Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Σ' ένα μονοτεχνικό χωριό, όπως το δικό μας, που ασχολείται (εδώ και αιώνες) με την καλαθοπλεκτική, κάθε πρόσθετη πληροφορία για τα υλικά που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές των καλαθιών, παρουσιάζει πάντα ενδιαφέρον. Από το τέταρτο βιβλίο «Περί Φυτών Ιστορίας» του Θεόφραστου, μεταφέρουμε τις πληροφορίες του για τη φυσιολογία των καλαμιών. 

Κατ' αρχάς, «δόναξ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ λέγεται ὁ κάλαμος, ἤδη στὸν Ὅμηρο [Κ 466• ξ 474] ἀπὸ τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως κι ἀπὸ τὴν ἔκφρασι τοῦ Ὕμνου εἰς Ἑρμῆν [47] δόνακας καλάμοιο φαίνεται ὅτι κάλαμος ἀρχικὰ λεγόταν ἡ ὅλη φυτεία καὶ δόναξ ἡ μία ῥίζα, ἐπειδὴ δονεῖται μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου [Μθ 11,7• Λκ 7,24] «κάλαμος ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενος».  Απὸ τὴν ὕλη δόναξ λέγεται καὶ κάθε καλάμινη κατασκευή, ὅπως τὸ βέλος [Λ 584] καὶ ἡ φλογέρα [Πίνδαρος, Πυ. 12,25], λέγεται δὲ καὶ ἡ γραφίδα μελάνης, ἡ πέννα, τόσο κάλαμος [Πλάτων, Φαῖδρ., 276e. Π. Διαθήκη, Ψα 44,2] ὅσο καὶ δόναξ [Φίλιππος Θεσσ., Ἀνθ. παλ. 6,62,2. Δαμόχαρις 6,63,5. Παῦλος Σιλεντιάριος 6,64,3 • 6,65,5-6 • 6,66,8] στὰ λατινικὰ κείμενα, παρμένο ἀπὸ τὰ ἑλληνικά, τὸ ὄνομα γράφεται donax [Plinius 16,165]»[Κωνσταντῖνος Σιαμάκης, Μελέτες 1, Θεσσαλονίκη 2008] 

Ο Μιχαηλίδης γράφει: «Είδος μικρού λεπτού καλαμιού. Κομμάτια δόνακα χρησιμοποιούνταν μέσα στο ηχείο της λύρας για να υποβαστάζουν τη μεμβράνη (βλ. λύρα): αυτός ο δόνακας ονομαζόταν δόναξ υπολύριος• [Πολυδ. IV, 62]: "και δόνακα δέ τίνα υπολύριον οι κωμικοί ωνόμαζον, ως πάλαι αντί κεράτων υπότιθέμενον ταις λύραις" (και οι κωμικοί ονόμαζαν κάποιο δόνακα [καλάμι] υπολύριο, που τον παλιό καιρό τον τοποθετούσαν στις λύρες στη θέση των κεράτων). Και ο Αριστοφάνης μιλά γι' αυτό στους Βατράχους [232-233]: "ένεκα δόνακος, όν υπολύριον ένυδρον εν λίμναις τρέφω" (εξαιτίας του υπολύριου δόνακα, που τρέφω στα νερά των λιμνών). Δόναξ, λέγεται ακόμη, το λεπτό καλάμι που, καθώς λέγεται, χρησίμευε για την κατασκευή συρίγγων. [Ευστ. Παρεκβολαί... 1165, 23]: "και δοκούσιν εκ δονάκων μεν σύριγγες γίγνεσθαι, αυλοί δε εκ καλάμων". Από δόνακα γίνονταν και οι αυλητικές γλωσσίδες (τις αναφέρει με την λέξη Κάλαμος ο Θεόφραστος)• πρβ. Drachmann Schol. Pind. Carm. 12ος Πυθιόνικος [τόμ. II, σ. 268]. Τέλος, δόναξ λεγόταν και η σύριγγα ή ποιμενικός αυλός. [Ιμέριος, Λόγοι 15, 674]: "αυλοίς επηχών ή δόναξι" (παίζοντας αυλούς ή δόνακες). [Αθήν. Γ', 90D]: "οι δέ σωλήνες... προς τινων δε αυλοί και δόνακες" (και οι σωλήνες... που μερικοί ονόμαζαν αυλούς και δόνακες). [Σόλωνας Μιχαηλίδης, Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής, Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1999]

Ο Θεόφραστος (το πραγματικό του όνομα ήταν Τύρταμος) είναι αυτός που κατέγραψε, πλήρως, την φυσιολογία του. Ο Θεόφραστος γεννήθηκε περί το 370 π.Χ. στην Ερεσό της Λέσβου. Φοίτησε στην Πλατωνική Ακαδημία ως μαθητής του Πλάτωνα και αργότερα συνδέθηκε φιλικά με τον Αριστοτέλη που τον ακολούθησε. Μετά τη φυγή τού Σταγιρίτη από την Αθήνα, το 323 π.Χ., τον διαδέχθηκε στη Διεύθυνση του Περιπάτου. Δίδαξε πλήθος μαθητών (την περίοδο που διοίκησε την σχολή, λέγεται ότι φοιτούσαν δύο χιλιάδες μαθητές!), ανάμεσα στους οποίους ο Μένανδρος, ο Δείναρχος, ο Δημήτριος Φαληρέας, οι βασιλείς της Μακεδονίας Φίλιππος και Κάσσανδρος και ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α'. Πέθανε σε προχωρημένη ηλικία, περίπου το 287 π.Χ..

Τα έργα του παραπέμπουν στον Αριστοτέλη, τον οποίον εν γένει ακολούθησε. Από το φιλοσοφικό του έργο διαθέτουμε λίγα αποσπάσματα, αλλά σώζονται μεγάλο μέρος των φυσιογνωστικών συγγραμμάτων του και οι περίφημοι Χαρακτήρες. Από το πολύτομο έργο του Περί Φυτών Ιστορίας αντιγράφουμε (σε απόδοση στα νέα ελληνικά και αποσπασματικά) τις περιγραφές του για το καλάμι [βιβλίο Δ', φυτό ΧΙ]. Να αναφέρουμε εδώ, ότι το ενδιαφέρον μας για το καλάμι –πέρα από τη φυσιολογία του– είναι η κυρίως στην χρήση του στην καλαθοπλεκτική, ενώ για τον Θεόφραστο, στην χρήση του στην κατασκευή αυλών (μουσικών οργάνων). Το καλάμι αποτέλεσε βασικό υλικό, στα αρχαία χρόνια, με πλήθος χρήσεων: κάποτε χρησιμοποιήθηκε για ακόντια και βέλη αλλά, κυρίως, μπορεί να καλλιεργηθεί για να προστατεύσει τη γη από τη διάβρωση, για τη δημιουργία διαφόρων ανεμοφρακτών, για τη δημιουργία στεγάστρων και πρόχειρων καταλυμάτων (καλύβες), ακόμη και εσωτερικών τοιχώσεων (βλ. βωλακίτικη αρχιτεκτονική). Οι βλαστοί του χρησιμοποιούνται για τη κατασκευή ξύλινων πνευστών οργάνων, καλαμιών ψαρέματος και, φυσικά, καλαθιών. Ακόμη και από τα φύλλα του κατασκευάζονται διάφορες ψάθες. 

Ας δούμε το κείμενο του Θεόφραστου που έχει εξαιρετικά ενδιαφέρον: «Για το καλάμι λένε ότι υπάρχουν δύο είδη, αυτό που χρησιμοποιείται για την κατασκευή αυλών και το άλλο. Από το δεύτερο είδος υπάρχει μόνο μια ποικιλία και αυτά τα δύο φυτά διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την ισχύ, το πάχος, τη λεπτότητα και την αδυναμία. Το δυνατό και παχύ το ονομάζουν χαρακία ("καλούσι σε τον μεν ισχυρόν και παχύν χαρακίαν") και το άλλο πλόκιμο ("τον δ' έτερον πλόκιμον").

»Το τελευταίο λένε ότι φυτρώνει στα πλωτά νησιά και ο χαρακίας στους καλαμιώνες ("κώμυθας"). Αυτό είναι το όνομα που δίνουν στα μέρη όπου υπάρχουν πολλά καλάμια με τις ρίζες τους μπλεγμένες. [...] Λένε ότι ο χαρακίας φυτρώνει, μερικές φορές, στα ίδια σημεία όπου φυτρώνει το καλάμι που χρησιμοποιείται για τους αυλούς, και τότε, είναι πιο μακρύς από τον χαρακία άλλων περιοχών, όμως τον τρώνε τα σκουλήκια. Αυτές είναι, λοιπόν, οι διαφορές που αναφέρουν σχετικά με τα καλάμια. 

»Ως προς το καλάμι που χρησιμοποιείται για τους αυλούς, δεν είναι αλήθεια αυτό που λένε μερικοί, ότι, δηλαδή, φυτρώνει κάθε εννέα χρόνια και ότι αυτός είναι κανονικός ρυθμός της ανάπτυξής του [...] θεωρώντας ως κανόνα αυτό που στην πραγματικότητα είναι τυχαίο. Στην πραγματικότητα, φυτρώνει, όταν μετά από μια περίοδο βροχών το νερό παραμείνει στη λίμνη τουλάχιστον για δύο χρόνια, και γίνεται καλύτερο, αν το νερό μείνει περισσότερο.

»[...] Λένε ακόμα ότι διαφέρει από τα άλλα καλάμια διότι έχει γενικά πιο πλούσια ανάπτυξη από τη φύση του, όντας πιο γεμάτο, πιο σαρκώδες και πιο "θηλυκό" στην όψη, θα μπορούσε να πει κανείς. Λένε ακόμα και το φύλλο του είναι πιο πλατύ και πιο λευκό, αν και η φόβη του είναι μικρότερη απ' ότι στα άλλα καλάμια. Μερικά μάλιστα δεν έχουν καθόλου φόβη και τα ονομάζουν "ευνούχους" ("και προσαγορεύουσιν ευνουχίας"). Από αυτά, λένε ότι κατασκευάζονται οι καλύτεροι διπλοί αυλοί, αν και δεν καταφέρνουν να φτιάξουν παρά μόνο λίγους παρά την προσπάθεια. [...] Λένε ότι κατάλληλη εποχή για το κόψιμο των καλαμιών ήταν ο μήνας Βοηδρομιώνας (=περίπου ο Σεπτέμβριος), κατά την ανατολή του Αρκτούρου. Διότι, παρ' όλο που το καλάμι που κοβόταν έτσι, δεν ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί για πολλά χρόνια και χρειαζόταν πολύ προκαταρκτικό παίξιμο [...] Όταν έγινε στροφή προς ένα πιο περίπλοκο τρόπο παιξίματος, άλλαξε και η εποχή κοψίματος των καλαμιών, διότι τώρα τα κόβουν τον μήνα Σκιρροφοριώνα (=Ιούνιος) ή τον Εκατομβαιώνα (=Ιούλιος), γύρω στο ηλιοστάσιο ή λίγο πιο πριν. [...] Αυτές είναι, καθώς μας λένε, οι κατάλληλες εποχές για το κόψιμο των καλαμιών.

»[...] Λένε, λοιπόν, ότι για την κατασκευή των διπλών αυλών, τα καλύτερα κομμάτια είναι εκείνα που προέρχονται από το μέσον του καλαμιού, ενώ, τα κομμάτια που είναι από το επάνω μέρος κάνουν πολύ μαλακά ζεύγη και αυτά που είναι κοντά στη ρίζα πολύ σκληρά. [...] Γενικά, λένε ότι αναπτύσσονται καλά οπουδήποτε υπάρχει κομμάτι γης με βαθύ, πλούσιο και λασπώδες έδαφος. [...] Αρκετά όμως μιλήσαμε για την ανάπτυξη και τη φύση του καλαμιού που χρησιμοποιείται για τους αυλούς, για την κατεργασία του και για τις διαφορές του από τα άλλα καλάμια.

»Δεν είναι όμως αυτά τα μόνα είδη καλαμιών. Υπάρχουν πολλά άλλα που έχουν ευδιάκριτες διαφορές. Υπάρχει ένα είδος με σάρκα και γόνατα, που έχει πυκνή σύσταση, κι ένα άλλο που η σύστασή του είναι αραιή και έχει λίγα γόνατα. Υπάρχει το κούφιο καλάμι, που μερικοί ονομάζουν "συριγγία" ("ον καλούσί τινες συριγγίαν"), επειδή δεν έχει σχεδόν καθόλου ξύλο και σάρκα. Υπάρχει ένα άλλο συμπαγές και σχεδόν εντελώς γεμάτο. Άλλο είναι κοντό και αναπτύσσεται γρήγορα και είναι ψηλό και χονδρό. Υπάρχει ένα που είναι λεπτό και με πολλά φύλλα και κάποιο που έχει λίγα φύλλα ή μόνο ένα.

»Μερικοί διακρίνουν τα διάφορα είδη με διαφορετικά ονόματα. Το πιο συνηθισμένο ίσως είναι το πετροκάλαμο ("κοινότατον δε πως ο δόναξ"), που λένε πως είναι πολύ δασύ και φυτρώνει κυρίως δίπλα σε ποταμούς και λίμνες. Λένε ότι γενικά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα καλάμια που φυτρώνουν στην ξηρά κι αυτά που φυτρώνουν στο νερό. Αρκετά διαφορετικό πάλι είναι το "τοξευτικό" που μερικοί ονομάζουν Κρητικό ("ίδιος δε και ο τοξικός, ον δη Κρητικόν τινες καλούσιν") [...] Αυτό που ονομάζεται Λακωνικό είναι ποικιλόχρωμο. [...] Υπάρχει επίσης ένα είδος καλαμιού που φυτρώνει στη στεριά και το οποίο δεν είναι όρθιο [...]. Το αρσενικό καλάμι είναι συμπαγές, και μερικοί το ονομάζουν "ειλετία". Το Ινδικό καλάμι είναι πολύ διαφορετικό, σαν να είναι ένα τελείως άλλο είδος [...]. Αυτά τα καλάμια γίνονται μεγάλα και στερεά, γι' αυτό τα χρησιμοποιούν για ακόντια.

»[...] Όλα τα καλάμια είναι ανθεκτικά και, αν κοπούν ή καούν, ξαναβγαίνουν ακόμα καλύτερα. Επίσης οι ρίζες τους είναι παχιές και πολυάριθμες, γι' αυτό και το φυτό καταστρέφεται δύσκολα. [...] Αρκετά όμως είπαμε σχετικά με τα καλάμια ("Αλλά περί μεν καλάμων ικανώς ειρήσθω")».


Για το κείμενο:
Θεόφραστος, Άπαντα 2 (#453), εκδ. Κάκτος 1998

 

Για την μεταφορά: mix 07/2015

Μοιραστείτε το