Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι έχουν, κάποιες στιγμές, την ανάγκη να διηγηθούν παλιές ιστορίες. Ιστορίες από το πρελθόν –κάτι σαν φάρσες– που έκαναν στους μικρότερους. Προσπαθούν να δηλώσουν ότι είναι εδώ. Να πουν στους νέους, που έχουν πάρει πλέον τις θέσεις που οι ίδιοι είχαν κάποτε, ότι και αυτοί μπορούν να κάνουν φάρσες και καλαμπούρια.

Στην προχωρημένη ηλικία η κατάθλιψη εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα. Οι αθώες αυτές φάρσες είναι το μεγάλο αντίδοτο! Καταγράφουμε, λοιπόν, μια-δυο ιστορίες που μας έχουν διηγηθεί κάποιοι κάτοικοι του χωριού. Κάποιες από αυτές, μάλιστα, μας τις έχουν διηγηθεί περισσότερες από μία φορές, με το ίδιο κέφι κάθε φορά! Τα αστεία τους, αδέξια, ίσως και κακόγουστα με τα σημερινά δεδομένα, κρύβουν μια νοσταλγία και μια τρυφερότητα.

Το παιδί και το δαμάλι

Ο Γιάννης ο Τακάς πήγαινε μια μέρα στη Στενή. Μετά από αρκετό περπάτημα έφτασε στη Λιβαδερή. Εκεί, συνάντησε έναν μικρό που πήγαινε τις
αγελάδες της οικογένειας σε κάποιο από τα χωράφια της. Μαζί με τις αγελάδες ήταν και ένα μικρό δαμαλάκι.   
–Βρε μικρέ που πας τ'ς γελάδες;
–Ου μπαμπάς μού 'πην να τ'ς πάου σ' ένα χουράφ' κοντά στον Κέχρου.
–Βρε συ, το χουράφ' ειν' μακριά από 'δω. Γιατί πας με τα πόδια; Θα κουραστείς! Καβάλα το δαμάλι κι κράτα τ' αφτιά τ' για να μην πεσ'ς!
Ο μικρός, αφού του το είπε κάποιος μεγαλύτερος, πήγε ν' ανέβει στο δαμαλάκι. Όπως ήταν φυσικό, τον έριξε κάτω.
Το παιδί άρχισε τα κλάματα και ο Γιάννης το κοίταζε και γέλαγε!
 
Ο ίδιος καμαρώνει όταν λέει το αστείο του και η  διήγηση τελειώνει –πάντα– με την φράση: «Κλάματα ο μικρός, γέλια εγώ!!»  
 

Η στάμνα

Ο μπαρμπα-Αντρέας ο Γιόλαρος βλέπει κάποτε, μέσα στο χωριό, ένα μικρό κοριτσάκι να κρατάει ένα σταμνί και να πηγαίνει στην πηγή να φέρει φρέσκο νερό για την γιαγιά της. Της λέει λοιπόν:
–Μουρή, πού πας με του σταμνί;
–Μ' ήστειλεν η γιαγιά μ' να της πάω νερό...
–Μουρή, σπασ' του σταμνί, να μη σε ξαναστείλ' πουτέ!  
Η μικρή τον κοίταζε καλά-καλά και δεν ήξερε τι να κάνει. Της φαινόταν λάθος, αλλά αφού τη το έλεγε ένας μεγάλος...
–Σπασ' το μουρή, σπάσ' το να μη ξαναπάς για νερό!
Το μικρό κοριτσάκι φοβήθηκε και το έβαλε στα πόδια τρέχοντας.   

Το κοριτσάκι αυτό είναι σήμερα μια γιαγιά 80 ετών. Tην ώρα που μου λέει την ιστορία μπαίνει μέσα το μικρό εγγονάκι της κρατώντας μια στάμνα νερό...

Μοιραστείτε το