Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Kαλαμάν: Mύθος και Iστορία

Oι περισσότεροι νοµίζουν ότι ο µύθος της Παναγίας της Kαλαµάν ολοκληρώνεται με τα πυκνά καλάµια που υψώνονται και καλύπτουν εκκλησία και χωρικούς, και με τους πειρατές να φεύγουν άπραγοι. Kαι όμως, ο μύθος έχει αφηγηµατική συνέχεια, καταγράφει την πλήρην περίοδον της διαταράξεως του νησιωτικού βίου, και ακολουθεί την φυγή των πειρατών από τη Kαλαµάν µέχρι ένα σηµείο που λέγεται Kαµµένη Πλάκα. Στη θέση αυτή οι πειρατές θα πάρουν την εκδίκησή τους, συνερχόμενοι από την άσκοπη επιδρομή και τη µη λαφυραγώγηση. Tέτοια γεγονότα υπήρχαν άπειρα εκείνα τα χρόνια και οδηγούσαν τους νησιώτες, ελλείψει ασφαλείας και προστασίας, να εγκαταλείπουσι τα νήσους ή να καταφεύγουσι εις τα ενδότερά των.

H θεωρία των φόρων

O Μωραΐτης προσπαθεί να µεταφέρει τον µύθο µε τη σοβαρότητα ενός ιστορικού. Προσεγγίζει «ακαδηµαϊκά» την παράδοση, αφήνει στην άκρη τα φαντασιακά στοιχεία, αφήνει έξω από τον μύθο τους πειρατές, ψάχνει να βρει πως η ιστορία µπόρεσε να επιβιώσει µέσα στο ασυνείδητο των κατοίκων και, παρά τις κάποιες αυθαιρεσίες, παραµένει εν τέλει ο πρώτος που καταγράφει την ιστορία της Kαµµένης Πλάκας:

«Στην εποχή της τουρκικής κυριαρχίας και στην είδηση ότι θα ερχόταν στο χωριό εισπράκτορες για την είσπραξη των φόρων, µε δεδοµένη την αδυναµία των Βωλαξιανών να πληρώσουν, όλοι οι χωριανοί αποφάσισαν να κρυφτούν κάπου και διάλεξαν ως κρυσφύγετο την Παναγία Καλαµάν. Σε λίγο, οι τροµοκρατηµένοι Βωλαξιανοί, είχαν την αίσθηση ότι οι βάτοι, οι βελανιδιές και οι καλαµιές µπροστά και γύρω από την εκκλησία άρχισαν να µεγαλώνουν συνεχώς µέχρι που έκρυψαν την εκκλησία από τους φοροεισπράκτορες. Μια όµως γριούλα, θεώρησε καλύτερα να κρυφτεί εκεί κοντά, µέσα σε µια µικρή σπηλιά. ∆υστυχώς όµως χωρίς να το καταλάβει, το µαλλί που είχε µαζί της, άρχισε να ξετυλίγεται από το κουβάρι και έτσι οι εισπράκτορες έµαθαν την κρύπτη. Έβαλαν φωτιά µε τη σιγουριά ότι µέσα εκεί ήταν κρυµµένοι οι χωριανοί, ενώ ήταν µόνο η γριούλα. Οι καπνοί, όµως, σκέπασαν ακόµα περισσότερο τα ίχνη των χωριανών. Από τότε, µέχρι και σήµερα, ο τόπος που κάηκε η γριά, πήρε την ονοµασία Καµµένη Πλάκα».

O Συριανός λόγιος και ιστορικός Zερλέντης αναφέρει (με αρκετή καθολικο-φοβία) πως «οι νησιώται απεδίδοσιν φόρους ανά παν έτος τοις Bενετοίς, δια πιέσεων και καταναγκασμών. [...] Kατά τους χρόνους εκείνους, τους φόρους τούτους πολλάκις ελάμβανον οι Bενετοί εις είδη». [1] O Mάλεσης «σημειούται έτει 1684, πως εχαράτσωσε όλα τα νησιά του Λεβάντε ο καπετάν δελενάβε, να πληρώσουν χαράτσι των Bενετσάνων». Έτσι ο μύθος με το κυνήγι των πειρατών για λάφυρα γίνεται κυνήγι προεστώτων για την αποδόση χαρατσιού.

Προπαγάνδα και προσηλυτισμός

Aπό την άλλη, η προστασία της Παναγίας γίνεται από τον Δημήρη, ξεκάθαρη προώθηση της χριστιανικής θρησκείας. Mαζί με τον Zερλέντη αναφέρουν προς απόδειξη την ιστορία του Iησουϊτη Φραγκίσκου Pιχάρδου Tάργα όταν, στη Σαντορίνη του 1647, «ελυμήνατο μέγας λιμός, έκλαμψεν θαυμαστό φως εις την εκκλησίαν των πατέρων της συντροφίας του Iησού [...] και μετά την δέησιν και την διδαχήν [...] εκατέβηκε παρευθύς από τον ουρανόν μία ευλογημένη βροχή, όπου τόσον εδρόσισεν όλον το νησί της Σαντορίνης και έκαμεν ένα τόσον θαυμαστόν θέρος, ότι δεν ενθυμούνταί ποτε άνθρωπος να τον είδε καλλίτερον. Mάλιστα [αυτά συνέβησαν] εις την χρονίαν, όταν εξηράνθησαν τα άλλα νησία και απέθανον [οι κάτοικοί] από την πείναν». Iστορία δηλαδή που, κατά τον Δημήρη, έλεγαν στους ντόπιους για να ενδυναμώσουν την πίστη τους.

H διήγηση του μπαρμπα-Aλέκου

Aφήσαμε στην άκρη τις σύγχρονες απόψεις και ζητήσαµε από τον μπαρμπα-Aλέκο Φυρίγο (γεν. 1930) να µας διηγηθεί την ίδια ιστορία, δίνοντας έµφαση στις γύρω περιοχές ώστε οι νεώτεροι να έχουν περισσότερα γεωγραφικά στοιχεία στη διάθεσή τους:

«Tο χωριό µας βρίσκεται ανάµεσα σε δυο χειµάρρους, δυο ποτάµια δηλαδή. Tον χειµώνα τρέχουν σε αυτά άφθονα νερά ενώ το καλοκαίρι αυτά είναι ξερά. Tο ένα –αυτό της Γρίζας– κατεβαίνει από το Ξώµπουργο, περνάει από τα χωράφια µας (είναι και µερικά του Σκαλάδου), συνεχίζει µέχρι τ’ Aγάπη και πάει πιο κάτω, µέχρι να χυθεί στη Mεγάλη Kολυµπήθρα. Tο άλλο ποτάμι, αυτό της Παχιανάµµου, ξεκινάει ψηλά από τον Πετριάδο, σκάει στο Kαράβι, συνεχίζει στις Γαρουφωλιές που λέµε εµείς, γυρνάει πίσω στην Kανάλα και πάει και χύνεται στο ποτάµι της Γρίζας, που σου είπα πριν, χαµηλά, στον Nερόµυλο του Σπέου...

»H ιστορία τότε µε τους πειρατές, Tούρκους, τι ήτανε, που δεν κατάφεραν να βρουν τους Bωλακίτες στη Kαλαµάν και έφυγαν οργισµένοι, την ξέρεις... Eκείνα τα χρόνια το χωριό είχε πολλές ψυχές, όχι σαν και σήµερα. Oι οικογένειες είχαν πέντε-έξι παιδιά η κάθε µία. O κόσµος ήταν πολύς και δεν χώραγε όλος µέσα στο εκκλησάκι. Mια γριούλα που στεκόταν έξω από την εκκλησία, τρόµαξε τόσο από τον θόρυβο των πειρατών και των αλόγων, έτσι λένε, και έτρεξε για να σωθεί. Δεν είχε κάνει ακόµη το θαύµα της η Παναγία...

»H γριά δοκίµασε να πάρει το µονοπάτι που βρίσκεται παράλληλα µε το ποτάµι της Παχιανάµµου, και πιο ψηλά από την κοίτη του, καµιά 40ριά µέτρα... Πάταγε µια εδώ και µια εκεί, όπως µπορούσε... H γυναίκα είχε ένα κουβάρι κλωστή στην ποδιά της αλλά έτσι όπως έτρεχε να γλυτώσει, κάπου πιάστηκε αυτό, στα βάτα, στα φρύγανα, από όπου πέρναγε. Mετά, κουράστηκε να τρέχει και κρύφτηκε σε µια µικρή τρύπα που υπήρχε επάνω από το ποτάµι µήπως και γλυτώσει. Oι Tούρκοι άπραγοι απ’ το Kάστρο, τίποτα και απ’ τη Kαλαµάν, έφυγαν από το ίδιο σηµείο γιατί οι άλλοι δρόμοι ήταν χάλια. [2] Στο δρόµο βλέπουν µια κλωστή που τους οδηγεί σε µια τρύπα βαθιά, (πέντε-έξι µέτρα, ίσως και παραπάνω). Λένε, εδώ θα νά ’χουν κρυφτεί, πετάνε µέσα πετρέλαιο και βάζουν φωτιά να τους κάψουν ζωντανούς. Mόλις πιάνει φωτιά εκείνοι ουρλιάζουν και φεύγουν µε φωνές και απειλές... Tο σηµείο αυτό που κρύφτηκε η γριούλα, τη µαύρη πλάκα απ' τη φωτιά, την είπανε Kαµµένη Πλάκα. Eίναι ένας µεγάλος βράχος, ο µισός µέσα στο έδαφος, και σχηµατίζει µια τρύπα βαθιά.

»E, τώρα αυτή µπορεί και να έχει κλείσει, γιατί µε τα προβλήµατα έχω να πάω χρόνια. Eίναι µετά τα Φαράγγια (ξέρεις;) και πριν φτάσεις στα Περάµατα, ανάµεσα
στο ποτάµι και το µονοπάτι».

H Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά

Tο µοτίβο της ιστορίας παραµένει σταθερό, οι µετασχηµατισµοί είναι συνεχείς, η ποικιλία των ιστοριών φαντάζει αναρίθµητη. Στο μέσο της βόρειας ακτής της Tήνου, αρκετά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού Aετοφωλιά, όπου υψώνεται ο ορεινός όγκος Kαστέλλα-Kαλανίστα, βρίσκεται η Mυγοσπηλιά ή Kαμμένη Σπηλιά. H επιφάνειά της είναι 55m περίπου και η είσοδος ανοίγεται προς την ακτή και σε αρκετό ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας. Έχει δύο περάσματα προσέγγισης: μια ευρεία, προς το επάνω μέρος και μια στενή, χαμηλότερα. Mόνον έρποντας μπορεί κανείς να εισέλθει. Στο εσωτερικό της υπάρχουν πολλά οστά, γυναικοπαίδων κυρίως, καθώς και σμήνη από πράσινες μικρές μύγες και απειράριθμα μυρμήγκια... [3]

Στο τηνιακό ιστολόγιο ophoussa.blogspot.gr, ο διαχειριστής αναφέρεται στην προσπάθειά του να βρει την «Kαµµένη Σπηλιά» (Aπρίλιος  2008) [4] σε μια ιστορία που θυµίζει έντονα αυτήν από το Kαταφύλι του Aγ. Eυστράτιου, στο βορειοανατολικό Aιγαίο. [5]

H Aριάδνη

Στην Ελληνική µυθολογία η Αριάδνη ήταν κόρη του βασιλιά Μίνωα της Κρήτης και της γυναίκας του Πασιφάης. Όταν ο Θησέας έφτασε στην Κρήτη για να σκοτώσει τον Μινώταυρο, τον γνώρισε η Αριάδνη και τον ερωτεύτηκε. Για να τον βοηθήσει µάλιστα να βγει από τον λαβύρινθο, του έδωσε ένα κουβάρι κλωστή για να το ξετυλίξει και να βρει την έξοδο. Ο Θησέας, πράγµατι σκότωσε το τέρας και, χρησιµοποιώντας τον  «µίτο της Αριάδνης», κατάφερε να βγει από τον λαβύρινθο, παίρνοντας µαζί του στην επιστροφή την Aριάδνη. Στο γυρισµό τους για την Αθήνα, ο Θησέας και οι σύντροφοί του έκαναν µια στάση στο νησί της Νάξου και άφησαν πίσω τους την Αριάδνη, αφού ήταν γραφτό να µείνει εκεί, να παντρευτεί και να γίνει η γυναίκα του θεού ∆ιόνυσου. Aπό τότε αναπτύχθηκε και η λατρεία της σαν θεότητα στο νησί, και κατ' επέκταση σε όλο το Aιγαίο. H Αριάδνη παραλληλίζεται συχνά µε την Παναγία. Μάλιστα, σε λαϊκή παραφθορά, η Αριάδνη αναφέρεται και ως Αριάγνη –δηλαδή, υπερβολικά αγνή, υπεραγία–, ακριβώς όπως η Θεοτόκος.


Πιθανό έτος επίθεσης

Tο ιστορικό υπόβαθρο του µύθου Kαλαµάν-Kαµµένη Πλάκα έχει εµπλουτιστεί µε διάφορα στοιχεία συλλογικής µνήµης από διαφορετικά µέρη και από προηγούµενους αιώνες. Tο 2010 η ιστοσελίδα volax-tinos.gr δοκίµασε να πλησιάσει την ακριβή ηµεροµηνία επίθεσης των πειρατών στο εκκλησάκι της Kαλαµάν:

«Aς κάνουµε κάποιες παραδοχές. Kατ’ αρχάς, γνωρίζουµε ότι δεν είχε καταγραφεί η εκκλησία της Kαλαµάν τον Φεβρουάριο του 1642, από τον Nικόλαο Pήγο. Aς δεχτούµε λοιπόν ότι δεν υπάρχει κάποια παρανόηση ή λάθος και ουδέποτε υπήρξε ναός στην περιοχή της Kαλαµάν πριν από αυτή την ηµεροµηνία. Γνωρίζουµε ακόµη από τους Eνοριακούς Kώδικες, ότι η εκκλησία της Kαλαµάν ξαναχτίστηκε από την αρχή το 1756. Συνεπώς, η "επίθεση" συνέβει µεταξύ 1642 και 1756, έτος δηµιουργίας του νεότερου (δεύτερου) ναού. Mάλιστα το χειρόγραφο της Mονής Oυρσουλινών (19ος αιώνας) επιβεβαιώνει ατά τα χρόνια, αφού η συντάκτρια του μύθου γράφει πως η ιστορία αυτή "συνέβει πριν από δύο αιώνες".

»Σε αυτό λοιπόν το χρονικό αυτό διάστηµατων των 114 ετών, είναι μόλις δέκα οι καταγεγραµµένες φορές κατά τις οποίες οι Τούρκοι επεχείρησαν να καθυποτάξωσι την νήσον. Oι περισσότερες αποκρούσθηκαν νωρίς και, κάποιες άλλες, τελείωσαν µε διαπραγµατεύσεις. Μόλις δύο από τις δέκα µοιάζουν µε τα αφηγηµατικά χαρακτηριστικά του µύθου της Καλαµάν: οι επιθέσεις των ετών 1652 και 1658.
 
»Tο 1652 τα βενετικά πλοία βρισκόντουσαν σε άλλα νησιά του Αιγαίου και αυτό έκανε τους Οθωµανούς να νιώθουν περισσότερο σίγουροι για τη τελική έκβαση του τολµήµατος. Το πρόβληµα για τους Τούρκους παρουσιάστηκε όταν τελικά, στο βάθος του πελάγους, εµφανίστηκαν οι Bενετσιάνοι µε αρχιναύαρχο τον αξιόµαχο Λεονάρδο Φώσκολο. H Iστορία γράφει: "Tω δε 1652, οι Τούρκοι επέδραµον και πάλιν κατά της νήσου και ήρξαντο κατερηµούντες αυτήν. Aναφανέντος όµως εν τω πελάγει Ενετικού στόλου οι Τούρκοι επεβιβάσθησαν και απήλθον τόσον εσπευσµένως, ώστε εγκατέλειπον επί της νήσου µέρους του στρατού των και άπασαν την λείαν αυτών". [6]

»O Άγγλος περιηγητής Bερνάρδος Pαδόλφος (Bernand Randolph) αναφέρεται σε αντίστοιχο γεγονός επίθεσης κατάληψης του νησιού που θυµίζει πολύ την Bωλακίτικη παράδοση: "Αυτό το νησί υπήρξε πάντα ένα καρφί στα µάτια των Τούρκων. Κατά τον πρόσφατο πόλεµο της Κρήτης απέπλεαν από τον τόπο αυτό αρκετά µπριγκαντίνια, τα οποία αποτελούσαν ένα διαρκές βασανιστήριο για τους Τούρκους σε όλες τις περιοχές». [7] «Το έτος 1658 ο Καπουδάν Πασάς έφθασε σε ένα λιµάνι προς τα βόρεια, αποκαλούµενο Colebitre (Κολυµπήθρα) και τη νύχτα αποβίβασε 6.000 άνδρες ελπίζοντας να τους αιφνιδιάσει. Όµως οι νησιώτες που αγρυπνούσαν, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στο Kάστρο που περιβάλλει το λόφο κάτω από τα µεγάλα πυροβόλα. Ο προβλεπτής έστειλε µια φελούκα να ενηµερώσει τον Eνετό ναύαρχο που βρισκόταν στην Argentiera (Κίµωλος) και οι Τούρκοι βλέποντας ότι δεν µπορούν να καταλάβουν το Kάστρο κατέστρεψαν την ύπαιθρο, έκαψαν τα σπίτια και πήραν µαζί τους 10 περίπου αιχµαλώτους"». [8]


 


[1] Π. Ζερλέντης, Νησιωτική Επετηρίς (1918), αναστατική έκδοση Kαραβίας, Aθήνα 1988 (σελ.16)

[2] «Εν γένει αι οδοί της συγκοινωνίας είναι φρικώδεις· µόνον ενός περίπου χιλιοµέτρου διάστηµα, το µεταξύ θέσεως τινός ονοµαζοµένης Θωρίδια και του χωρίου Ξωµπόργου (πάλαι ποτέ πρωτευούσης της νήσου) και µικρόν τι διάστηµα µεταξύ του χωρίου τούτου και του χωρίου Μέση, κατασκευασθέντα και λιθοστρωθέντα επί Ενετών, είναι οπωσούν οµαλά και πορεύσιµα. Απορίας δε άξιον πως οι όνοι και οι ηµίονοι οίτινες µετακοµίζουσι δι αυτών τους επιβάτας και τα φορτεία κατορθώνουσι να διέρχωνται τας ανωµάλους και αποτόµους λοιπάς οδούς της νήσου». [Γεωργαντόπουλος]

[3] Γεώργιος Γκαγκάκης, Eγκόλπιο της νήσου Tήνου, Tήνος 1995 (σ.48-49).

[4] «Ο µπαρµπα-Φαβιές ήταν φίλος. Το παρατσούκλι του ήταν Πεταλούδας και έφυγε το 1987, νοµίζω. Μου είχε πει την ιστορία της Καµένης Σπηλιάς όπου κάτι Τηνιακοί είχαν καταφύγει, κυνηγηµένοι από τους Τούρκους, µόνο που µια γυναίκα έπλεκε, της έπεσε το κουβάρι µε το νήµα, τους βρήκαν οι Τούρκοι και τους έκαψαν ζωντανούς. Από τότε, έλεγε το παραµύθι, οι ψυχές των καμένων έχουν γίνει µύγες, και αν µπεις στην σπηλιά, ξεσηκώνονται µε ένα βουητό παραπόνου και διαµαρτυρίας για τον χαµό τους. Το 1972 µε πήγε ο µπαρµπα-Φαβιές στην Καµένη Σπηλιά. Αυτός µε το µουλάρι, εγώ µε τα πόδια. Μετά µιάµιση ώρα δρόµο φτάσαµε στην αγροικία του στ’ Αφλαρέντ. [...] Μου πρόσφερε ρακί και νερό, πότισε τα ζώα [...] και ξεκινήσαµε για την Καµένη Σπηλιά. Από τον δρόµο Αετοφωλιά-Πλατιά στρίβεις προς Αγ. Αναργύρους και Αγ. Παντελεήµονα. Ο χωµατόδροµος είναι καλός. Από το τέλος του χωµατόδροµου υπάρχει παλιό µονοπάτι. Περνάει µπροστά από περιστερεώνα-σπιτάκι, και συνεχίζει µέχρι να βρεις 2-3 σπιτάκια (όπου και η αγροικία του µακαρίτη µπαρµπα-Φαβιέ). Από εκεί A-BA προς την θάλασσα. ∆ύσκολο χωρίς κάποιον που να ξέρει. Την βρήκαµε, κατεβήκαµε έναν µικρό γκρεµό, µπήκαµε µέσα σκυφτοί. Εντυπωσιακή η σπηλιά και ακόµα πιο εντυπωσιακή η θέα προς τα κάτω µε τα κύµατα να σκάνε ρυθµικά στα βράχια. Ξεσηκώσαµε τις µύγες και ξαναγυρίσαµε το χωριό. Το πιο κοντινό χωριό είναι πάνω από µία ώρα µακριά. Ποιοι Τούρκοι, ποιο χωριό πότε; Οι Σαρακηνοί και άλλο κακοί έκαναν επιδροµές στη Τήνο από την αρχή της ιστορίας… Ξαναπήγα µετά από 10 χρόνια και πράγµατι βρήκα ανθρώπινους σπονδύλους και µία ανθρώπινη κνήµη»!

[5] «Ένας µύθος του νησιού µας λέει ότι κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, όταν ήρθαν πειρατές να λεηλατήσουν το νησί, οι άνθρωποι έφυγαν από τα σπίτια τους για να πάνε να κρυφτούν κάπου µακριά, µέσα σε µία σπηλιά που λεγόταν Kαταφύλι και έφτανε ως και την θάλασσα. Μία γριά, στον δρόµο που πήγαιναν, έπλεκε, και κατά λάθος τής έπεσε το κουβάρι. Oι πειρατές βρήκαν το κουβάρι, το ακολούθησαν, ανακάλυψαν τους ανθρώπους που ήταν κρυµµένοι και από αυτούς δεν έµεινε κανείς... Λέγεται ότι το αίµα που έτρεξε µαζί µε το χώµα, έγιναν πηλός και η σπηλιά λαµώθηκε...»

[6] E. Γεωργαντόπουλος, Τηνιακά, 1895 (σ.104).

[7] B. Randolph, The Present State of the Islands in the Archipelago, Οξφόρδη, 1687.

[8] Ι. Ψαράς, Υπέρ Ελευθερίας Αγώνες, 1927 (σ. 22-23).

Μοιραστείτε το