Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Από τις δυο καλόγριες που ζούσαν ακόμη –και που κατά το ήμισυ ήταν από το Βωλάξ– αναπαύτηκε η μία, στις 29.12.2010. Ήταν η σεμνή Αδελφή Ουρσουλίνα Joséphine–Marie. Η μητέρα της ήταν από την οικογένεια του προπάππου και αδελφή του Fr. Athanase. Ας αναπαυθεί εν ειρήνη η ψυχή της.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο-βιογραφικό της ίδιας της καλόγριας που μας φέρνει πιο κοντά σε μια άλλη δύσκολη και αγνή εποχή. Ας διαβάσουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από τα πρώτα χρόνια της ζωής της:

«Ονομάζομαι Αδελφή Ζοζεφίνα Δελλατόλα. Σας γράφω για να μάθετε πως πέρασα στην Τήνο και την Νάξο. Ήμασταν δώδεκα παιδιά στην οικογένειά μας. Ήταν να πάνε δύο από τ' αγόρια για παπάδες, όμως, δεν είχε σεμινάριο στην Ξυνάρα. Ο Πέτρος δεν μπόρεσε να πάει να γίνει παπάς. Ο Αντώνιος (Fr. Athanase), δώδεκα χρονών, πήγε στους Frères Maristes που, τότε, παίρνανε παιδιά στο σχολείο.

»Εγώ ήμουν στο σπίτι και βοηθούσα την οικογένειά μου. Πήγαινα στο Δημοτικό Σχολείο, στα Λουτρά, που ήταν οι καλόγριες Ουρσουλίνες. Μου άρεσε πολύ να γίνω καλόγρια. Είχε, τότε, το 1939, εξήντα δύο καλόγριες, με ηγουμένη την Mère Ignace και παίζανε σε δύο αρμόνια, το ένα σταματούσε και άρχιζε το άλλο. Μου άρεσε πάρα πολύ η μουσική και με τραβούσε να γίνω καλόγρια.

»Με ζητούσαν για παντρειά, αλλά εγώ δεν ήθελα. Τότε παίρνανε κορίτσια, για να βοηθάνε μέσα στο σχολείο. Μια μέρα, μου είπε η δασκάλα μας: «έμαθα πως θα παντρευτείς», και της είπα: «εγώ δεν επιθυμώ να παντρευτώ». Μου είπε τότε, ότι «θα σου δώσω μια κοπέλα για να πάτε στα Μοναστήρια που είναι και το πανηγύρι του Αγίου Ιωσήφ, να τον παρακαλέσετε. Αν ο Θεός θέλει να γίνεις καλόγρια, ας γίνει το θέλημά Του». Πήγα με πολύ μεγάλη πίστη και αγάπη.

»Γύρισα, ύστερα, στο σπίτι και το ανέφερα στην μητέρα μου. Εκείνη, μου είπε «ό,τι θες, να το κάνεις, διότι είναι καλό», αλλά, «να το πεις στον μπαμπά σου». Εκείνος, όμως, δεν ήθελε. Ούτε τα αδέλφια μου, τα μεγάλα, το ήθελαν. Άλλα μια μέρα, ξαναπήγα στον μπαμπά μου, όταν γύρισα από το σχολείο των Λουτρών, και του το ξαναείπα. Ο μπαμπάς μου είπε: «αφού το θες τόσο, πήγαινε και αν δεν πετύχεις να μας γράψεις σε έναν μήνα».

»Αφού πέρασε ένας μήνας μού έγραψε η οικογένειά μου γράμμα και με ρωτούσε: «Τι σκοπεύεις να κάνεις;» Απάντησα πως είμαι πολύ ευχαριστημένη και θα παραμείνω για καλόγρια. Ήταν η χάρη του Αγίου Ιωσήφ, που τον είχα παρακαλέσει με πίστη, και οι γονείς μου, μου επέτρεψαν να γίνω καλόγρια, αφού το ήθελα τόσο πολύ. Αμέσως ενημέρωσα τις καλόγριες για την απόφασή μου.

»Πριν φύγω για την Νάξο, πήγα με την μαμά μου στην Χώρα για να αγοράσουμε την προίκα μου. Κάθε Τρίτη είχε πλοίο για την Νάξο. Με πήρε ο μπαμπάς μου και κατεβήκαμε στην Χώρα για να περάσουμε στην Νάξο. Στο λιμάνι, όμως, υπήρχε η φήμη ότι θα γίνει πόλεμος. Μετά από αυτό, εγώ δεν ήθελα να απομακρυνθώ από την οικογενειά μου, γιατί είχα τέσσερα αδέλφια που θα έπρεπε να πάνε στον στρατό. Αν έφευγα και γω θα στεναχωρούσα τους γονείς μου, αφήνοντάς τους μόνους. Έμεινα μία εβδομάδα στο σπίτι μας. Είπανε ότι ησυχάσανε τα πράγματα και δεν είχαμε πόλεμο. Στην εβδομάδα που έμεινα σπίτι μου, είχα μια έντονη επιθυμία να φύγω στην Νάξο. Τότε, ο μπαμπάς μου, με πήρε την επόμενη βδομάδα και με πήγε στις καλόγριες στην Νάξο. Φεύγοντας ο πατέρας μου για την Τήνο, κατέβηκα στο λιμάνι να τον αποχαιρετήσω. 

»Για να φτάσει κάποιος στο πλοίο, πήγαινε με βάρκα από το λιμάνι στο καράβι επάνω. Μέσα στη βάρκα που έφευγε για να πάει στο πλοίο, ο πατέρας μου έκλαιγε και με αποχαιρετούσε με το μαντήλι, με μεγάλο πόνο. Εγώ, όμως, άντεξα και δεν έφυγα μαζί του. Ήταν τόσο έντονη η επιθυμία μου να γίνω καλόγρια. Όμως, ο πόνος του αποχαιρετισμού έμεινε μέχρι σήμερα, βαθειά μέσα στην καρδιά μου.

»Τότε, με πήρε στο σπίτι της μια γνωστή μου οικογένεια για να συνέλθω. Αργότερα, με συνόδεψαν στις καλόγριες όπου με ντύσανε με ένα βελάκι. Μετά από λίγο καιρό, ήρθαν και άλλα έξι κορίτσια από την Τήνο για να γίνουν και αυτά καλόγριες. Γίναμε επτά νέες, αλλά σε ένα χρόνο κηρύχτηκε ο πόλεμος. Τα έξι κορίτσια έφυγαν για τα σπίτια τους, και έτσι έμεινα η μόνη καινούργια και έκλαιγα. Με πήρανε τότε οι καλόγριες και με παρηγορούσαν. Θα μείνω ευχαριστημένη, μου είπαν, αν μείνω μαζί τους.

»Και ενώ άρχισαν τα μαθήματα και η ενημέρωση για να γίνω καλόγρια, τα τέσσερα αδέλφια μου έφυγαν στο μέτωπο. Η μαμά μου έκανε νηστείες και προσευχές στον Θεό να μην πάθουν τίποτα και να γυρίσουν γρήγορα στην οικογένεια. Ευτυχώς, οι προσευχές της εισακούστηκαν και τα παληκάρια μας γύρισαν κάποτε στο σπίτι, αφού κινδύνεψαν πολλές φορές.

»Με τον πόλεμο το σχολείο έκλεισε και τα κορίτσια φύγανε. Ήρθε ξένος στρατός για να κρυφτεί στο μοναστήρι και εγκαταστάθηκε στο σχολείο. Οι καλόγριες, και γω μαζί, τους περιποιούμασταν, τους πλέναμε τα ρούχα, τους ράβαμε. Εκείνοι, σε αντάλλαγμα, μας προσέφεραν το ψωμί της ημέρας και σούπα με πάστα.

»Κατόπιν ήρθαν οι Γερμανοί. Μας πρότειναν να φύγουμε από το μοναστήρι γιατί θα έριχναν βόμβες και θα το γκρέμιζαν. Φύγαμε, μαζί με τον στρατό των Ιταλών, και πήγαμε σε ένα μικρό σπιτάκι που βρισκόταν στον κήπο. Μαζί, πήραμε την Αγία Ευχαριστία από την εκκλησία. Τέσσερις καλόγριες, μαζί και γω, πήγαμε στο χωριό Μέλανες και μαζεύαμε τις ελιές του μοναστηριού. Βγάζαμε χόρτα και τρώγαμε. Επειδή, δεν υπήρχαν κρεββάτια για τις καινούργιες καλόγριες, πήραμε τα τσουβάλια, που βάζαμε τις ελιές, και βάλαμε μέσα ξερά χόρτα και κάναμε αυτοσχέδια στρώματα. Κοιμηθήκαμε, εμείς οι πρώτες, καταγής πάνω σ' αυτά και βάλαμε τις καινούργιες στα κρεββάτια μας να κοιμηθούν. Κάθε μέρα, ακούγαμε με φόβο και οδύνη τους βομβαρδισμούς κατά του μοναστηριού μας, στην Νάξο. Όταν τελείωσε το κακό, μας ειδοποίησαν να πάμε. Φθάσαμε και αντικρύσαμε ένα ερείπιο να καίγεται. Σπίτι γκρεμισμένο χωρίς πόρτα, παράθυρα και τζάμια. Πήραμε αμέσως χάρτινες κούτες και τις βάλαμε για τζάμια. Κουβαλούσαμε νερό με κουβάδες, για να σβήσουμε την φωτιά, ενώ, δεν είχαμε τίποτα να φάμε...

»[...] Τελείωσε πια ο πόλεμος. Πολύ συχνά μας επισκέπτονταν γάλλοι εκδρομείς και μας έφερναν τρόφιμα, και μεις τους περιποιούμασταν. Μας βοήθησαν οι Γάλλοι με χρήματα για να ξαναφτιάξουμε το σπίτι. Όταν άνοιξε το σχολείο ήρθαν περίπου ογδόντα κορίτσια εσωτερικά, πλουσίων οικογενειών. [...] Tότε άλλαζαν και τα βαφτιστικά μας ονόματα, και από Ελένη ονομάστηκα Ζωζεφίνα.

»[...] Το 1999 ήρθα στην Αθήνα για να με δει γιατρός. Πέρασαν τα χρόνια και η υγεία μου κλονίστηκε. Από τότε παραμένω στο Μαρούσι, Στρατηγού Σαράφη 6, με άλλες ηλικιωμένες καλόγριες, με την βοήθεια κατάλληλου προσωπικού. Είμαι πολύ ευχαριστημένη κοντά στις ηλικιωμένες αδελφές μου.

»Εγώ τα διηγήθηκα, όπως τα θυμόμουνα και η κ. Χριστίνα Ι. Σπήλιου, η νοσοκόμα μας, τα έγραφε. [...]

Ιωσηφίνα Δελλατόλα»

Η άλλη, η Agnès (Ξενοπούλου), είναι Soeur de St. Joseph και ζει στον Πειραιά. Ο πατέρας της κατάγεται από το χωριό μας και το σπίτι της οικογένειάς της ήταν το σημερινό σπίτι του Γεωργίου Ιακ. Βίδου.

 

Για την μεταφορά: dvidos, 7-2015

Μοιραστείτε το