Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

«Νομίζω πως ποτέ δεν θα δώ
ένα ποίημα όμορφο όσο ένα δέντρο.» 
–Τζόυς Κίλμερ , "Trees"

Είναι γνωστό ότι η φυσιογνωμία των λαών και των κοινωνιών πλάθεται, εκτός των άλλων, και μέσα από τον διάλογό τους με τον φυσικό χώρο που τους περιβάλλει. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι του χωριού, μόνιμοι και μη, δενροφυτεύουν χώρους μέσα ή κοντά στα σπίτια τους ακόμη και στα πλησιέστερα χωράφια τους. Πόσα, όμως, από τα δέντρα του χωριού είναι συνδεδεμένα με το τοπίο της Βωλάξ, μέσα στον χρόνο;

Ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του '90, ο Σύλλογος, ομόρφυνε το χωριό και «πρασίνισε» το άγριο τοπίο με διάφορες δενδροφυτεύσεις παράλληλα με τις διανοίξεις των νέων δρόμων, τη δημιουργία της πλατείας (στην είσοδο του χωριού), την κατασκευή του οστεοφυλακίου, το θέατρο κ.λπ. Αξιομνημόνευτη βοήθεια υπήρξε από τους Φίλους του Πράσινου (Σύλλογος Προστασίας Περιβάλλοντος και Αναδασώσεως Νήσου Τήνου) όπου χάρη σε αυτούς το χωριό ξαφνιάζει ευχάριστα και καταργεί επί της ουσίας την κλισέ φράση περί σεληνιακού τοπίου.

Σήμερα, πλέον, που οι περισσότεροι (ευτυχώς) καταλαβαίνουν την αξία του πράσινου πρέπει να γνωρίζουμε και κάτι ακόμα: Όπως τονίζει ο Π. Κωσνταντινίδης, ερευνητής του Ιδρύματος Δασικών Ερευνών, «η φύτευση νέων δένδρων θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή, με είδη που προϋπήρχαν και σε μικρές εκτάσεις, έχοντας υπόψη ότι ένα οικοσύστημα φιλοξενεί εκτός από την ντόπια χλωρίδα και πολλά είδη πανίδας, τα οποία δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν να αντέξουν τις μεγάλες αλλαγές. Πρέπει να εξασφαλίσουμε μεγάλους χώρους μη παρέμβασης ώστε να δώσουμε καταφύγιο σε όσα είδη δεν μπορούν να αντέξουν την νέα οικολογική πραγματικότητα». Ουσιαστικά, δηλαδή, θα πρέπει να έχουμε πάντα ως πρότυπό μας τη φύση και τον τρόπο που αυτή επιλέγει τα είδη που απαρτίζουν τη βλάστηση σε μια περιοχή.

Όλα αυτά, μας υπαγορεύουν να καταγράψουμε δέκα «κλασικά» δέντρα που μπορούμε να βρούμε στο χωριό. Φυσικά, υπάρχουν κι άλλα (Μουσμουλιά, Κυδωνιά, κάποια εσπεριδοειδή κ.λπ.) τα οποία όμως φυτεύτηκαν για συγκεκριμένους λόγους (την εποχή της Κατοχής κυρίως, ή σχετικά σύγχρονα, με την επιστροφή πολλών στον τόπο γεννησής τους, όπως αναφέρουμε παραπάνω) και, εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζουν το κατ' εξοχήν βωλακίτικο οικοσύστημα. Για αυτόν τον λόγο, δεν θα βρείτε δέντρα που υπάρχουν σε άλλα μέρη του νησιού (λεύκες, αρμυρίκια, πεύκα, φίδες κ.λπ.) αλλά όχι στο χωριό. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν:

Συκιά (Ficus Carica) / Ορνός

Δέντρο πολύ κοινό στον τόπο μας είναι η συκιά. Το δέντρο (Συκέη ή συκή των αρχαίων) ήταν γνωστό, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους. Συγκεκριμένα, μάλιστα, στον προϊστορικό οικισμό Πολιόχνη, στο νησί της Λήμνου, έχουν βρεθεί απανθρακωμένα σύκα. Μάλιστα, την άγρια συκιά (ερινεός, ορνός) την συναντούµε στην Ιλιάδα του Οµήρου. Ορνό λέμε την «αρσενική» συκιά, όπου οι καρποί που βγάζει, μοιάζουν με σύκα αλλά δεν τρώγονται. Τους χρησιμοποιούσαν όμως, κάποτε, για «όρνιασμα»: μπόλιαζαν δηλαδή τα δύο δέντρα, συκιά και ορνό.

Στην ophioussa βρίσκουμε: «θυμάμαι την γιαγιά μου να μαζεύει ορνούς αρχές Ιουνίου, (έπρεπε να είναι φουσκωμένοι) να τους περνάει 5-5 ή 10-10 σε ένα βούρλο (βρούλο το έλεγε) και να τους κρεμάει από μία-δύο αρμαθιές σε κάθε συκιά. Το ρητό έλεγε "του Σαντ’ Αντόνι’ ορνός, τ' Αγιά Μαρίνας σύκο", που το ερμηνεύω ό,τι έπρεπε να "ορνιαστούν" οι "σ’κιές" στις 13 Ιουνίου για να έχεις σύκα στις 17 Ιουλίου. Βέβαια τα πολλά σύκα, τουλάχιστον στο νησί, είναι τον Αύγουστο. Στο βουνό, κρατάνε μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου».

Οι καρποί της συκιάς τρώγονται νωποί ή ξεροί. Φρέσκα σύκα το φθινόπωρο, ξερά το χειμώνα, σκέτα ή με λίγη μυζήθρα (κοπανιστή δηλαδή), πάντα ήταν μια λιχουδιά για τους κατοίκους. Επειδή τα παλιά χρόνια δεν υπήρχε ψυγείο, όταν ο καρπός άρχιζε να ξυνίζει τον έδιναν για τροφή στους χοίρους («φάε! Τα έχουμε για τσι χοίροι»). Τα σύκα, λίγο πριν χαλάσει η γεύση τους –όπως τα ξερά– τα έτρωγαν με καλή παρέα και ρακί. Οι καλές νοικοκυρές, μάλιστα, τα φούρνιζαν γεμιστά με κανέλα, σουσάμι και αμύγδαλο ως «παστελαριές», και πήγαιναν υπέροχα με το ρακί.

Ελιά (Olea)

Εδώ και χιλιάδες χρόνια, η ελιά είναι το κατ' εξοχήν δέντρο του μεσογειακού χώρου. Συνυπάρχει με τους λαούς της Μεσογείου, έχει συνδεθεί με την καθημερινότητα και τις συνήθειές τους και, έχοντας ξεπεράσει τα όρια του τοπίου, έχει αφήσει τα ίχνη της σε όλους τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στα παράλια της. Για πολλούς, είναι δώρο της φύσης, μια λέξη-κλειδί για την κατανόηση της εξέλιξης πολλών περιοχών.

Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την Ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο και η ελιά υπήρξε το σύμβολο της θεάς Αθηνάς. Στο χωριό βρίσκουμε πιο συχνά την αγρελιά (Ελαία η αγρία, λατ. Olea Silvestris) που την μπόλιαζαν ως ελιά και ακολούθως υπήρχε και η κοινή ή ευρωπαϊκή (Olea Europea).

Τον καρπό τον μάζευαν και πήγαιναν στο λιοτρίβι των Λουτρών (εκεί, πολλοί Βωλακίτες έπαιρναν μεροκάματα για να γυρίσουν τις λιόπετρες). Η αντιστοιχία ήταν 5 περίπου οκάδες καρπού (που έδιναν) σε 1 οκά λαδιού (που έπαιρναν). Μερικές φορές η αναλογία γινόταν 6:1, αν οι ελιές δεν ήταν «καλές». Ο καρπός της ελιάς –μαζί με το τυρί– ήταν η σημαντικότερη τροφή για τους κατοίκους του χωριού, αφού, το κρέας δεν ήταν για καθημερινή χρήση.

Λεμονιά (Citrus × Limon)

Ένα από τα αγαπημένα δέντρα στη Βωλάξ είναι η λεμονιά (Κιτρέα η λεμονέα). Ο κίτρος, προφανώς ο καρπός στον οποίο αναφέρεται ο Πλίνιος [Φυσική Ιστορία XII, vii.15] είναι, κατά τα φαινόμενα, το πρώτο εσπεριδοειδές που ήταν γνωστό στη Μεσόγειο. 

Τα λεμόνια σερβίρονται συχνά ως λεμονάδα (ο καρπός περιέχει μεγάλη ποσότητα βιταμίνης C) ή ως διακόσμηση σε ποτά με μια φέτα είτε μέσα στο ποτήρι είτε στηριγμένη στο χείλος. Στην Ιταλία χρησιμοποιούνται στην παρασκευή του λικέρ λιμοντσέλο. ενώ, συχνά, ένα κομματάκι λεμόνι προστίθεται στο νερό για να δώσει λίγη γεύση. Ο χυμός λεμονιού χρησιμοποιείται πολύ σε φαγητά, σε κρέας και σε ψάρι, ενώ τα λεμόνια γίνονται επίσης μαρμελάδα και γλυκό του κουταλιού (η συνταγή γινόταν με πετιμέζι αντί ζάχαρης). Συνήθως στο χωριό, το γλυκό του κουταλιού είχαν σταφύλλι ή τριαντάφυλλο. Πάντως, ακόμη και τα φύλλα της λεμονιάς τα χρησιμοποιούσαν για να ακουμπήσουν τα παστέλια που έφτιαχναν.

Οι καλύτερες και οι περισσότερες λεμονιές υπήρχαν στο Πηγάδι. Όμως κάθε οικογένεια είχε τα δικά της δέντρα: Στις Γαρουφωλιές, στη Παχυανάμμο, στη Σαβαγιάννη, και στο Περ'βόλι.

Μουριά (Morus Alba)

Εγκλιματίστηκε στην Ευρώπη, όπου έφτασε το 12ο αιώνα μ.Χ. και υπάρχει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Τον 16ο-17ο αιώνα καλλιεργήθηκε στην Τήνο κυρίως για τα φύλλα της που δίνονται τροφή στους μεταξοσκώληκες για την παραγωγή μεταξιού αλλά και για την καλή ποιότητας ξυλεία που παράγει.

Το είδος που βρίσκουμε στο χωριό είναι η Λευκή ή κοινή. Έχει λευκούς και (κυρίως) κόκκινους καρπούς. Σε πολλά σπίτια της Τήνου σπάνια έβρισκες αυλή χωρίς μια μουριά. Είναι καλλωπιστικό δέντρο και δίνει πολύ πλούσια σκιά.

Ιτιά (Salix)

Η ιτιά (ιτέα) είναι γένος φυτών που ανήκει στην τάξη των Ιτεωδών και περιλαμβάνει 30 περίπου είδη δέντρων και θάμνων αφού μεταξύ των διαφόρων ειδών του γένους παρατηρείται φυσικός υβριδισμός και έτσι τα είδη της ιτιάς πολλαπλασιάζονται. Το κυριότερο και πιο κοινό είδος είναι η λευκή ιτιά (Salix alba) όπου την ονομασία της την οφείλει στις λευκές αποχρώσεις του κορμού της. H ιτιά έδινε την πιο κατάλληλη βέργα ως απαραίτητο υλικό στους καλαθοπλέκτες του χωριού. Το είδος ιτιάς που χρησιμοποιούν για το πλέξιμο καλαθιών στην Τήνο είναι η Κόκκινη της Φλάνδρας

Για να μπορούμε να κόψουμε βέργες, κατάλληλες για την καλαθοπλεκτική, πρέπει το δέντρο να καθαρίζεται κάθε χρόνο από τις παλιές βέργες του, δηλαδή, να μένουν επάνω στο δέντρο μόνο τα κεντρικά και χοντρά κλαδιά, επάνω στα οποία θα βγουν οι νέοι βλαστοί. Ορισμένοι καλαθοπλέκτες κόβουν τις βέργες της ιτιάς κατά την περίοδο της χάσης του φεγγαριού («καλοφέγγ'»), γιατί λένε, ότι οι μόνο τότε οι βέργες είναι γερές και δεν τις πιάνει το σαράκι.

Λυγαριά

Η λυγαριά (Salix Viminalis) είναι μια ποικιλία της ιτιάς που οι Βωλακίτες χρησιμοποιούν για τα καλάθια τους. Οι βέργες της λυγαριάς είναι πιο τραχείς αλλά πιο ανθεκτικές από αυτές της ιτιάς γι' αυτό και τις μεγάλες κατασκευές, όπως οχαλικολόγος, τις δουλεύουν με λυγαριές. Τις βέργες της λυγαριάς τις κόβουμε όσο πιο βαθιά μπορούμε από τον Δεκαπενταύγουστο και μετά, ακόμα και τον χειμώνα όταν τα φύλλα έχουν πέσει και δεν χρειάζεται να τις καθαρίσουμε. Γενικά, πάντως, τις αφήνουμε στον ήλιο 2-3 εβδομάδες για να ξεραθούν πριν τις αποθηκεύσουμε σε στεγνό χώρο.

Βέλανος (Quercus)

Η βελανιδιά (Δρυς) ή βέλανος όπως το λένε στο χωριό, είναι γένος φυτών με 531 αυτοφυή είδη μόνο στο βόρειο ημισφαίριο της γης. Στο χωριό το είδος που μπορούμε να βρούμε είναι αυτό που υπόλοιποι λένε πουρνάρι ή πρίνος (Δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera). Είναι ένα θαμνώδες, αείφυλλο, σκληρόφυλλο δέντρο αλλά το βρίσκουμε μερικές φορές και σαν θάμνο. Σημαντικότερη ποικιλία αυτού είναι ο «χαμόπρινος», της οποίας το μεν ξύλο χρησιμοποιείται στη παραγωγή ανθράκων, οι δε νεαροί βλαστοί του ως τροφή αιγοπροβάτων. 

Το πουρνάρι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό κατά της υπερβόσκησης και αναπτύσσει αμυντικούς μηχανισμούς, όπως ισχυρά δόντια στα φύλλα. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα ξηρανθεκτικό είδος και πρεμνοβλαστάνει εύκολα μετά από πυρκαγιά, παίζοντας σημαντικό οικολογικό ρόλο, αφού προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.

Τα βελανίδια, εκτός του ότι είναι μια από τις καλύτερες τροφές για τους χοίρους, τα χρησιμοποιούσαν για θέρμανση. Έπαιρναν έναν γκαζοντενεκέ και τον γέμιζαν με στάχτι λίγο παραπάνω από τη μέση. Από πάνω έβαζαν κάρβουνα που, συνήθως, τα έπαιρναν από τον φούρνο της κουζίνας και από πάνω έβαζαν βελανίδια. Αυτό ήταν το αυτοσχέδιο μαγκάλι της Βωλάξ το οποίο ήταν τοποθετημένο κεντρικά, στο σαλόνι, για να μπορέσει να θερμάνει όσο δυνατόν περισσότερο το χώρο.

Πασχαλιά (Melia Αzedarach)

H Πασχαλιά των Ινδιών (προφανώς γιατί ανθίζει την συγκεκριμένη περίοδο και έχει το ίδιο χρώμα άνθους της πασχαλιάς) ή, πιο σωστά, Μελία είναι ένα από τα καλλωπιστικά δέντρα που συναντά κανείς μέσα στο χωριό. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο που προέρχεται από την Ινδία, έχει σφαιρική κόμη και σύνθετα πράσινα φύλλα, λεία με οδοντωτό περίγραμμα. Το ύψος του μπορεί να φτάσει και τα 12m και το πλάτος του τα 8m. Προτιμάει τις ηλιόλουστες τοποθεσίες και τα γόνιμα και σχετικά ξηρά εδάφη. Είναι δέντρο ταχυαυξές. Πολλαπλασιάζεται με σπόρους. Αντέχει σε χαμηλές θερμοκρασίες αλλά απαιτεί απάνεμες θέσεις. Ο κορμός και τα κλαδιά του είναι πολύ εύθραυστα.

Οι μεγαλύτεροι από μας θα θυμούνται το ατελείωτο παιχνίδι με τα φυσοκάλαμα και τους καρπούς της. βλ. παιχνίδια με τους καρπούς της πασχαλιάς εδώ. Οι καρποί έχουν πράσινο ή κίτρινο (ανάλογα με την εποχή) χρώμα και δεν είναι εδώδιμοι. Λέγεται ότι από το ξύλο της μελίας ήταν φτιαγμένο το δόρυ του Αχιλλέα. [(...) από μελία του Πηλίου, το έφτιαξε ο Χείρων για τον Πηλέα (...)]

Τα φύλλα της πασχαλιάς περιέχουν την ουσία αζαδραχτίνη. Λόγω της ύπαρξης αυτής της ουσίας, το εκχύλισμα των φύλλων διαλυμένο σε νερό, θεωρείται άριστο βιολογικό εντωμοαπωθητικό για τα φυτά.

Βρωμόδεντρο (Ailanthus Altissima)

Το βρωμόδεντρο ή βρωμούσα (Αείλανθος ο αδενώδης) είναι άλλο ένα φυλλοβώλο δέντρο που βρίσκει κανείς μέσα στο χωριό, συγγενικό με την Πασχαλιά. Είναι καιροσκοπικό φυτό που ευδοκιμεί σε πλήρη ήλιο και αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς σε σύντομο χρονικό διάστημα (ακόμη και σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού), ανταγωνίζοντας επιτυχώς τα αυτόχθονα δέντρα. Μπορεί να το βρει κανείς, συχνά, σε περιοχές όπου λίγα δέντρα μπορούν να επιβιώσουν. Η αντοχή του δέντρου στην ξηρασία, οφείλεται στην ικανότητα του να αποθηκεύει αποτελεσματικά το νερό στο ριζικό του σύστημα, το οποίο είναι πολύ επιθετικό και μπορεί να προκαλέσει καταστροφές σε θεμέλια και υπόγειες σωληνώσεις, όπως αποχετεύσεις, σωλήνες ύδρευσης («έχει πιάσ' γέν'») κ.λπ. Το άρωμά του δεν είναι τόσο ευχάριστο (εξού και η ονομασία), αλλά είναι καλλωπιστικόκαι το καλοκαίρι προσφέρει σκιά και δροσιά.

Κυπαρίσσι (Cupressus)

Αειθαλές φυτό το κυπαρίσσι, το συναντούμε (φυσικά) έξω από χώρους λατρείας και κατάνυξης: Έξω από τηνσαχριστία, στην αυλή της Εκκλησίας του χωριού, βρίσκουμε το είδος Οριζοντιόκλαδον ή θηλυκό κυπαρίσσι και φυτεύτηκε εκεί το 1910 για να μας θυμίζει το σημείο που βρισκόταν η παλιά εκκλησία του Αγ. Ιωάννη. Άλλο ένα κυπαρίσσι, που φυτεύτηκε το 1912, βρίσκουμε στο παλιό μικρό κοιμητήριο μέσα στο χωριό, στο σημείο που γκρεμίστηκε η παλιά καθέδρα. Ενώ, πρόσφατα, ο Σύλλογος φύτεψε και άλλα (της γνωστής ποικιλίας που ονομάζεταιΚυπαρίσσι το πένθιμο) έξω από το νεκροταφείο του Αγ. Μάρκου. 

Τα περισσότερα είδη κυπαρισσιού είναι δέντρα που φτάνουν σε ύψος τα 30 μέτρα, γι αυτό και τα συνώνυμα ίσιος, ψηλός κ.λπ.. Όμως, αυτά της Τήνου σπάνια ξεπερνούν τα 7 μέτρα, και αυτά του χωριού (λόγω του ανέμου) σπάνια ξεπερνούν τα 4-5 μέτρα...

Mιμόζα (Mimosa)

Για την ακρίβεια, αγριομιμόζα –για να αντέχει στους ανέμους. H Mιμόζα είναι δέντρο αειθαλές με ύψος έως 6m –στο χωριό μας έχει φυτευτεί πίσω από την εκκλησία, ενώ δεν ξεπερνάει τα 3.5m. Ανθίζει από Φεβρουάριο έως τις αρχές της Άνοιξης, με άνθη σφαιρικά κίτρινα. Tο Φθινόπωρο παραμένει πράσινη. Είναι ευαίσθητο φυτό στο ψύχος και στους δυνατούς ανέμους (η φωτογραφία έχει τραβηχθεί μετά τον βαρύ Xειμώνα του 2015, όταν κάηκε ένα από τα δέντρα) γι' αυτό θέλει μάλιστα καλή στήριξη με πασσάλους κατά το φύτεμα. Από τα εντυπωσιακότερα δέντρα, λόγω της πρώιμης ανθοφορίας του ιδιαίτερα όταν φυτεύεται μέσα σε εκτάσεις χλοοτάπητα. Είναι δέντρο ευαίσθητο στα ασβεστούχα εδάφη, για αυτό για καλύτερη ανάπτυξη της, εμβολιάζεται πάνω στην Ακακία την πολυανθή (Acacia floribunda) η οποία είναι ανθεκτική σε τέτοια εδάφη.

Μεσκλιά (Mespilus Germanica)

Αφήσαμε στο τέλος τις μεσκλιές. Κι αυτό γιατί η μεσκλιά δεν αποτελούσε, ακριβώς, δέντρο της Βωλάξ. Υπήρχαν κάποια δέντρα, κυρίως στη Λάμαρη (αλλά τα περισσότερα όχι από χωράφια Βωλαξιανών) και στον κήπο του Πετριάδου. Η μεσκλιά ήταν ένα είδος μουσμουλιάς με καρπό που έμοιαζε ελαφρώς με το αχλάδι. Το φρούτο αυτό, που έβγαινε τον χειμώνα, θα μπορούσε κάποιος να το φάει μόνο όταν έχει ωριμάσει πάρα πολύ –μάλιστα, οι μεγαλύτεροι, το βουτούσαν σε ρακί για να το φάνε. 

Στο δρόμο που από τη Βωλάξ πηγαίνει κάποιος στον Σκαλάδο (Λάμαρη), τα παιδιά της δεκαετίας του '30, όταν πήγαιναν σχολείο, έκοβαν τα φρούτα και τα χτυπούσαν για να «σαπίσουν» πιο γρήγορα. Άνοιγαν μια τρύπα στο χώμα, τα έθαβαν μέσα και, ακολούθως, σκεπάζανε την τρύπα με πέτρες. Μετά από μια βδομάδα όταν ωρίμαζαν τεχνητώς τα φρούτα τα έτρωγαν.

 

 

Για τον κάλαμο και το καλάμι θα μιλήσουμε, φυσικά, σε ξεχωριστό άρθρο.

 


Πηγή πληροφοριών υπήρξαν:
Ιστοσελίδες: www.atfreeforum.com, www.greekmasa.gr
www.ophioussa.gr, www.el.wikipedia.org, geoponiko-parko.gr

Για την μεταφορά: mix 07/2015
Eπικαιροποίηση: jimel 09/2016

Μοιραστείτε το