Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Το χωριό, απομακρυσμένο από τα αστικά κέντρα, είχε ελάχιστη επιρροή από κάθε είδους τεχνολογική εξέλιξη. Τα παιχνίδια που μας έκαναν να νιώθουμε "μικροί εξερευνητές", ειδικά σήμερα, αναδύουν πάντα την ίδια αίσθηση της γλυκιάς νοσταλγίας. Η αλήθεια είναι ότι θέλουμε να μείνουμε πάντα παιδιά. Κυρίως στο μυαλό και την ψυχή. Ακολουθήστε μας!

Εισαγωγή 
Στο τέλος της ταινίας «American Beauty» ο πρωταγωνιστής, την ώρα που πεθαίνει, βλέπει εικόνες από την ζωή του να περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια του. Οι εικόνες αυτές δεν κρατάνε «μια στιγμή» όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά πολύ περισσότερο. Ίσως μια ολόκληρη αιωνιότητα. 

Κρατούν πάντως τόσο, ώστε να μπορούν να ταιριάξουν ως κινηματογραφικό φλας μπακ ολόκληρης της ζωής του. Τι εννοούμε; Το χόρτο, για παράδειγμα, όπου ξάπλωνε στην κατασκήνωση μικρός για να παρατηρείσει το φεγγάρι, ήταν «ίδιο» με το χόρτο όταν ξάπλωνε στην εφηβεία και αγγάλιαζε την κοπέλα του. Και το γρασίδι αυτό, ήταν πάλι «ίδιο» με αυτό που ως μεσήλικας, πλέον, γονάτιζε για να επισκευάσει τη μηχανή του αυτοκινήτου του...

Η διάφορες εικόνες από το παρελθόν, μας φέρνουν ένα γλυκό συναίσθημα, την υλοποίηση της συμφιλίωσης με ότι έχουμε ζήσει. (Αναρωτιώμαστε, μάλιστα, μήπως όλα αυτά τα πράγματα έχουν από μόνα τους μνήμη...)

Αν κλείσουμε τα μάτια και φέρουμε στο νου μας τα άγρια (αλλά και τόσο) μαγευτικά τοπία του χωριού, όπου περάσαμε τα καλοκαίρια θα δούμε τον εαυτό μας να κρατάει σουγιάδες και σφεντόνες, να προσπαθεί να εξερευνήσει τα χαλάσματα στα γκρεμισμένα σπίτια το μεσημέρι, να γυρνάει στα βουνά και στα λαγκάδια όλη μέρα, και να ξαποσταίνει στις μεγάλες πέτρες του Απλώματος τη νύχτα...

Εξοπλισμός καλοκαιριού
Οι γονείς μας, ίσως επειδή δεν μπορούσαν να μεταφέρουν όλα τα παιχνίδια μας στο Βωλάξ, αλλά και η φύση του ίδιου του χωριού, έτσι όπως ήταν τότε, μας οδήγησαν στο να το χαρούμε πιο έγκαιρα και να το αγαπήσουμε πιο έντονα. Τα «παιχνίδια» μας ήταν εξατομικευμένα και προσαρμοσμένα στις ατομικές μας ανάγκες μέσα στα πλαίσια του χωριού. 

Την ώρα που τα σημερινά παιδιά ζούνε με nintendo και playstation, εμείς, από την ώρα που φτάναμε στο χωριό, τρέχαμε να συγκεντρώσουμε τον απαραίτητο «εξοπλισμό» για τις υπόλοιπες ημέρες του καλοκαιριού ή ακονίζαμε το μυαλό μας κατασκευάζοντας οι ίδιοι τα παιχνίδια μας. Αν, πάλι, φτάναμε βράδυ, την ώρα του ύπνου, σκεφτόμαστε με ακρίβεια και με σειρά τις πρωινές μας κινήσεις ώστε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα αλλά και σωστά προετοιμασμένοι στις διάφορες εξερευνήσεις. Τα παιχνίδια εκείνα ήταν γιορτή για μας!

Η σουγιά
Σε πολλές λέξεις, στο χωριό, υπήρχε αλλαγή στο γένος τους. Το έλατο γινόταν ο έλατος, το καμπαναριό ο καμπαναριόςκ.α.. Έτσι, και το βασικότερο από όλο τον εξοπλισμό, ήταν η σουγιά. Θηλυκού γένους. Έφερνες την καλύτερη που μπορούσες, αν τύχαινε και είχες παραπάνω από μία. Η αλήθεια είναι ότι, αφού οι παππούδες είχαν πάντα κάποιες που περίσσευαν, όλο και κάποια χάριζαν στα εγγόνια!

Μην φαντάζεστε τα σημερινά ελβετικά ή αμερικανικά επιτεύγματα. Τότε το χερούλι ήταν ξύλινο, συχνά μονοκόμματο. Δεν υπήρχε το έλασμα να την κλειδώνει και λόγω της συνεχούς χρήσης συχνά έπεφτε επάνω στα δάκτυλά σου, αν δεν πρόσεχες. 

Μεγάλο (άπιαστο όνειρο) ήταν τότε και τα πρώτα μαχαίρια επιβίωσης, που παρουσιάστηκαν μετά την ταινία «Ράμπο», κυρίως τα δύο μοντέλα της εποχής: το ομώνυμο «ράμπο» και ο «παρασκευάς».

Η σουγιά ήταν ένα εργαλείο πολύ χρήσιμο για να κόψεις ένα καλάμι, που θα σε βοηθούσε στην πεζοπορία σου, για να αφαιρέσεις τμήματα πέτρας (ως «όπλο αντιπερισπασμού»), για να κόψεις τους σπάγκους και να δέσεις τη σκηνή κ.λπ. Ο παππούς μας την είχε σε πρώτη ζήτηση. Από το να να κόψει βέργες, να καθαρίσει τα καλάμια και να σχίσει τιςκαλαμόζιρες για την κατασκευή του καλαθιού μέχρι να καθαρίσει σύκα ή να απλώσει την μυτζήθρα στο ψωμί του...

Τα μπαλάκια
Τη δεκαετία του '80, που το χωριό δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί, κυριαρχούσαν στο χωριό οι τσουκνίδες και οι λεγόμενες πασχαλιές. Πρόκειται για την «Μελία» (Melia Αzedarach) ή «Πασχαλιά των Ινδιών» (περισσότερα για το δέντρο αυτό θα υπάρξουν στη σελίδα Χλωρίδα) του οποίου οι καρποί είναι μικρά μπαλάκια πράσινα, λίγο μεγαλύτερα από αρακά.

Οι καρποί αυτοί δεν τρώγονται και τον Αύγουστο μόλις έχουν δέσει, είναι πράσινοι, σκληροί και γυαλιστεροί. Αντιλαμβάνεστε ότι αποτελούν τα ιδανικά «πολεμοφόδια» για τις σφεντόνες και τα φυσοκάλαμα. Από τα μπαλάκια, μαζεύαμε ολόκληρα σακούλια από «πυρομαχικά». Τα ξερά (παλιά, όπως τα λέγαμε) ήταν άχρηστα.

Καμιά φορά, οι γεμάτες πλαστικές σακούλες του σούπερ μάρκετ σκίζονταν και πλημμύριζαν τα στενά του χωριού με μπαλάκια (κάτι που, ούτως ή άλλως, θα γινόταν μετά το ατελείωτο παιχνίδι). Αυτός ήταν και ο τρόμος των γερόντων, που μπορεί να γλυστρούσαν και να χτυπήσουν πέφτωντας.
Απίστευτες οι φωνές που μας έβαζαν ο Γερώνυμος, ο Άγγελος ή ο Ντουντός... [βλ. φωτό στο τέλος]

Μερικές φορές, φυλάγαμε πολεμοφόδια σε τρία-τέσσερα παλιά σπίτια μέσα στο χωριό, μεταφέροντας εκεί το κοντινότερο πεδίο μάχης, όταν ο αντίπαλος έδειχνε να «στερεύει». Η καλύτερη «αποθήκη πυρομαχικών» ήταν το σπίτι που ονομάζαμεμπλέ, λόγω των χρωμάτων στα πορτοπαράθυρά του (Εκείνα τα χρόνια, ήταν μειονότητα τα σπίτια του χωριού που ήταν λευκά και είχαν μπλέ χρώμα τα πορτοπαράθυρά τους). Η αυλή του αποτελούσε στρατηγικό σημείο αφού, βρισκόταν ψηλά επάνω από τον στενό κεντρικό δρόμο και τα κλαδιά, της απέναντι πασχαλιάς, έφταναν μέχρι το «στρατηγείο» μας!

Το μέρος με τις πιο παραγωγικές πασχαλιές ήταν στο κέντρο των δύο γκρεμισμένων σπιτιών που βρισκόντουσαν πριν από αυτό του Κακάλα που ήταν και το πρώτο κατοικήσιμο σπίτι του χωριού.
Τα δέντρα αυτά ήταν γέρικα και είχαν φυτρώσει μέσα στην κουζίνα του παλιού σπιτιού.

Ο Γιώργος ο Λεβαντίνος ήταν το πρώτο «θύμα», αφού κάποτε (στα τέλη της δεκαετίας του '70) έσπασε και έπεσε κάτω. Αυτό το συμβάν μας έκανε να χάσουμε... μία μέρα από το παιχνίδι μας. Την μεθεπόμενη και παρά τις φωνές των δικών μας, είχαμε πάψει να αγωνιούμε οι μάχες συνεχίστηκαν!

Οι σφεντόνες
Σφεντόνες πέρασαν αρκετές από τα χέρια μας. Από τις απλές πλαστικές («αγιοβασιλιάτικες») που πουλούσαν στη Χώρα μέχρι τις ιδιοκατασκευές μας. Κάποτε, πέρασαν από τα χέρια μας ακόμη και αυτές οι αμερικανικές «επαγγελματικές» diablo.

Ο Νάσος, επειδή τα κατάφερνε στα χειρωνακτικά και είχε σφεντόνες από την παιδική του ηλικία, είχε δημιουργήσει μια πραγματικά πολύ καλή που έδωσε στον Δημήτρη, η οποία αντέχει ακόμη και σήμερα (!). Οι άλλες, πάλι, είχαν λάστιχα που στέγνωναν, κολλούσαν και, συνήθως, σκιζόντουσαν. Αυτό μας οδηγούσε, κάθε λίγα χρόνια, να ψάξουμε να αγοράσουμε καινούργιες. 

Τα φυσοκάλαμα
Τα φυσοκάλαμα ήταν πιο σπάνια και στην αρχή γινόντουσαν με καλάμια. Στις αρχές τις δεκαετίας του '90, όμως, είχαμε συχνά εκλογικές αναμετρήσεις, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούμε ως φυσοκάλαμα τα πλαστικά σωληνάκια που είχαν οι κομματικές σημαίες. Αυτά, ήταν στην ιδανική διάμετρο για τα μπαλάκια. Δύο αδέρφια γνωστής οικογένειας έφερναν πάντα τέτοια και οι μελανιές που γεμίζαμε δεν λέγονταν! 

Όταν πια είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση στο χωριό και υπήρχαν μια-δυο οικοδομές, ανακαλύψαμε και τις πλαστικές σωλήνες των ηλεκτρολόγων. Κι αυτές στο ιδανικό μέγεθος! Τότε, μάλιστα, η τέχνη μας έφτασε στο να φτιάχνουμε και φυσοκάλαμα με γεμιστήρα και θαλάμη!

Οι λίγο μεγαλύτεροι σε ηλικία θυμούνται ότι στο τέλος οι μάχες με τα μπαλάκια γινόντουσαν χωρίς κανένα «όπλο», αλλά με γυμνά χέρια, πίσω από κάπασους, στα δώματα των σπιτιών, ή επάνω από το πηγάδι του χωριού.

Το παγούρι
Την δεκαετία του '80, είχαν βγει στην αγορά τα «παγουρίνο» (με το καπάκι, τα χερούλια-αυτιά και το αυτοκόλλητο... Τα θυμάστε; Μετά την επιτυχία, μάλιστα, βγήκαν και τα «σούπερ παγουρίνο») και φυσικά είχε γίνει χαμός. Εμείς, επειδή αισθανόμαστε Μικροί Εξερευνητές, δεν δεχόμασταν κάτι λιγότερο από κανονικό παγούρι, στρατιωτικό, αγορασμένο στο Μοναστηράκι! («Τα παγουρίνο είναι για τα κορίτσια»)

Ο φακός
Επειδή εκείνα τα χρόνια –σάμπως τώρα τι γίνεται;– έπεφτε συχνά το ρεύμα στο χωριό (γιορτή της Παναγίας γαρ) όλο και κάποιος φακός υπήρχε στο σπίτι. Αυτόν συνήθως «κλέβαμε» και τον είχαμε για τις νυχτερινές μας εξορμήσεις. Οι παλιοί φακοί, με την πλακέ μπαταρία και τα ελάσματα, φώτιζαν από τα πλάγια. Κάποια παιδιά, μάλιστα, είχαν τους αναβαθμισμένους με το κόκκινο και πράσινο φίλτρο για τα σήματα Μορς. Οι φακοί των παππούδων, πάλι, ήταν πλακέ, μεταλλικοί, με ένα γυάλινο ογκώδες μεγεθυντικό «μάτι» στην κορυφή που μεγάλωνε την εστία και τη δύναμη του φωτός.

Στο τέλος του καλοκαιριού τους αφήναμε σε κάποιο συρτάρι, και το Πάσχα, τους βρίσκαμε σε κακή κατάσταση, με τις μπαταρίες να έχουν βγάλει υγρά και να έχουν γίνει όλα μια μάζα με ανυπόφoρη μυρωδιά!

Η βόλτες μας στα χωράφια και τα βράχια, γύρω από το χωριό, μπορούσαν να κρατήσουν μέχρι να σκοτεινιάσει. Εκεί, ήταν απαραίτητη η κατοχή φακού στην περίπτωση που δεν θα είχαμε επιστρέψει έγκαιρα στο χωριό και το οποίο φωτιζόταν με ελάχιστα φώτα και –κυρίως– το φεγγάρι...

Σε εκείνα τα μακρινά μέρη έξω από το χωριό (για να μην έχουμε προβλήματα), υπήρχαν και κάποια «καταστροφικά» παιχνίδια... Ένα από αυτά, ήταν να πετάμε πέτρες σε κάθετες χαράδρες και γκρεμούς και να τις βλέπουμε να διαλύονται σιγά-σιγά πέφτοντας. Τα γρανιτικά πετρώματα του χωριού είναι –γεωλογικώς– σαθρά και κακής ποιότητας οπότε το αποτέλεσμα φάνταζε, στα μάτια μας, εκπληκτικό. Mερικές φορές, μάλιστα, έβγαζαν απίστευτη σκόνη καθώς έσπαγαν οπότε έπρεπε να πλυθούμε ελαφρώς πριν εμφανιστούμε στους γονείς μας. [βλ. φωτό στο τέλος]

Η αλήθεια είναι, δυστυχώς, ότι όταν ήμασταν μικροί δεν σεβόμαστε, πολλές φορές, τις ξερολιθιές. Υπήρχε ένας βράχος που χωριζόταν στην κορυφή του από πέτρες. Ο μισός άνηκε στον γερό-Γιακουμή τον Καρύδα (τότε δεν γνωρίζαμε ποιου είναι) και ο άλλος μισός σε κάποιον άλλον. Αυτές τις πέτρες τις είχαμε «κυλίσει» 6-7 φορές και πάντα τον ξαναβρίσκαμε φτιαγμένο. Κάποια φορά μας τσάκωσε και δεν τολμήσαμε να τον ξαναπειράξουμε!

Oι χάρτες
Κάθε σωστός «Μικρός Εξερευνητής» έχει χάρτη της περιοχής για να ξέρει που βρίσκεται και που πάει. Εκείνα τα χρόνια, όμως, όχι μόνο δεν υπήρχαν τα διάφορα GPS, αλλά και οι χάρτες ήταν λανθασμένοι και ανενημέρωτοι, ενώ, η Βωλάξ δεν αναγραφόταν καν μέσα σε αυτούς...

Κρατούσαμε λοιπόν σημειώσεις για τα περάσματα τις πέτρες ή βαφτίζαμε με χρώματα (τη δεκαετία του '70) τις βραχώδεις συστάδες, ώστε να μπορούμε μεταξύ μας να συνενννοηθούμε. Σώζεται μέχρι σήμερα ένας χάρτης του Μήτσου, που φτιάχτηκε το χειμώνα του 1990, για να «προετοιμάσει» τις εξορμήσεις του Πάσχα! [βλ. φωτό στο τέλος]

Το βιβλίο των "Μικρών Εξερευνητών"
Η συγκεκριμένη εγκυκλοπαιδική σειρά βιβλίων για παιδιά (βλ. ειδικό άρθρο) αποτέλεσε την βίβλο για χιλιάδες παιδιά και, πολλοί από εμάς, δοκιμάσαμε να φτιάξουμε κάποια custom έκδοση, προσκοπικού τύπου, για τις «ανάγκες» μας στο χωριό! [βλ. φωτό στο τέλος]

Τα παπούτσια
Θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τα «ειδικά» παπούτσια ήταν μέρος του εξοπλισμού μας. Ο ευρύτερος γεωφυσικός χώρος με τις πέτρες και ο κίνδυνος των φιδιών, μας έπεισε ότι μόνο αθλητικά παπούτσια (ή άντε και τα μποτάκια) ήταν τα κατάλληλα υποδήματα που έπρεπε (κυρίως τα αγόρια) να φοράμε. 

Πολύ πριν τις αρχές των 90s, με τα τρακτερωτά "κίτρινα" Timberland και τα δερμάτινα κορδόνια –και φυσικά από τα παλαιότερα ορειβατικά με τα κόκκινα κορδόνια, που κόστιζαν πάρα πολύ– υπήρχαν τα μαύρα αθλητικά zita-hellas με τις πορτοκαλί ρίγες στα πλάγια, που από το πολύ σκαρφάλωμα έλιωναν οι τάπες τους («Βάκη πρόσεξε γιατί θα γλυστρίσεις! Στην πηγή γλυστράει!»). Αυτό, βέβαια, δεν μας αποθάρρυνε, αφού ήταν κάτι το συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο...

Στα 80s, υπήρχαν τα αθλητικά παπούτσια Strike ("Φοράει Strike και καρφώνει!") και μετά το Eurobasket του '87 εμφανίστηκαν και τα Pony, που φόραγε ο Γκάλης. Κάπου εκεί είχαμε και τα πρώτα μας «κονβερσάκια».

Επίλογος
Παρότι δεν μας έλειψαν τα playmobil, τα lego και τ' αυτοκινητάκια της matchbox (από τις όποιες ανέσεις της Αθήνας), η χαρά που σου έδινε το ομαδικό παιχνίδι στο χωριό, η εξερεύνηση και η αναζήτηση χαλασμάτων και γκρεμισμένων σπιτιών ήταν κάτι το «μαγικό». Η περιπέτεια σε συνδυασμό με την επαφή μας με τη φύση (όλη μέρα στα βουνά και στα λαγκάδια) ήταν κάτι μοναδικό που εμείς δεν μπορούσαμε να το βρούμε πουθενά παρά μόνο στο χωριό.

Η αλήθεια είναι ότι σε όλα αυτά, νιώθουμε ασφάλεια, σιγουριά και νοσταλγία. Είναι «δικά μας», είναι οικεία, τα γνωρίζουμε και μας προσδιόρισαν. Απαξιούμε το σήμερα και τον κόσμο των «πιτσιρικάδων» επειδή τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν σε ένα δικό τους κόσμο, διαφορετικό από τον δικό μας. Όμως, πολλά παιδιά γύρω μας, ενώ έχουν όλα τα καινούργια μαραφέτια, δεν τους λείπει καθόλου η φαντασία και η επινόηση, δεν τους λείπει καθόλου η σκέψη και το όνειρο. Και μάλιστα κάποια από αυτά –καθόλου περίεργο, τελικά– παίζουν με τον τρόπο που παίζαμε εμείς και στον ίδιο χώρο με τον «δικό μας». Τους ευχόμαστε καλό παιχνίδι!

Α, ναι! Και κάτι ακόμα: Προσέξτε μην γλυστρίσετε! Στην πηγή γλυστράει!


 

 

Για την μεταφορά: mix_09.2015

Μοιραστείτε το