Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

«Οι τζογαδόροι είναι οι λεβέντες της τράπουλας, αλλά η τράπουλα είναι ο μόνος λεβέντης», γράφει ο Γιάννης Βαρβέρης στο βιβλίο του Κόψε. Στην «λεβέντισσα» Ελένη του Φραγκιά έριξαν μια τράπουλα μέσα στον τάφο της όταν εκείνη πέθανε...

Τα παλιά χρόνια, η βασική διασκέδαση στο χωριό ήταν τα παιχνίδια με την τράπουλα και τα οποία παιζόντουσαν στα σπίτια των χωρικών αφού δεν υπήρχαν στο χωριό –πλην ελαχίστων και μικρών χρονικών διαλειμμάτων– καφενέδες. Κάποιοι μάλιστα, για να νιώσουν την ατμόσφαιρα, πήγαιναν στο παλιό παντοπωλείο του Κουμάρου (που σήμερα είναι λέσχη) να παίξουν πρέφα. 

Στα σπίτια τους, λοιπόν, έπαιζαν χαρτιά και μάλιστα περισσότερο τεχνικά παρά τυχερά παιχνίδια, όπως η κοντσίνα («παιχνίδι για γυναίκες»), το σκαμπίλι και η πρέφα. Τα δύο τελευταία παιχνίδια παιζόντουσαν σχεδόν πάντα με χρήματα, με τις παλιές τράπουλες του ελληνικού μονοπωλίου. 

Το 1897, έπειτα από μια πολεμική ταπεινωτική ήττα, το κράτος πτώχευσε. Για να πληρώσουμε πολεμική αποζημίωση, «οι φιλέλληνες» σύμμαχοί μας και οι τράπεζές τους μάς κατέβαλαν χρήματα για να πληρώσουμε το τεράστιο ποσό με ακόμη μεγαλύτερο τοκοχρεωλύσιο. Για να εξυπηρετήσει η χώρα μας το δημόσιο χρέος ιδρύθηκε το «Ελληνικό Μονοπώλιο», όπου τα ποσά από πράγματα βασικής ανάγκης, όπως σπίρτα, φωτιστικό πετρέλαιο, μαγειρικό αλάτι, ζάχαρη, σαπούνι (γι' αυτό και η γιαγιά έφτιαχνε δικό της...), πήγαιναν στην αποπληρωμή του «δανείου». Μέσα στα βασικότερα πράγματα ήταν και οι ...τράπουλες! (ως γνωστόν είμαστε φιλοπαίγμονες και τζογαδόροι...) 

Όποιος έβρισκε τράπουλα από κάποιους ναυτικούς ή συγγενείς από το εξωτερικό, ένιωθε μεγάλη χαρά και περίμενε το ίδιο βράδυ να καλέσει την παρέα των συγχωριανών με τους οποίους συνήθηζε να παίζει, για να παίξουν με το νέο απόκτημα! 

Τις δεκαετίες του '70-΄80, που είμαστε εμείς παιδιά, οι μεγαλύτεροι μάς έδιναν τις πιο τσακισμένες τράπουλες από αυτές ή κάποιες όπου είχε χαθεί κάποιο χαρτί τους (γι' αυτό και κάποιοι joker έχουν ζωγραφισμένο επάνω, μέχρι και σήμερα, το σύμβολο του χαρτιού που έλειπε) για να παίξουμε και μεις στο παπαδικό –φυσικά χωρίς χρήματα. 

Της μόδας τότε ήταν το κουμ-καν μετά ακολούθησε η δηλωτή και αργότερα η μπιρίμπα. Το κουμ-καν δεν το παίζαμε πάντα νόμιμα! Επειδή, μάλιστα, συνέβαινε πολύ συχνά αυτό, λέγαμε πριν ξεκινήσουμε: «να παίξουμε μαύρο;», που σήμαινε ότι επιτρεπόταν να κλέψει όποιος θέλει (σε αντίθεση με το «λευκό») αρκεί να μην τον πιάσουμε επ' αυτοφώρω! Έτσι, έφτασαν τράπουλες να έχουν στο τέλος του παιχνιδιού πάνω από 8 άσσους ή τρεις-τέσσερις joker, κάτι που για μας έβγαζε πάρα πολύ γέλιο... Αν κούναγες μάλιστα το κεντρικό τραπέζι του παπαδικού, όλο και κάποιος ξεχασμένος άσσος θα έπεφτε!

Τα παλιά χρόνια,πριν τον πόλεμο –και με δεδομένο ότι τα χαρτιά παιζόντουσαν με λεφτά– τα παιδιά έπαιζαν αμάδες και όχι παιχνίδια με τράπουλα. Μάλιστα, πριν τον πόλεμο, σε έναν σημαντικό «αγώνα», είχαν έρθει στο χωριό παιδιά από την Κώμη για να παίξουν αμάδες με τα παιδιά της Βωλάξ[σσ. ο χώρος έξω από την εκκλησία, από εκεί που είναι η αλτάνα με τα φυτά μέχρι την Σαχριστία –τότε υπήρχε άμμος εκεί– ήταν ο χώρος που συνήθως έπαιζαν αμάδες τα παιδιά]. Οι μικροί, λοιπόν, δεν έπαιζαν χαρτιά γιατί απλά δεν είχαν λεφτά. Αυτό σήμαινε ότι οι υπόλοιποι μπορούσαν να παίξουν! Έφηβοι και μεγαλύτεροι, πολλά από τα χρήματά τους, τα έπαιζαν στην τράπουλα, ενώ, πολλά κέρδη από τις πωλήσεις των καλαθιών πήγαιναν στη χαρτοπαιξία –η οποία τυπικά απαγορευόταν. Εξάλλου, υπήρξε τζογαδόρος χωρικός που πήγαινε στην Πάρνηθα για να παίξει (το αμιγώς τυχερό παιχνίδι) Σεμέν-ντε φερ... Κάτοικοι του χωριού, θυμούνται τον Ταλαρά να σκίζει την τράπουλά του σαν ύστατη αυτοπροστασία από την οικονομική αιμορραγία... («Δεν ήξιρε να παιζ'! Ούλο έχανε!») 

«Έν Ελλάδι παρ' όλον, ότι ή Νομοθεσία δέν επέτρεπε τήν χαρτοπαιξία καί τά διάφορα άλλα τυχερά παιχνίδια, το Κράτος άπεφάσισεν διά τού Νόμου 3717/1928 νά κάνη μοναδικήν εξαίρεσιν τού γενικού απαγορευτικού μέτρου καί νά έπιτρέψη την ίδρυσιν τού «Αυτονόμου Όργανισμού πρός άποκατάστασιν τών σεισμοπαθών τής επαρχίας Κορινθίας» (ΑΟΣΚ). Έκτοτε δημοσιεύθηκαν πάμπολλες διαταγές, γνωματεύσεις, διατάξεις καί άλλοι νόμοι, οί οποίοι εδημιούργησαν ένα σωρό «παράθυρα» διά τήν επέκτασιν τής χαρτοπαιξίας καί τυχερών παιχνιδιών στόν τόπον μας. Ώς άποτέλεσμα τής «μοναδικής εξαιρέσεως» τού 1928, σήμερα λειτουργούν διάφορα Καζίνα εις όλην τήν χώραν. Τά κέρδη, τά οποία θα προήρχοντο από τήν είσπραξιν φόρων τών χαρτοπαικτικών λεσχών, σπανίως επούλωσαν τίς πληγές τού σεισμού».

Στους μεγάλους παίκτες του χωριού υπήρξαν ο Πέτρος ο Ρεμπέτ'ς, ο Μπρούνος, ο Φραγκούλας και ο Μπαμς. Πολύ καλός παίχτης ήταν ο Γιακουμής ο Σκιαδίνης, ο Αντώνης ο Ντουντός και άλλοι. Ο Άγγελος ήταν από αυτούς που κέρδιζαν συχνά και έπαιζε μαζί με τον αδελφό του Γιώργη και την γυναίκα του Ζωζεφίνα που τις άρεσαν και αυτής τα χαρτιά. Ο Άγγελος ήξερε και όλα τα σημάδια για να δίνει και να παίρνει πληροφορίες την ώρα της παρτίδας: Ο δείκτης του χεριού ορθωμένος έδειχνε τον άσσο, η γροθιά την ντάμα (αν προσέξετε τα χαρτιά της τράπουλας η ντάμα κρατάει στην γροθιά της ένα λουλούδι), όταν έπιανε το σαγόνι του εννοούσε τον ρήγα (ο ρήγας απεικονίζεται πάντα με γενιάδα· μιμόταν, λοιπόν, αδιόρατα την κίνηση που κάνουν αυτοί που χαιδεύουν τα μούσια τους), όταν έπιανε το κεφάλι του σαν να σκέφτεται υποδείκνυε τον βαλέ (ο βαλές φοράει ιπποτικό σκούφο)... Ο Άγγελος ήταν, μάλιστα, και ένας από τους λίγους που ήξερε στο χωριό τάβλι (το είχε μάθει στο Ναυτικό όταν υπηρετούσε) αφού δεν υπήρχε το παιχνίδι αυτό στη Βωλάξ των χρόνων εκείνων. 

Το σύνηθες ήταν να μαζεύονται οι οικογένειες τα βράδια του χειμώνα (το καλοκαίρι μπορούσες να κάτσεις στην βεράντα και να συζητάς), να πίνουν ρακές και να παίζουν σκαμπίλι ή πρέφα. Να περνάνε καλά δηλαδή... Κάποιες φορές βέβαια, υπήρχαν και μικροτσακωμοί, αφού οι τράπουλες ήταν λίγες και πολυχρησιμοποιημένες, με αποτέλεσμα να ξέρουν κάποιοι τι χαρτιά «περνούσαν». Στην πρέφα υπάρχουν δύο σινιάλα: το βρόντηγμα και το λίχνισμα. Έτσι, αν ένας παίκτης έχει αξίες σ’ ένα χρώμα, π.χ. τα σπαθιά, την ώρα που θα πέσει το πρώτο σπαθί κάτω, βροντάει με τη γροθιά του το τραπέζι. Αντίθετα, όταν κανείς έχει ένα μόνο φύλλο σ’ ένα χρώμα, δεν το ακουμπάει στο τραπέζι φυσιολογικά, αλλά το «λιχνίζει», δηλ. το ρίχνει ελαφρά προς τα 'πάνω, ακριβώς για να υποδηλώσει ότι έχει μόνο ένα. 

Αυτά τα σημάδια, όπως είπαμε, απαγορεύονται ρητώς στα σοβαρά τραπέζια· αν ένας παίκτης είναι νεοφερμένος, μόλις το επιχειρήσει, οι άλλοι θα του πουν αυστηρά, «ούτε βροντάμε, ούτε λιχνάμε!». Στο χωριό, όταν προσπαθούσαν να δείξουν στον συμπαίκτη τους τη χαρτωσιά τους με κινήσεις των χεριών ή με εκφράσεις του προσώπου τους μπορούσε να δημιουργηθεί μικροένταση. Έτσι, σ' αυτόν που έκανε νοήματα, έλεγαν με έντονο τόνο: «Τι γνέφ'ς;»

Σήμερα ο Γιακουμής, η Λουίζα με τον άντρα της Ιωσήφ και ο Πέτρος ο Ξενόπουλος συνεχίζουν την μακραίωνη παράδοση να μαζεύονται στα σπίτια και να «παίξουν χαρτάκι», όπως τις παλιές καλές μέρες.

 

Για την μεταφορά: mix_09.2015

Μοιραστείτε το