Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!
Kείμενο του Γιάννη Tσαρούχη

Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στο περιβάλλον, για να καλύψουν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες μας, διαφοροποιήθηκαν και από «ανώδυνες» ανθρώπινες δράσεις, μετατράπηκαν σε μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις με καταστροφικές συνέπειες. Μετά, μας έπιασε η ανάγκη να τα «καλλωπίσουμε», φυτεύοντας δέντρα παντού, εκεί που δεν υπήρχαν ποτέ. Θέλαμε να ζούμε στην Ελλάδα αλλά αυτή να μοιάζει με το Σάλτσμπουργκ... Μεταφέρουμε εκτεταμένα αποσπάσματα από ένα κείμενο του μεγάλου εικαστικού Γιάννη Τσαρούχη για την «υστερία του πράσινου» που έχει ο νεοέλληνας... 

«Yπάρχει ένας ρυθμός γαλλικός για τα έπιπλα και τη διακόσμηση που ονομάζεται "ρυθμός επιστροφής από την Αίγυπτο". Για τους Έλληνες, που δεν ξέρουν τι σημαίνει αυτό –χωρίς να τους προσβάλω– επεξηγώ ότι η επιστροφή από την Αίγυπτο είναι του Ναπολέοντος. Επανερχόμενοι οι Γάλλοι καλλιτέχνες, αρχαιολόγοι και κάθε είδους ειδικοί που ακολούθησαν τον Βοναπάρτη, μ' αυτά που κουβάλησαν μαζί τους και με τις καινούργιες ιδέες που τους γέννησε η θέα της αιγυπτιακής τέχνης, πρόσθεσαν στην ήδη ελπίζουσα τέχνη της εποχής τους, μορφές αιγυπτιακές δημιουργώντας μια τέχνη αναμίξεως καθαυτό πτολεμαϊκής.

»Αλλοίμονο! Η Ελλάς ακριβώς από εκείνα τα χρόνια άρχισε να δημιουργεί ένα δικό της ρυθμό, παράλληλα με τ' άλλα μέρη της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων, τον ρυθμό επιστροφής από την Δύση. Από ποία Δύση όμως; Από τη Δύση των καφενείων των εμποροπανηγύρεων και των ξενοδοχείων. [...] Όσο και αν είναι φυσικό ν' αγαπά κανείς το σπάνιο και το αντίθετό του, πρέπει να ομολογήσουμε πως ο τρόπος με τον οποίον ο Έλληνας ονειρεύεται και θέλει να φτάσει τη Δύση, είναι ένα ειδικό εθνικό σύμπλεγμα, μέσα στο οποίο μπορείς να συναντήσεις μεγαλοφυία, φόβο, δεισιδαιμονία, ευγενική φαντασία, αφόρητη προστυχιά, πολλή προστυχιά κ' έναν αποπνικτικό απαράδεκτο ασιατισμό... Το μέγα σύμβολο αυτής της νευρώσεως είναι η πρασινάδα. [...]

»Ασφαλώς θα έχουμε ανάγκη πρασίνου. Ότι έχει γραφεί από ιατρούς, δασολόγους, μετεωρολόγους και οικονομολόγους σχεδόν με πείθει ότι είναι απαραίτητο να υπάρχουν δάση και να προστατεύονται τα υπάρχοντα. [...] Το συμπέρασμα στο οποίο έφθασα είναι ότι το πράσινο, όσο και αν σεβασθούμε τις γνώμες επιστημόνων και τεχνικών, είναι κάτι που δεν ταιριάζει στις ζώνες εμφανίσεως του "ελληνικού χώρου". Ονειρεύομαι την ημέρα που οι Έλληνες θα είναι τόσο ανεπτυγμένοι αισθητικώς, ώστε θα λένε στους καλλιεργημένους ξένους που επισκέπτονται τον τόπο μας: Μας συγχωρείτε γι' αυτές τις ακατάστατες πρασινάδες, αλλά δεν έχει τελειώσει ακόμη η μελέτη αφαιρέσεώς τους, οπότε θα μεταφερθούν μακράν των ζωνών εμφανίσεως σε ειδικές κρυφές περιοχές που θα ονομάζονται "πνεύμονες", αλλά που θα είναι κρυφοί και αθέατοι όπως είναι σ' ένα αρχοντικό σπίτι το λεβητοστάσιο του καλοριφέρ, οι ηλεκτρικές κουζίνες, τα ψυγεία και όλα τα μηχανήματα του κομφόρ.

»Βέβαια ένα δάσος από δρυς με ένα ή δυό κυπαρίσια, με δυό τρεις ψιλόλιγνες φοινικιές, μερικά χαρίεντα νεοκλασικά σπίτια, θά'ταν πολύ διασκεδαστικά κάπου στην Αθήνα, στο Σύνταγμα ή στην Ομόνοια, όπως περίπου ήταν άλλοτε. [...] Αν θέλουμε να είμαστε στο ύψος της τραγικής μας μοίρας και του αρχαίου μεγαλείου, αυτές οι αναιμικές και σκονισμένες πρασινάδες, είναι κάτι χειρότερο από τα ψεύτικα διαμαντικά, τα καταφανώς ψεύτικα, που φορά μια άσχημη και κουρελιάρα γυναίκα. [...] Τι τις θέλουμε αυτές τις πρασινάδες, τις σκονισμένες αναιμικές πιπεριές, τα φυματικά πευκάκια, τα μπασμένα ή ψωριασμένα κυπαρισάκια κι όλον τον πάσχοντα από αιώνια ανεπάρκεια φυτικό μας κόσμο. 

»Ας πάρουμε δύο τρία διάσημα τοπία γύρω από την Ακρόπολη. Αλλά γιατί να μην πάρουμε την ίδια την σεβασμία Ακρόπολη –ανάκτορο της αγνής θεάς– που η σύγχρονη ελληνική προστυχάντζα χρόνια τώρα προσπαθεί να μετατρέψει σε βιλίτσα του Ψυχικού ή της Φιλοθέης, όπου κατέφυγε όχι η Αθηνά αλλά κάποιος ανυπόφορος φραγκολεβαντίνος. Το μάτι μου πήρε τον περιβολάρη της Ακροπόλεως με λάστιχο να ποτίζει τριανταφυλλιές τους είδους που ονομάζονται Καρμεντσίτα, Σάρα Μπερνάρ, μπούζια μπόλικα (αυτά αυξάνονται αμέσως) κι έτσι δεν μένει ούτε μια στιγμή το τοπίο απείραχτο. Υπάρχει και μια αμυγδαλιά, εκτός κλίμακος φυσικά, και η μεγάλη πληγή των κλασικών αρχαιολογικών χώρων: το κυπαρισσάκι. Φουντωτό ή συμπεπυκνωμένο, σαν όρθιο περίττωμα πασπαλισμένο με άφθονη σκόνη, σε γελοίο και ενοχλητικό ανταγωνισμό –όπως παρατήρησε ο μέγας Πικιώνης– με τις επίσης όρθιες κολώνες που επιμόνως ζητούν οριζόντιες ή καμπύλες συμπληρωματικές όχι όμως όρθια σουβλιά,άθλια και φυματικά, ενοχλητικά παράσιτα στο καθαρό τραγούδι τους. 

»Ο Άρειος Πάγος, μέγα μνημείο του Ελληνικού μύθου, είναι θύμα αυτής της ανυπόφορης μάταιης αγάπης της πρασινάδας. [...] Εκεί επάνω δικάσθηκαν θεοί και κρίθηκαν θεμελιακά πράγματα του ελληνικού πολιτισμού από θεούς. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τόλμησαν να τον καλλωπίσουν, αν και δεν τους έλειπε ούτε το γούστο, ούτε η φαντασία. Εν τούτοις εμείς του μπήξαμε σαν οδοντογλυφίδες ένα πλήθος από βδελύγματα της χλωρίδος που η ελεεινή τους κατάσταση δείχνει ότι η ίδια η γη δεν τα θέλει για παιδιά της. Αν ο Έλληνας έχει ανάγκη να στεγαστεί για ν' αποφύγει τον ήλιο υπάρχουν τέντες ή οι στοές. Αλλά αυτοί οι νάνοι γεμάτοι ψώρα και σκόνη ούτε σκιά δίνουν ούτε ομορφιά, αλλά ούτε καν πράσινοι είναι. 

»Σεβαστή νεύρωση βέβαια η μανία για το πράσινο, αλλά όχι στις ζώνες εμφανίσεως όπου φυσικά βασιλεύει ο μέγας άρχων του ελληνικού τοπίου, ο βράχος. Ο ελληνικός δρυμός είναι τα ελληνικά βράχια. Το πράσινο φυτεύεται εκεί που δεν καταστρέφει τα βράχια. Αυτές είναι οι αθάνατες γλυπτικές της φύσεως που θα δίδουν στον αιώνα τον χαρακτήρα στον τόπο μας. Το πράσινο πρέπει να μπαίνει αλλού. Δίπλα σε βράχια ή δίπλα σε αρχαία ερείπια δεν πρέπει να φυτεύονται πρασινάδες, και ό,τι μπει πρέπει να μπαίνει αφού βασανισθεί πάρα πολύ. Εδώ όμως υπάρχει η κακογουστιά του πέμπτης κατηγορίας σταθμάρχη που διακοσμεί με γεράνια και άλλα φανταχτερά φυτά τον σταθμό του για να πάρει το πρώτο βραβείο.

»Κοιτάξτε τα παλιά σχέδια των περιηγητών πριν αρχίσει δενδροφύτευση. Τι χαρακτήρας, τι ευγένεια τοπίου! Τώρα παρελθόν όλα αυτά. [...] Η Ελλάς εξελιχθείσα στο έπακρον, δεν μπόρεσε να ξεφύγει ακόμα από τον παρωχημένο συρμό επιστροφής απ' το Τυρόλο, από το Σαλτσβούργο κι από τις μάταιες προσπάθειές της να επιτύχει τις "εναλλαγές του πρασίνου" που τελικώς δεν τις πετυχαίνει ποτέ».
[Γιάννης Τσαρούχης, Αγαθόν το Εξομολογείσθαι, σ. 170-174, Καστανιώτης 1986]

«Εδώ [όταν] ήμουνα νέος σαν κι εσένανε ήdανε μόνο βράchια. Τώρα με όλ' αυτά τα δέντρα και με chείνα, δεν βλεπς τίφτας»

«Εδωνά είchε μόνο βόλια. Che φύσαε αέρας πολύς... Τι να σ' λέω τώρα...»

«Ε! Τέτοια θέα όπου chε να πας δε θα τηνε δεις!»

Η Βωλάξ τον Αύγουστο του 1993. Ο δρόμος από το Μπουρό ήταν ακόμη χωματόδρομος.

Φθινόπωρο του 1991. Όταν τα βράχια έφταναν μέχρι το χωριό...

 

Για την μεταφορά: mix 07/2015

Μοιραστείτε το