ακούνε χτύπημα στην πόρτα τους και βγαίνουνε να δούνε ποιος είναι. Μπροστά τους εμφανίζεται ένας Δράκος ο οποίος κουβαλούσε ένα καλαθάκι με ρεβίθια. Αυτές τρομάξανε μόλις τον είδανε και τον ρώτησαν τι θέλει. Εκείνος τους απάντησε ότι ήθελε μία μικρή ελεημοσύνη, αλλά μέχρι να πάει η μία από τις δύο κόρες να του δώσει λίγα χρήματα, του έφυγε το καλάθι από τα χέρια και έπεσαν έξω όλα τα ρεβίθια.

Η μεγάλη κόρη του έφερε τα χρήματα αλλά τον βρήκε κάτω γονατιστό να τα μαζεύει ένα ένα. Θα σου δώσω κάτι παραπάνω να αγοράσεις ότι σου έπεσε του είπε αυτή αλλά ο Δράκος συνέχισε. Πέρασε μία ώρα, δύο ώρες και ο Δράκος συνέχιζε να μαζεύει τα ρεβίθια του. Βγήκε τότε και η άλλη κόρη και του είπε ότι θα του δώσει εκείνη ένα μεγάλο πιάτο ρεβίθια και ότι δεν χρειάζεται να τα μαζεύει. Ο Δράκος όμως αρνήθηκε για δεύτερη φορά και συνέχισε να τα ψάχνει. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και, κάποια στιγμή, γύρισε η γριά με την μικρότερη την κόρη. Σάστισαν και οι δυο που είδαν τον Δράκο έξω από το σπίτι τους, και η γριά ρώτησε αμέσως τι έχει συμβεί την μεγάλη της κόρη. Εκείνη, της εξήγησε ότι ήρθε ο Δράκος το πρωί για μια μικρή ελεημοσύνη και ότι ακόμη δεν είχε φύγει γιατί δεν είχε βρει όλα τα ρεβίθια που του είχαν πέσει από το καλάθι. Τότε η γριά στράφηκε προς το μέρος του και του πρότεινε να του δώσει η ίδια όλα τα ρεβύθια που είχαν στο κιούπι της κέλας τους. Ο Δράκος αρνήθηκε ξανά, ευχαρίστησε τις γυναίκες για την καλοσύνη τους και συνέχισε να ψάχνει τα ρεβίθια του.

Πέρασε ακόμη μία ώρα και τότε είπε στη γριά ότι τα είχε μαζέψει όλα. Εκείνη χάρηκε, αλλά αυτός πριν φύγει της λέει: «είσαστε τόσο καλοί άνθρωποι που θα ήθελα να σας το ξεπληρώσω. Δώσε μου γριά την μεγάλη σου κόρη να την πάρω μαζί μου, να την παντρευτώ, και θα μπορέσει να ζήσει σαν βασίλισσα». Ρώτησε τότε η γριά την μεγάλη της κόρη και εκείνη δέχτηκε για να μην επιβαρύνει άλλο την οικογένειά της και να την βοηθήσει στέλνοντας χρήματα μετά τον γάμο. Έτσι κι έγινε. Πήρε ένα φανάρι και ξεκίνησαν μαζί με τον Δράκο για να πάνε σπίτι του. Περπάτησαν κάμποση ώρα, η κόρη κουράστηκε και μόλις έφτασαν στον πύργο του Δράκου του ζήτησε να πιει και να φάει κάτι. Εκείνος την κοίταξε με πολύ αυστηρό βλέμμα και τις έβαλε σε ένα πιάτο να φάει ανθρώπινο κρέας: μια μύτη, δύο αφτάκια και κάποια ακόμη ανθρώπινα κόκαλα να γλείψει. Εκείνη τρόμαξε και μόλις έκανε ο δράκος να βγει από το δωμάτιο, αμέσως έτρεξε και τα έκρυψε. Μόλις ο Δράκος γύρισε και είδε άδειο το πιάτο της, τη ρώτησε: «έφαγες γυναίκα μου αυτά που σου έδωσα;». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και του είπε ότι τα έφαγε. Τότε ο Δράκος φωνάζει δυνατά: «ανθρώπινη τροφή είσαι στην κοιλιά της γυναίκας μου;». «Όχι», απάντησε εκείνη. Η μύτη είπε ότι βρισκόταν μέσα σε μια γλάστρα, τα αφτάκια πίσω από τους τετζερέδες και τα κόκαλα κάτω από το χαλί. Μόλις το άκουσε αυτό ο Δράκος, εκνευρίστηκε και είπε στην κοπέλα: «ώστε μου είπες ψέμματα ότι τα έφαγες! Τότε ήρθε η ώρα να φάω και γω!» Και την άρπαξε με δύναμη και την έφαγε!

Το επόμενο πρωί κίνησε πάλι ο Δράκος στο σπίτι της γριάς. Χτύπησε την πόρτα και εκείνη βγήκε να δει ποιος είναι. Μόλις τον αντίκρισε του είπε: «γεια σου Δράκο τι έγινε η κόρη μου;» «Παντρευτήκαμε γριά και την έχω σα βασίλισσα», είπε εκείνος. «Της λείπουν όμως οι αδερφές της. Δεν μου δίνεις και την δεύτερη να την παντρέψω και αυτή με ένα καλό παιδί, να είναι κοντά με την αδερφή της;». Ρώτησε η μάνα την μεσαία κόρη και εκείνη δέχτηκε. Έτσι, κίνησαν όπως και την άλλη φορά για τον πύργο του Δράκου. Περπάτησαν κάμποση ώρα και η δεύτερη κόρη κουράστηκε, και μόλις μπήκανε μέσα στον πύργο του Δράκου του ζήτησε να πιει και να φάει κάτι. Εκείνος έδωσε και σε εκείνην ανθρώπινο κρέας να φάει|: λίγο ώμο, ένα αφτί και μερικά δάχτυλα να γλείψει. Εκείνη τρόμαξε τόσο που μόλις ο Δράκος έκανε να βγει από το δωμάτιο, αμέσως τα έκρυψε. Όταν ο Δράκος είδε άδειο το πιάτο της, τη ρώτησε: «έφαγες αυτά που σου έδωσα;». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και του είπε ότι τα έφαγε. Τότε ο Δράκος φωνάζει δυνατά: «ανθρώπινη τροφή είσαι στην κοιλιά της κοπέλας;». «Όχι», του απάντησε εκείνη: «ο ώμος βρισκόταν μέσα σε ένα κουτί, το αφτί μέσα σε ένα κύπελλο, και τα δάχτυλα πίσω από την πόρτα». Μόλις το άκουσε αυτό ο Δράκος, εκνευρίστηκε πολύ και της είπε: «ώστε μου είπες ψέμματα ότι τα έφαγες! Τότε ήρθε η ώρα να φάω και γω!». Και την άρπαξε και την έφαγε κι εκείνη.

Το επόμενο πρωί κίνησε ξανά ο Δράκος για το σπίτι της γριάς. Χτύπησε την πόρτα και εκείνη βγήκε να δει ποιος είναι. Μόλις τον αντίκρισε του είπε: «γεια σου Δράκο τι έγιναν οι η κόρες μου;». «Δε μπορείς να φανταστείς πόσο χαρούμενες είναι που βρεθήκανε και οι δυο μαζί», της είπε εκείνος. «Τους λείπει όμως και η μικρότερη αδερφή τους, να μην είναι χωριστά. Δεν μου τη δίνεις κι αυτή, να την παντρέψω με ένα καλό παιδί που ξέρω;». Ρώτησε λοιπόν η μάνα την μικρή κόρη. Εκείνη όμως, αγαπούσε ένα παλικάρι από το χωριό και δεν ήθελε να παντρευτεί άλλον. Από την άλλη ήθελε να δει τις αδερφές της και έτσι δέχτηκε. Μια και δυο, ακολούθησε τον Δράκο μέχρι τον πύργο του.

Μόλις μπήκανε στον πύργο του ζήτησε κι εκείνη να πιει και να φάει κάτι. Πάλι τα ίδια ο Δράκος. Της έδωσε ανθρώπινο κρέας και σηκώθηκε από το τραπέζι μέχρι να το φάει. Εκείνη επειδή ήτανε μικρή φοβήθηκε τόσο που με βαριά καρδιά τα έφαγε. Μόλις ο Δράκος γύρισε στο τραπέζι είδε το άδειο πιάτο και την ρώτησε: «έφαγες αυτά που σου έδωσα;». Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Τότε ο Δράκος φωνάζει δυνατά: «ανθρώπινη τροφή είσαι στην κοιλιά της κοπέλας;». «Ναι», ακούστηκε μέσα από την κοιλιά. Μόλις το άκουσε αυτό ο Δράκος ηρέμησε και της είπε: «είσαι τυχερή γιατί αν δεν τα είχες φάει θα έτρωγα εσένα όπως έκανα με τις αδερφές σου!». Η μικρή τρόμαξε τόσο πολύ που δεν έβγαλε κουβέντα. 

Την επόμενη όμως μέρα, μόλις ο Δράκος έφυγε για δουλειές στην πόλη, βγήκε έξω και άρχισε να κλαίει. Άκουσε το κλάμα της το παλικάρι που αγαπούσε, που είχε βγει εκείνη την ημέρα για κυνήγι, και μπόρεσε και την βρήκε. Εκείνη τον αγκάλιασε και του είπε όλη την ιστορία με αυτήν, τις αδερφές της και τον Δράκο. Το παλικάρι της είπε να μην ανησυχεί και ότι θα τον πιάσει και θα τον φυλακίσει. Άφησε λοιπόν την κόρη και ακολούθησε τις πατημασιές του Δράκου για να πάει να τον φυλακίσει. Περπατώντας ώρες ολόκληρες έφτασε έξω από μια μεγάλη σπηλιά και είδε τον Δράκο να βρίσκεται μέσα και να κάθεται επάνω σε ένα βουνό από χρυσά νομίσματα και κοσμήματα με πολύτιμες πέτρες. Τότε, βάζοντας μεγάλη δύναμη, κύλησε μια πελώρια πέτρα και του έκλεισε την είσοδο ώστε να μην μπορεί να ξαναβγεί μέσα από τη σπηλιά. Μετά, έτρεξε αμέσως πίσω στον πύργο, πήρε την αγαπημένη του και περπάτησαν μέχρι το σπίτι της γριάς για να της πούνε τις περιπέτειές τους. Εκείνη χάρηκε μόλις τους είδε, έκλαψε πολύ μόλις άκουσε για τις άλλες δύο κόρες της και στο τέλος τους έδωσε την ευχή της για να παντρευτούνε. «Ας ευτυχίσει και κάποιος σε αυτό το σπίτι», τους είπε και το ζευγάρι παντρεύτηκε. 

Αυτοί λοιπόν οι δύο ήταν ο παππούς και η γιαγιά του Γιάννη του Ταζέλου που, μετά από λίγο καιρό, απέκτησαν έναν γιο και έζησαν ήρεμα και αγαπημένα την υπόλοιπη ζωή τους.

Η δεύτερη ιστορία του πατέρα του Ταζέλου

Ο γιος αυτός, που ήταν ο πατέρας του Ταζέλου και τον έλεγαν Ματθαίο, μεγάλωσε και έγινε παλικάρι. Όμως τα πράγματα στο χωριό δεν ήταν καθόλου εύκολα. Κάτι οι αρρώστειες, κάτι τα δύσκολα χώματα του χωριού και ο Ματθαίος έγινε ένας φτωχός άνθρωπος και η γη της Βωλάξ δεν του ήταν αρκετή. Βγήκε λοιπόν στον κόσμο να βρει την τύχη του. Περπάτησε, περπάτησε, περπάτησε ώσπου βρήκε κάποια στιγμή κάτω ένα ρεβίθι. Το έπιασε και το σήκωσε. Θυμήθηκε πως είχε ξεκινήσει για να βρει την τύχη του, και αφού βρήκε το ρεβίθι, θα πει πως αυτό ήταν η τύχη του. Το κοίταζε λοιπόν και σκεφτόταν: «αν φυτέψω ένα ρεβίθι, του χρόνου θα έχω εκατό ρεβίθια κι αν τα σπείρω και τα σοδιάσω θα βγάλω εκατοντάδες περισσότερα. Αν μάλιστα τα δεκαπλασιάσω την τέταρτη χρονιά θα έχω πολλές χιλιάδες ρεβίθια». Αυτά σκεφτόταν και έβγαλε ένα μαντήλι να κρύψει τον θησαυρό του, και κάθε τόσο, έπαιρνε μολύβι και χαρτί και λογάριαζε πόσα ρεβίθια θα είχε την μια χρονιά και πόσα την επόμενη.

Αντί όμως να γυρίσει σπίτι του και να το φυτέψει, στο μυαλό του είχε ήδη βγάλει το αποτέλεσμα. Τράβηξε λοιπόν για την Κολυμπήθρα να νοικιάσει πλοία για να φορτώσει σ' αυτά όλο του το βιος. Μόλις έφτασε στο λιμάνι είδε ένα μεγάλο καράβι και κάποιες μικρότερες βαρκούλες. Φώναξε σε κάποιους ναύτες που μπορεί να βρει να νοικιάσει καράβια για να φορτώσει την περιουσία του. Εκείνοι σάστισαν και αναρωτήθηκαν πόσο πλούσιος είναι αυτός που χρειάζεται πολλά καράβια για να βάλει την περιουσία του. Ο Ματθαίος, έβγαλε το ρεβίθι κατά μέρος και άρχισε να ξανακάνει τους λογαριασμούς του. Οι ναυτικοί τον ρωτήσανε πόσα πλοία χρειάζεται:

–Ένα;
–Τι να σου κάνει;
–Δύο;
–Δεν φτάνει...
–Τρία;
–Δεν χωράνε...
–Τέσσερα;
–Για ποιον με πέρασες;
–Δεκατέσσερα;
–Σου είπα, όλο το βιος μου!
–Εικοσιτέσσερα;
–Άντε, ας σαλπάρουμε!

«Περίμενε», του λένε! «Που να βρούμε τόσα πλοία εδώ. Πρέπει να περάσουμε απέναντι, στον σουλτάνο, να μας νοικιάσει εκείνος που έχει αρκετά». Δέχτηκε ο Ματθαίος, ανέβηκε στο μεγάλο πλοίο, και κίνησε μαζί με τους ναύτες να πάνε απέναντι να δανειστούν άλλα 23 τέτοια πλοία ώστε να μεταφέρει ολόκληρο το βιος του. Εκεί, στην γέφυρα, ξανάρχισε να λογαριάζει τι σοδειές θα του έβγαζε αυτό το ρεβίθι μετά από καμιά δεκαριά χρόνια. Οι ναύτες βλέποντας να κάνει συνεχώς τόσες πράξεις στο χαρτί φαντάστηκαν ότι αυτός ο άνθρωπος θα ήταν ένας από τους πιο πλούσιους της χώρας και δεν του ξαναείπαν τίποτα σε όλο το ταξίδι. Μόλις έφτασαν στην απέναντι μεριά, έτρεξαν και είπαν το και το στο Σουλτάνο. «Αυτός κάνει για γαμπρός μου», σκέφτηκε εκείνος και τον προσκάλεσε στο παλάτι του.

«Βλέπω ότι είσαι εργατικός άνθρωπος για να έχεις τέτοια περιουσία», του είπε. «Δεν θα σου δώσω μόνο τα καράβια μου για να φέρεις τους θησαυρούς σου, αλλά θα σου δώσω κι εγώ τον δικό μου θησαυρό, την μονάκριβη κόρη μου, να την παντρευτείς». «Πρώτα θα φέρω την περιουσία μου και μετά οι γάμοι και οι χαρές», του απάντησε ο πατέρας του Ταζέλου, αλλά ο Σουλτάνος επέμενε. «Έστω. Να αρραβωνιαστείς όμως, για να μπορέσω να σε ξαναδώ όταν θα γυρίσεις πίσω», του είπε αυτός, και τον κατάφερε. «Γιατί», σκέφτηκε ο Ματθαίος, «αν δεν αρραβωνιαστώ την κόρη του Σουλτάνου, δεν θα μου δώσει τα πλοία του και πως θα μεταφέρω εγώ όλη μου την περιουσία». Και εκεί που δώσανε τα χέρια, οι ναύτες ενημέρωσαν ότι για δυο βραδιές δεν θα μπορούσαν να ταξιδέψουν γιατί είχε χαλάσει πολύ ο καιρός και θα ήταν επικίνδυνα. Αφού δεν γινόταν αλλιώς, κάθισε σε μια γωνία, έβγαλε το ρεβίθι από το μαντήλι του, το κοίταξε, και ξανάρχισε τους υπολογισμούς.

Ο Σουλτάνος τον είδε με αυτά τα ρούχα και δεν άρχισε να μην είναι σίγουρος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι πλούσιος. Φώναξε έναν από τους υπηρέτες του και του είπε  να φτιάξει το βράδυ ένα κρεβάτι με κουρελιασμένα σεντόνια και σκοροφαγωμένη κουβέρτα, και να κάτσει όλη την νύχτα να τον παραφυλάει. Αν κοιμόταν σαν πουλάκι, θα σήμαινε ότι έχει ξανακοιμηθεί σε τέτοιο κρεβάτι, άρα θα έδειχνε ότι ήταν φτωχός! Έτσι και έγινε. Ο υπηρέτης τού ετοίμασε ένα κακοστρωμένο κρεβάτι με φαγωμένη κουβέρτα και του ευχήθηκε «καληνύχτα». Ο πατέρας του Ταζέλου γύρναγε από δω, γύρναγε από κει, φοβήθηκε ότι θα μπλεκόταν το μαντήλι του με το ρεβίθι σε όλα αυτά τα σκισμένα πανιά και δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το πρωί ο υπηρέτης είπε το και το στον Σουλτάνο και εκείνος χάρηκε πολύ. «Δεν έκλεισε μάτι γιατί δεν είναι μαθημένος στα φτωχά», σκέφτηκε. Παρ' όλα αυτά ήθελε να το ξανασκεφτεί. Ζήτησε από τον υπηρέτη του να φτιάξει, για την δεύτερη νύχτα, το πιο μαλακό και όμορφο κρεβάτι, μεγάλο και πλούσιο από μαξιλάρια. Αν αυτή τη φορά κοιμόταν, τότε το πρωί θα κάνανε τα αρραβωνιάσματα.

Ο Ματθαίος που δεν είχε κοιμηθεί όλη την νύχτα και όλις είδε αυτό το κρεβάτι έπεσε σαν ξερός, τόσο, που με δυσκολία το πρωί μπορούσε να σηκωθεί. Ο υπηρέτης είπε το και το στον Σουλτάνο και αμέσως έγιναν οι αρραβώνες. Μόλις αυτός φόρεσε κάτι πιο καλό για την περίσταση και πριν ξεκινήσει το μεγάλο του ταξίδι, η βασιλοπούλα έριξε κατά λάθος στο πάτωμα το μαντήλι με το ρεβίθι του. «Αχ, έφυγε η τύχη μου. Αχ! έφυγε η τύχη μου», φώναζε συνέχεια ο Ματθαίος. Φώναζε μάλιστα τόσο δυνατά που η βασιλοπούλα ενοχλήθηκε για τα καλά. 

Μόλις ο πατέρας του Ταζέλου είδε την κοπέλα να έχει ενοχληθεί, κατάλαβε αμέσως το λάθος του. Ενώ δεν είχε χρήματα ούτε για να αγοράσει το χωράφι και να σπείρει το ρεβίθι, αυτός είχε φτάσει να νοικιάσει 24 καράβια για να μεταφέρει τη σοδειά που θα του έφερνε το ρεβίθι έπειτα από πολλά πολλά χρόνια... Μόλις τα σκέφτηκε όλα αυτά φοβήθηκε τόσο πολύ που σε όλο το ταξίδι δεν έβγαλε μιλιά. Φοβισμένος σε μια γωνίτσα κοίταζε την θάλασσα και έλεγε μέσα του: «τι με έπιασε και παρασύρθηκα. Θα με καταλάβουν όλοι αυτοί και θα με σκοτώσουν! Πως μου ήρθε και από ένα τόσο δα ρεβίθι συμπεριφέρομαι σα βασιλιάς»... 

Μόλις έφτασαν στη στεριά φώναξε στον καπετάνιο: «εδώ να με αφήσετε να ψάξω τους θησαυρούς μου και μόλις τους βρω θα έρθω πίσω για να φύγουμε», και έκανε να φύγει και να κρυφτεί. Πέρασε όμως τόσος χρόνος που ο καπετάνιος παραξενεύτηκε και έστειλε τους ναυτικούς του να πάνε να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Χωρίστηκαν μάλιστα σε ομάδες μήπως μπορέσουν και τον βρουν πιο γρήγορα. Ψάξανε, ψάξανε, ψάξανε και η μια ομάδα ανακάλυψε μια σπηλιά γεμάτη φλουριά που τη φύλαγε ένας Δράκος, και η δεύτερη ομάδα τον βρήκε κρυμμένο, πίσω από κάτι βράχια καιστη σκιά δυο μεγάλων δέντρων. Μόλις τον είδανε, του φώναξαν όλοι μαζί: «βρήκαμε το θησαυρό σου! Τι κάνεις εδωπέρα; Τον έχεις κρύψει σε μια σπηλιά αλλά μέσα της υπάρχει ένας Δράκος. Τι να κάνουμε;». Μόλις άκουσε την ιστορία, φωτίστηκε το πρόσωπό του και ζήτησε να τον σκοτώσουν και να φορτώσουν όλα τα λεφτά στα πλοία όπως είχανε αποφασίσει.

Έτσι και έγινε και ο Ματθαίος γύρισε πίσω στην γυναίκα που είχε αρραβωνιασθεί και στον Σουλτάνο πατέρα της. Εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος που η κόρη του πήρε κάποιο τόσο πλούσιο και έδωσε και στους δυο την ευχή του. Αφού παντρευτήκανε με τιμές και δόξα, σε ένα γάμμο που κράτησε ολόκληρη βδομάδα, ξεκίνησαν για να γυρίσουν στο χωριό. Στην επιστροφή, όμως, η θάλασσα ήταν τόσο φουρτουνιασμένη που κάποια καράβια με μεγάλο μέρος της περιουσίας, χάθηκαν στον βυθό της. Παρά τις δυσκολίες, έφτασαν στο χωριό και όλοι τον δέχτηκαν με πολύ χαρά γιατί ο Ματθαίος είχε γίνει γι αυτούς μεγάλος και τρανός. Έτσι και εκείνος έφτιαξε το σπιτικό του στη Βωλάξ και έζησε εκεί με την αγαπημένη του γυναίκα.

Η τρίτη ιστορία του πατέρα του Ταζέλου

Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα και ο Ματθαίος απέκτησε τέσσερα αγόρια. Τον Άγγελο, τον Γιάννη, τον Μάρκο και τον Ιωσήφ. Δυστυχώς όμως, ο πατέρας τους όλα αυτά τα χρόνια γύρναγε από εδώ και από κει και σπατάλησε όλη του τη περιουσία. Από εκείνη τη στιγμή ο Ματθαίος άλλαξε και έγινε πάρα πολύ τσιγκούνης. Όταν τα παιδιά του ζητούσαν κάτι, αυτός με δυσκολία τους το έδινε και οι τσακωμοί ήτανε συχνοί. Έμπαινε η μάνα στη μέση για να ηρεμήσει την κατάσταση αλλά τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Μόλις μάλιστα τα αγόρια έμαθαν και την προηγούμενη ιστορία με το ταξίδι του και την περιουσία που έκανε δεν πίστευαν στα αυτιά τους. «Να υπάρξουν τόσες δυσκολίες και τέτοια περιπέτεια και στο τέλος να χαθούνε όλα», δεν το χωρούσε ο νους τους. Μαζεύτηκαν τότε, όλα μαζί και του έκαναν μεγάλη φασαρία: «γιατί δεν σκέφτηκε την μάνα τους, γιατί δεν φρόντισε περισσότερο την φαμίλια του» και άλλα τέτοια... 

Εκείνος τους ζήτησε συγγνώμη και τους εξήγησε πόσο απερίσκεπτος ήταν από την πρώτη κιόλας στιγμή που βρήκε το ρεβίθι. Ευχαρίστησε μάλιστα τον Θεό που του τα έφερε όλα δεξιά γιατί θα μπορούσε να τον έχουν σκοτώσει όλοι που τους είχε κοροϊδέψει. Εκεί που τους έλεγε τις ιστορίες του, θυμήθηκε ότι όλα αυτά τα χρόνια είχε καταφέρει να φυλάξει 24 χάλκινα νομίσματα –ένα για κάθε πλοίο που είχε φορτώσει– και τα είχε κρύψει σε κάποιο πουγγί. Όταν τον ρώτησαν που είχε κρύψει τα νομίσματα εκείνος δεν θυμόταν γιατί την νύχτα που τα έκρυβε είχε πιει λιγάκι παραπάνω.

Τα τρία από τα τέσσερα παιδιά δεν παντρεύτηκαν ποτέ, και για να μην σας τα πολυλογώ, και τα τρία από τα τέσσερα παιδιά παραιτήθηκαν από αυτή την περιουσία και βάλθηκαν να δουλεύουν γιατί δεν ήθελαν άλλα παραμύθια στη ζωή τους. Το τέταρτο όμως από αυτά, ο Γιάννης, που στο χωριό τον έλεγαν Ταζέλο, έβαλε σκοπό της ζωής του να τα βρει. Τρελάθηκε τόσο πολύ μάλιστα με αυτή την ιστορία, που έπαψε πια να μιλάει, και όλη την ημέρα μέσα στο χωριό, γύρναγε από δω και από κει για να βρει αυτά τα 24 νομίσματα. Όταν όλο το χωριό βρισκόταν μέσα στην εκκλησία αυτός κάθονταν απέναντι και άκουγε από μακριά τους ύμνους που τραγουδούσαν οι υπόλοιποι. Όταν όλο το χωριό πήγαινε στο πανηγύρι της Καλαμάν, αυτός βρισκόταν από τον απέναντι βράχο και τους κοιτούσε. Μόνο τούς κοίταζε και σε κανένα δεν μιλούσε. Έτσι τον γνωρίσαμε και μεις ως παιδιά τον Ταζέλο. Να γυρνάει μέσα στο χωριό και να μην μιλάει σε κανένα. Γεια σου Γιάννη του λέγαμε και απόκριση δεν παίρναμε...

Τα χρόνια πέρασαν και όπως μεγαλώναμε και μεις είχε μεγαλώσει και ο Γιάννης. Τότε μάθαμε αυτό: ότι λίγο καιρό πριν πεθάνει μίλησε για πρώτη φορά. Ψιθύρισε στο αυτί της νύφης του που τον φρόντιζε, και της είπε πως είχε επιτέλους βρει το πουγγί με τα 24 χάλκινα νομίσματα που είχε κρύψει ο πατέρας του όταν ήταν νέος. Ήταν τόσο χαρούμενος μάλιστα, που φώναξε: «είμαστε πλούσιοι, είμαστε πλούσιοι!», αλλά αυτές ήταν και οι τελευταίες του λέξεις, γιατί μετά από αυτό έκλεισε τα μάτια του για πάντα.

Επίλογος

Βλέπετε ότι οι χαρές και οι λύπες πάνε πάντα μαζί... Η Μαιρούλα, η νύφη του, μόλις φέτος μάς είπε την ιστορία αυτή και φτιάξαμε πρόχειρα κάποιον χάρτη για να μην χάσουμε την θέση που βρίσκεται ο θησαυρός με τα 24 νομίσματα. Αύριο όλοι μαζί, μικροί και μεγάλοι, θα ψάξουμε να βρούμε αυτόν τον χάρτη που θα μας οδηγήσει στον μεγάλο θησαυρό. Ας ξεκουραστούμε λοιπόν, και ας έχουμε ένα καλό βράδυ για να πάρουμε δυνάμεις. Δυνάμεις που θα τις χρειαστούμε όλοι για να μπορέσουμε να λύσουμε τους γρίφους στο "Κυνήγι του Θησαυρού" και να σφραγίσουμε για πάντα αυτή τη μεγάλη ιστορία. 

Σας ευχαριστώ. Καλό βράδυ σε όλους!

 

Για την μεταφορά: mix 06/2015

Μοιραστείτε το