Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

Δυο ιστορίες από το παρελθόν: με πατέρα και παιδί, με παππού και εγγονό. Δεν είναι φάρσες αλλά απλές μνήμες. Και ευτυχώς που οι μνήμες δεν είναι σαν τις φωτογραφίες. Αυτές δεν ξεθωριάζουν...

«Χριστούγεννα»

Ο Γιωργούλας συνήθιζε τα Σάββατα να πηγαίνει σε φίλους του στα διπλανά χωριά. Μαζευόντουσαν όλοι μαζί, έπιναν ρακί και έλεγαν τις ιστορίες τους. Κάπου-κάπου έπαιζαν και λίγο χαρτάκι και μερικές φορές το ρίχνανε και στο τραγούδι.  

Ο Γιώργος είχε τέσσερα παιδιά: τρία αγόρια και μια κοπέλα. Μια το ένα από 'δω, μια το άλλο από κει, εκείνο τον χειμώνα είχε μείνει στο χωριό μόνο η μικρή του κόρη. Η μικρή περίμενε πως και πως να έρθουν τα Χριστούγεννα, να τα γιορτάσει με τους αγαπημένους της γονείς και να έχει –τώρα που έλειπαν τ' αδέλφια της– όλη την φροντίδα επάνω της.   

Βαρύς χειμώνας, αλλά ο μπαμπάς της δεν θα έχανε την έξοδο με τους φίλους του. Όλοι την βδομάδα είχε δουλέψει με το παραπάνω: καλάθια, χωράφια, ζώα... Με τίποτε δεν ήθελε να χάσει την παρέα του. Η Μαρία, η γυναίκα του, τον παρακάλεσε: «Πάρε και την μικρή μαζί, να βγει λίγο να ξεσκάσει. Είναι κλεισμένη μες το σπίτι, πάρε την μαζί σου, έξω κάνει κρύο και δεν μπορεί να πάει πουθενά».   

Ο πατέρας, γύρισε στην κόρη του και της είπε: «Άντε, ντύσου καλά-καλά να ξεκινήσουμε». Θα έφευγαν και οι δυο τους για τον Κέχρο, να νιώσει και το κορίτσι τις γιορτές λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Ήταν τα χρόνια που ζούσες ευτυχισμένος με απλά και λίγα πράγματα: με συντροφικότητα, χαρά και αγάπη... Δεν θα πούμε περισσότερα. Ξεκίνησαν με τα πόδια από το χωριό και βρέθηκαν στον Κέχρο. 

Ήπιανε, γελάσανε, τα είπανε, διασκεδάσανε. Μ' αυτά και μ' αυτά πέρασε η ώρα και είδαν ότι απ' έξω, όσο διασκέδαζαν, είχε πιάσει χοντρό χιόνι. Ο Γιώργος έντυσε καλά καλά την κόρη του, γιατί έκανε κρύο βαρύ, και ξεκινήσανε γοργά για την επιστροφή. Το μόνο φως που υπήρχε ήταν από ένα μεγάλο αστέρι επάνω από το μοναστήρι του Σαν Φραντζέσκου.   

Στη μέση της διαδρομής το χιόνι έπεφτε με μεγαλύτερη ένταση –ένα πυκνό χιόνι με χοντρές νιφάδες. Όταν μάλιστα έφτασαν κοντά στην Λιβαδερή ένα χοντρό άσπρο στρώμα από χιόνι την είχε ήδη καλύψει. Πατέρας και κόρη δεν μπορούσανε να περπατήσουν από τα παλιά δρομάκια που έβγαζαν στο χωριό: τότε δεν υπήρχε ο σημερινός δρόμος για τα αυτοκίνητα. Ήταν βράδυ και δεν έβλεπαν που πατούσαν, αν από κάτω ήταν έδαφος, φυτά ή το κενό.  

Χρησιμοποίησαν για κατάλυμα ένα μικρό στάβλο και ο πατέρας έφτιαξε ένα πρόχειρο κρεβάτι από άχυρα. Η μικρή κοιμήθηκε αμέσως και δεν κατάλαβε πότε ξημέρωσε. Η φωνή του πατέρα της που της ζήταγε να ξυπνήσει ήταν ο πρώτος ήχος που άκουσε το επόμενο πρωί.   

Γυρίσανε και οι δυο στο χωριό και η μητέρα έτρεξε και τους έβαλε γρήγορα ένα ζεστό. «Με αυτά που κάνετε θα είστε άρρωστοι τα Χριστούγεννα...»

H μικρή σκέφτηκε :«Εσύ έχασες τα Χριστούγεννα, εμείς από την φάτνη ερχόμαστε!» 

 

Τα γράμματα

Ο γερό-Φραγκούλας δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό παρά μόνο όταν είχε πάει στα νιάτα του φαντάρος. Τώρα στα γεράματα, έρχεται στην Αθήνα να μείνει κοντά στα παιδιά του για να τον φροντίζουν αφού δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί μόνος του.

Κάθε βράδυ, κατά τις 19:30 βλέπει τον εγγονό του, 17-18 χρονών τότε, να βγαίνει από το σπίτι. Αυτό, από την αρχή του έκανε εντύπωση και δεν του άρεσε... Ρωτάει μια μέρα τον γιο του:
–Βρε συ Γιάννη που πάει ο μικρός κάθε βράδ';
–Πάει στο φροντιστήριο να μάθει γράμματα.
Kαι ο Φραγκούλας απαντάει: «Ναι, εγώ που πήγαινα μέρα στο σχολείο και δεν έμαθα και θα μαθ' αυτός που πάει βραδ'»!

Μοιραστείτε το