Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

ΕΡΕΥΝΑ

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα ΕΡΕΥΝΑ.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Όσοι έχουν ζήσει το Πάσχα στα χωριά του νησιού πιθανότητα να έχουν γίνει μάρτυρες ενός εθίμου που συνεχίζεται αδιάλειπτα εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Το έθιμο αυτό, κυρίως κατά την Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως, είναι η χρήση των όπλων που λέγονται τριμπόνια.

Κατά την πανηγυρική του Πάσχα, στο δώµα του παπαδικού «παίζουν» τα τρ'µπόνια (τριμπόνια ή τροµπόνια, σε παλαιότερα έγγραφα, από το ιταλ. trombone [ = μεγάλη σάλπιγγα], το μουσικό όργανο –τρομπόνι– που καταλήγει σε σχήμα χοάνης ακριβώς όπως το όπλο). Πυροβολούν, δηλαδή, στον αέρα µε εµπροσθογεµή µονόκαννα όπλα που χρησιμοποιούν µαύρη χονδρόκοκκη πυρίτιδα («ποντίκι» –λόγω χρώματος– όπως την έλεγαν τα παιδιά της δεκαετίας του '80). Τα τριµπόνια ακούγονται σε συγκεκριµένα σηµεία της λειτουργίας τηρώντας πιστά ένα τυπικό που µεταδίδεται από γενιά σε γενιά, σε ένα τελετουργικό ρυθµό, ο οποίος φτάνει στο κορύφωµά του µε το πανηγυρικό πέρας της εκκλησιαστικής τελετής.

Ο Πάνος Αδαμόπουλος γράφει για την ιστορία αυτών των όπλων: «Επρόκειτο για όπλα πολεμικής χρήσης τα οποία τα είχαν κυρίως οι ναυτικοί για μάχες κοντινής απόστασης ή σώμα με σώμα, "πρώτον γιατί η κοντή κάννη δεν είχε τη δύναμη με το ένα ή τα πολλά βόλια να φτάσει πιο μακριά και δεύτερον, γιατί δεν σκόπευαν σωστά μακριά". Σε αντίθεση με τους στεριανούς λοιπόν, που είχαν τα καριοφίλια, οι Ελληνες ναυτικοί κρατούσαν τριμπόνια. H χρήση των τριμπονιών είναι πολύ παλιά και την αντιλαμβανόμαστε από διάφορες πηγές. Μέσα σ' ένα τραγούδι, που έλεγαν οι ναυτικοί της Πάργας και αναφέρεται στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, στις 7.10.1571, ανάμεσα στο συνασπισμένο στόλο των χριστιανών και εκείνου των Οθωμανών, λέει χαρακτηριστικά:

       [...]
       Όταν απαντηθήκανε
       οι δυο χοντρές αρμάδες,
       βροντοκοπούν οι κανονιές 
       γίνεται η μέρα νύχτα,
       πλώρη με πλώρη σμίγουνε 
       κατάρτι με κατάρτι
       λαμποκοπάνε τα λαμιά, 
       βροντάνε τα τρομπόνια,
       ποδάρια, χέρια και κορμιά 
       γιομίζουν τα καράβια
       σκοτώθη κι ο Αλή Πασάς (= ο ναύαρχος)
       το άξιο παλικάρι
       [...]

»Επίσης, ο Μακρυγιάννης αναφέρει στα απομνημονεύματά του: "Φωνάζει δια την φελούκα, μας βλέπουν οι Τούρκοι και μας στρώνουν να μας πιάσουνε. Θέλησε ο Θεός και ήταν μια φελούκα. Τους μίλησα και ριχτήκαμε μέσα και μας βάλαν απάνου 'στην γολέττα τους. Πλάκωσαν και οι Tούρκοι. Πήραν και αυτείνοι τα τριμπόνια τους και αντιστάθηκαν". Ακόμη και ο Παπαδιαμάντης έχει αναφορά στα τριμπόνια στο διήγημά του Η Παναγία η γλυκοφιλούσα: "Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσε ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν• έκοφταν, εψαλίδιζαν τις βόλτες".»

Το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό του Ελευθερουδάκη [1931, τόμος 12ος, σελ. 303] γράφει: «Τρομπόνι, το (ιταλ. trombone). Βραχύ φορητόν, εμπροσθογεμές πυροβόλον όπλον μικρού βεληνεκούς, με κάννην καταλήγουσαν εις σχήμα χοάνης ή σάλπιγγος, σιδηράν, πολλάκις δε και ορειχαλκίνην, το οποίον μετεχειρίζοντο κατά τους παρελθόντας αιώνας, κατά το πλείστον εις τα πολεμικά πλοία, προς απόκρουσιν των εφόδων (ρεσάλτο) εκ του συστάδην».

«Τα τρομπόνια», συνεχίζει το λεξικό, «πληρούμενα με μεγάλας δόσεις πυρίτιδος και με μέγα πλήθος σφαιρών, σφαιριδίων (κομμάτια, καδρέτα), σιδηρών ήλων κ.λ. εξεκενούντο κατά των εχθρικών λεμβών από εγγυτάτης αποστάσεως, όταν αύται πλήρεις αποβατικών αγημάτων επλησίαζον και έρριπτον τας αρπάγας και προσεκολλώντο επί του προσβαλλομένου σκάφους». Έτσι, βλέπουμε ότι υπήρχαν δύο ειδών τριμπόνια: αυτά στο μέγεθος της μεσαίας καραμπίνας, που είχαν και οι Τηνιακοί, και ήταν για μεσαίες αποστάσεις, και τα άλλα τα κοντύτερα, βραχύκανα που έμοιαζαν με πιστόλες: «Και οι επιτιθέμενοι όμως είχον μικρότερα τρομπόνια, κρεμάμενα δι' αγκίστρου από την ζώνην των, τα οποία εχρησιμοποίουν από των κανονοθυρίδων ή ευθύς ως επάτουν το κατάστρωμα του προσβαλλομένου πλοίου.»

Από τα ημερολόγια του ναυτικού αγώνα του 1821, βρίσκουμε τα υλικά κατασκευής της «φλόγας πυρός» και μαθαίνουμε ότι το τρομπόνι έδινε και το πυρ για την επίθεση της πυρπόλησης από τους Έλληνες: «[...] H κατασκευή τούτου (σσ. της φλόγας πυρός) ήτο η ακολούθος: αι ύλαι της κατασκευής του συνέκειντο από κατράμι, ρητίνην, πυρίτιδα και εχινοπόδας (αχινοπόδια, είδος φρυγάνων που βρίσκονται και στο χωριό) τεθειμένα ατάκτως εις το υπόστρωμα (κοραδούρον). Δια να τεθή σε το πυρ, ώφειλεν εις πυρπολιστής, όταν ήρχετ' η ώρα, να καταβή εις το υπόστρωμα και να πυροβολήση με πιστόλαν (τρομβόνι) γεμάτην άνευ σφαίρας, εις το μέρος το οποίον είχον προσδιωρισμένον δια να τεθή το πυρ και εκείθεν να διαδοθή [...]». [Υποναυάρχου Κ. Νικοδήμου, Απομνημονεύματα Εκστρατειών και Ναυμαχιών του Ελληνικού Στόλου, Αθήνα 1862, σ.14] 

Στο ίδιο βιβλίο μαθαίνουμε ότι τα ψαριανά πλοία του Κανάρη και του Νικοδήμου, κατά τον Αύγουστο του 1823, πέρασαν και από την Τήνο: «Πνέοντος δε ανέμου γαληνιαίου μεσημβρινού, η μοίρα των ψαριανών και ο εχθρικός στόλος διευθύνοντο ουριοδρομούντες προς το στόμιον του Τσικνιά, προεπορεύετο δε η μοίρα των ψαριανών μικρόν τι του εχθρικού στόλου, συγκειμένου από πλοία μεγάλα και μικρά σχεδόν εξήκοντα. Ότε δε η μοίρα των ψαριανών έφτασε μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, οι Μυκώνιοι θεωρούντες τον εχθρικόν στόλον ερχόμενον προς τα εκείσε, πολλοί εξ αυτών μετέβαινον οικογενειακώς εις Τήνον. [...] Διαμείναντα δε τα ψαριανά πλοία επί εν ημερονύκτιον μεταξύ Μυκώνου και Τήνου, έπεμψαν τας λέμβους των εις Τήνον όπου οι Τήνιοι ανέμενον ωπλισμένοι και προσέφερον εις τας λέμβους ως δώρον κρέας βωδινόν και σταφύλια [...]»

Φυσικά, τα τριμπόνια που χρησιμοποιούνται σήμερα δεν είναι από εκείνα τα χρόνια. Αυτά είχαν μηχανισμό πυριτόλιθου στη θέση που βρίσκεται σήμερα το καψούλι που δίνει την ανάφλεξη, και βεβαίως δεν υπάρχουν βόλια ή κάτι ανάλογο, αλλά απλά μπαρούτι ώστε το αποτέλεσμα να είναι μόνο ηχητικό. Τέτοια τριμπόνια, από το 1750, μπορεί να τα δει κανείς στο Πολεμικό Μουσείο, στο Ιστορικό Αρχείο-Μουσείο της Ύδρας (στην Ύδρα τα λένε τρομπόνια) αλλά και σε μέρη της Τήνου όπου φυλάσσονται και εκτίθενται παλιά όπλα. [Εγκυκλοπαίδεια Όπλων Κυνηγίου, Ιωαν. Νικητόπουλος]

Το έθιμο με τα τριμπόνια κρατάει τουλάχιστον από το επιτυχές τέλος της Ελληνικής Επανάστασης: «[...] Βλέπων δε τας τελουμένας τελετάς δια τας νίκας του στόλου, την εορτήν της Αναστάσεως και των Θεοφανείων, τον κλήρον περιερχόμενον την πόλιν και παρακολουθούμενον υπό του πλήθους, τους κρότους των πυροβόλων και όπλων, τας αθώας φωνάς των παίδων κραζόντων το "Κύριε ελέησον", τα πλοία πάσης τάξεως σημαιοστόλιστα, έχοντα τας μεν ελληνικάς σημαίας άνωθεν, τας δε οθωμανικάς κάτωθεν ως ένδειξιν της νίκης των». [Κ. Νικοδήμου, ο.π. σελ. 46]

Από τα χρόνια εκείνα, μετά την επανάσταση, συνέχισαν στην Τήνο και κράτησαν ζωντανό το έθιμο, χρησιμοποιόντας το σε όλες τις χαρμόσυνες εκδηλώσεις της τηνιακής κοινωνίας, όπως: μαράντες και γλέντια, βαφτίσια και γάμους και φυσικά, κατά την ημέρα της Ανάστασης.

Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70 σχεδόν κάθε σπίτι στο χωριό (!) είχε και το δικό του τριμπόνι. Μάλιστα, τα περισσότερα ήταν πολύ παλιά και τους είχε προστεθεί ένας μεταλλικός δακτύλιος στη κάννη για να μην «σκάσουν». Τα περισσότερα είχαν «χαθεί» κατά την περίοδο της κατοχής, κάποια άλλα τα είχαν «σπάσει» οι αρχές (υπάρχει ιστορία, σε άλλη σελίδα, με καταστροφή των τριμπονιών από αστυνομικούς σε μαράντα του χωριού) ενώ, την περίοδο της δικτατορίας, η αστυνομία κατάσχεσε πολλά από αυτά προς χάριν της «δημοσίας τάξεως». Στην ιστοσελίδα της Κώμης, για το ίδιο θέμα, διαβάζουμε: «Μερικά από αυτά βυθίστηκαν στην θάλασσα, όχι μακριά από το δρακονήσι, αγνοώντας πλήρως την αξία του τριμπονιού σαν κειμήλιο». 

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, και για λόγους προστασίας, είχε αρχίσει η «δίωξη» της χρήσης τους:«Προτρέποµεν τα Αστυνοµικά όργανα να καταστείλωσι όσον το δυνατόν την βάρβαρον του πυροβολισµού συνήθειαν κατά την σηµερινήν και αύριον ηµέραν, (Μεγάλο Σάββατο και Κυριακή του Πάσχα) και προπάντων εις τους παίδας, οίτινες κακώς πολλάκις µεταχειριζόµενοι τα εις χείρας των όπλα, εγένοντο αφορµή δυστυχηµάτων και προς εαυτούς και προς άλλους». [εφημ. Τήνος, φ.19, 15.04.1878]

Πάντως, μέχρι 15-20 χρόνια χρόνια πριν, τριμπονιές ακούγονταν σχεδόν σε όλα τα χωριά της Τήνου. Σήμερα είναι λίγα χωριά που κρατούν το έθιμο, και σίγουρα τα πρωτεία στο «παίξιμο» έχουν τα χωριά του Πύργου και της Στενής. Οι τριμπονιές πάντως του χωριού, στο Πανηγύρι της Καλαμάν, άφησαν εποχή και καταγράφηκαν σαν σημαντικό λαογραφικό στοιχείο στο Λεύκωμα του Κώστα Βέργα «Λατρεία - Στον Κύκλο του Χρόνου» [σελ. 118]. Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Ανάλογη είναι η ενοριακή εκδήλωση των Καθολικών της Βωλάξ (Βώλακα) στην Παναγία Καλαμάν κάθε Πέμπτη του Πάσχα. [...] Χαρακτηριστικό της ημέρας είναι και οι πυροβολισμοί με τα "τριμπόνια" (τύπος μεσαιωνικού τουφεκιού με ανοιχτή σαν χωνί κάνη και γέμιση από σκέτο μπαρούτι)». [1]

Kλασικές φιγούρες στις βωλακίτικες τριμπονιές είναι ο Νάτσιος Χαρικιόπουλος, ο Μάκης του Αντρίκου και ο Μάκης του Άγγελου. Ο μπαρμπα-Άγγελος για πολλές δεκαετίες ήταν αυτός που γέμιζε με μπαρούτι τα όπλα [2]. O κρότος από τα τριμπόνια είναι η κραυγή χαράς που φτάνει όσο πιο μακριά, μέχρι τον ουρανό! Άλλοι λένε ότι είναι ο χαιρετισμός χαράς στην Παναγία («Απριλίου 5, Κυριακή (1825). Σήμερον είμεθα (σσ. αναφέρεται στο επαναστατικό μπρίκι Αθηνά) εμπρός εις την Τήνον, εχαιρετήσαμεν την Παναγίαν (σ.σ. την Μεγαλόχαρη) με ένα κανόνι [...]») [Γεωρ. Σαχτούρη, Ιστορικά Ημερολόγια του Ναυτικού Αγώνος του 1821, Αθήνα, 1890, σελ.85] Στην ιστοσελίδα της Κώμης διαβάζουμε ότι οι τριμπονιές αποτελούν αναπαράσταση του «σεισμού» που έγινε κατά την ώρα της Ανάστασης. Οι παλιότεροι έλεγαν ότι «το κακό ξορκίζεται με κρότο» και στη Τήνο φροντίζουν να το ξορκίζουν για τα καλά!



[1] Σήμερα μπορεί να βρει κανείς στην Ιταλία πιστό αντίγραφο (ρέπλικα) μιας Pistola Trombone του 17ου-18ου αιώνα περίπου στα 63 ευρώ.

[2] Δεν είναι τυχαίο ό,τι με τη συστηματική αρπαγή/καταστροφή των συγκεκριμένων όπλων, και από τα άτομα που παρατηρούμε ότι «παίζουν» τριμπονιές τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν παραμείνει με αυτά τα όπλα μόνο δυο-τρεις οικογένειες στο χωριό...

 

Πηγή πληροφοριών υπήρξαν:
Τάσος Ν. Βιδάλης, Τα τριμπόνια της Τήνου (www.tinos.biz)
Xριστός Ανέστη! (www.komitinos.com, 4.04.2010)

Για την μεταφορά: dvidos, 7_2015

Μυρίστε και κόψτε –θα ξαναφυτρώσουν και πάλι– κάποια από τα ταπεινά αλλά υπέροχα αυτοφυή φυτά της σελίδας αυτής! Καλύτερα, όμως, επισκεφτείτε το χωριό μας την Άνοιξη! συνέχεια...

«Νομίζω πως ποτέ δεν θα δώ
ένα ποίημα όμορφο όσο ένα δέντρο.» 
–Τζόυς Κίλμερ , "Trees"

Είναι γνωστό ότι η φυσιογνωμία των λαών και των κοινωνιών πλάθεται, εκτός των άλλων, και μέσα από τον διάλογό τους με τον φυσικό χώρο που τους περιβάλλει. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότεροι κάτοικοι του χωριού, μόνιμοι και μη, δενροφυτεύουν χώρους μέσα ή κοντά στα σπίτια τους ακόμη και στα πλησιέστερα χωράφια τους. Πόσα, όμως, από τα δέντρα του χωριού είναι συνδεδεμένα με το τοπίο της Βωλάξ, μέσα στον χρόνο;

Ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του '90, ο Σύλλογος, ομόρφυνε το χωριό και «πρασίνισε» το άγριο τοπίο με διάφορες δενδροφυτεύσεις παράλληλα με τις διανοίξεις των νέων δρόμων, τη δημιουργία της πλατείας (στην είσοδο του χωριού), την κατασκευή του οστεοφυλακίου, το θέατρο κ.λπ. Αξιομνημόνευτη βοήθεια υπήρξε από τους Φίλους του Πράσινου (Σύλλογος Προστασίας Περιβάλλοντος και Αναδασώσεως Νήσου Τήνου) όπου χάρη σε αυτούς το χωριό ξαφνιάζει ευχάριστα και καταργεί επί της ουσίας την κλισέ φράση περί σεληνιακού τοπίου.

Σήμερα, πλέον, που οι περισσότεροι (ευτυχώς) καταλαβαίνουν την αξία του πράσινου πρέπει να γνωρίζουμε και κάτι ακόμα: Όπως τονίζει ο Π. Κωσνταντινίδης, ερευνητής του Ιδρύματος Δασικών Ερευνών, «η φύτευση νέων δένδρων θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή, με είδη που προϋπήρχαν και σε μικρές εκτάσεις, έχοντας υπόψη ότι ένα οικοσύστημα φιλοξενεί εκτός από την ντόπια χλωρίδα και πολλά είδη πανίδας, τα οποία δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν να αντέξουν τις μεγάλες αλλαγές. Πρέπει να εξασφαλίσουμε μεγάλους χώρους μη παρέμβασης ώστε να δώσουμε καταφύγιο σε όσα είδη δεν μπορούν να αντέξουν την νέα οικολογική πραγματικότητα». Ουσιαστικά, δηλαδή, θα πρέπει να έχουμε πάντα ως πρότυπό μας τη φύση και τον τρόπο που αυτή επιλέγει τα είδη που απαρτίζουν τη βλάστηση σε μια περιοχή. συνέχεια...

Κάποτε ο κόσμος του ανθρώπου ήταν απλός: ο ουρανός και τα καιρικά φαινόμενα ήταν στην θέληση των θεών και η γη ήταν επίπεδη όσο και η παλάμη του χεριού του. Τη μετρούσε με δρασκελιές, ζύγιζε τους καρπούς της με κομμάτια σίδερου και μετρούσε τον χρόνο του πάνω της με τη σκιά του ήλιου ως το λιόγερμα.


Και ενώ ο κόσμος συνέχιζε να είναι απλός, τα μέτρα και τα σταθμά του μας έχουν μπερδέψει σήμερα! Τα περιστέρια τα κατέγραφαν σε ζεύγη [1]· τις μέλισσες, αν ήταν λίγες σε μ'σέλια· και αν ήταν πολλές, σε σμήνη. Τις ελιές και τις συκιές τις καταμετρούσαν σε ρίζες· το κρασί το υπολόγιζαν με ασκούς· τα σαπούνια τα πουλούσαν σε πλάκες· τα τσιγάρα σε τεμάχια, τα μακαρόνια αν ήταν χύμα, με το κιλό και αν τα χύμα ήταν σπασμένα («σπάσματα») κόστιζαν περίπου τα 2/3 του κιλού... Για να δούμε αν θα βγάλουμε άκρη...  συνέχεια...


Χειρόγραφο Ησυχίου (800 μ.Χ.).

Ας παρακολουθήσουμε την πορεία τη λέξης "βώλαξ", από την πρωταρχική της έννοια, στα βιβλία του 17ου αιώνα, μέχρι σήμερα, στις σύγχρονες εγκυκλοπαίδειες, ως τοπωνύμιο.

O πρώτος που αναφέρει τη λέξη "βώλαξ" –φυσικά όχι για το χωριό, που δεν υπήρχε ακόμη– ήταν ο Ησύχιος, που έζησε στον 5ο αιώνα μ.Χ., στο εγκυκλοπαιδικό του πόνημα. Το έργο αυτό μεταφέρθηκε μέσα από πάμπολλες χειρόγραφες καταγραφές ώστε, το 1514, μπόρεσε να μεταφερθεί και να τυπωθεί σε βιβλίο, από τον Άλδο Μανούτιο στη Βενετία. Τίτλος του: «Ησυχίου Γραμματικού Αλεξανδρέως Συναγωγή Πασών Λέξεων Κατά Στοιχείον εκ των Αριστάρχου και Απίωνος και Ηλιοδώρου». Από τότε, εκατοντάδες βιβλία αναφέρουν τη λέξη "βώλαξ/βωλάξ". Ας δούμε κάποια χαρακτηριστικά από αυτά σε ένα ταξίδι από τις αρχές του 17ου αιώνα μέχρι και τη δεκαετία του '70, όπου η Βωλάξ έγινε γνωστή: συνέχεια...

Παρατσούκλια

 

 

Θα προσπαθήσουμε να φτιάξουμε έναν όσο το δυνατόν πιο πλήρη, κατάλογο με τα παρατσούκλια των κατοίκων του χωριού. Ξεκινήσαμε την έρευνα από από τις μνήμες των μεγαλυτέρων κατοίκων του χωριού και προχωρήσαμε, σταδιακά, μέσα από τις σημειώσεις των Kωδίκων της Βωλάξ (χοντρικά από το 1850 μέχρι το 1960).

Αν και στην Τήνο ήταν και παραμένει συχνότατη η πρόσαψη παρωνυμίων (και όχι υποχρεωτικά μόνο για τον διαχωρισμό προσώπων με το ίδιο όνομα), από το Β' Βιβλίο Θανάτων Τήνου (1715-1750) βλέπουμε ότι τα παρατσούκλια κατείχαν θέση οικογενειακών ονομάτων, αφού αυτά είχαν, σε πολλές περιπτώσεις, παραληφθεί. Πράγμα που σημαίνει ό,τι τα συγκεκριμένα άτομα ήταν γνωστά ευρύτερα όχι με το οικογενειακό τους όνομα, αλλά με το παρωνύμιό τους, το οποίο τα συνόδευε ως το θάνατο. [π. Μάρκος Φώσκολος]

Η δύναμη, λοιπόν, που είχαν τα παρατσούκλια ήταν έντονη. Από το 1850, που πραγματευόμαστε, τα περισσότερα παρωνύμια είναι «πατρωνυμικά». Ο κύριος όγκος των πατρωνυμικών είναι ένα βαπτιστικό όνομα (αλλά δευτερευόντως, και οποιαδήποτε άλλη βάση) στο οποίο προστίθενται παραγωγικά επιθήματα. Αυτό, διευκόλυνε την διάκριση ατόμων με το ίδιο όνομα, αφού οι κοινωνίες των χωριών ήταν κλειστές. Έτσι έχουμε τις απλές παραλλαγές των μικρών ονομάτων:

Αγνή Ανεζούλα, Ανέζα
Αντώνιος Αντωναρός (τουλάχιστον από το 1861), Αντωνάς, Αντωνάκας
Βαρθολομαίος Μπόρτολος, Μπόρτουλας, Πόρτολος (1862), Πορτολομιός 
Γεώργιος Ζώρζος, Ζωρζής, Γιώρης, Γιουργαλάς (Jurghalàs), Γιωργούλας, Τζώρτζης
Δαμιανός Νταμιάνος 
Ελισάβετ Ζαμπέτα 
Ιωάννης Ζαν(ν)έντας, Ζαννής, Ζανάκης (1862), Ζουάννης, Τζουάννες, Γιαννακός (μόνο μια φορά, το 1870), Γιαννούλης, Ζαν(ν)ουλής, Γιαν(ν)έντας (1859), Γιαννούλας
Ιωσήφ Γκιουζές, Πέπος, Ιωσήφης, Σήφης
Mαρία Mαρούλα, Μαργίτσα, Μαριγώ (Marigo'), Μαρί, Mαριόγκα (Mariongo) 
Ματθαίος Μαθιός, Mατ(τ)έος
Νικόλαος Νικολής, Νικολός, Νικόλας 
Φραγκίσκος Φραγκούλης, Φραγκιάς, Φραγκούλας, Φραγκίσκα, Φρα(ν)τζέσκα συνέχεια...

Oι δυνατοί του χωριού

Είναι γνωστός ο θαυμασμός των αρχαίων Ελλήνων για την ισχύ, το σθένος, τη ρώμη. Η απόδειξη της υπεροχής των παλαιότερων με την εκσφενδόνιση ογκόλιθων απαντά ήδη, στην Ιλιάδα [Ε 302 κ.ε., Μ 381 κ.ε., Υ 285 κ.ε.] ενώ, η επίδειξη της ανθρώπινης δύναμης μέσω της άρσης βαρών (σήκωμα λίθων, σήκωμα σάκων γεμάτων άμμο κ.λπ.) καταγράφεται από τα πανάρχαια χρόνια. συνέχεια...

Στο χωριό γιόρταζαν, γλεντούσαν και χόρευαν ως το πρωί στα τοπικά πανηγύρια. Στις πιο προσωπικές τους, όμως, στιγμές και σε μικρότερο κύκλο συγγενών, χόρευαν βαλσάκια και τανγκό. Αρκετοί δίσκοι που βρέθηκαν στο χωριό μπορούν να το επιβεβαιώσουν.

Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια, την περίοδο 1920-1935, οι μουσικοί του τανγκό έχουν κλασσική παιδεία και παίζουν κομμάτια που δεν είναι κατ' ανάγκη χορευτικά. Κυριαρχούν διάσημοι τραγουδιστές (προπάντων ο Carlos Gardel) και δεν υπάρχει προσανατολισμός στον χορό. Όμως, την επόμενη 20ετία (αυτή που ενδιαφέρει το άρθρο μας) η μουσική στρέφεται προς τον χορό, υπάρχουν καλοί στιχουργοί που γράφουν τραγούδια για τραγουδιστές, που αποτελούν μέρος της ορχήστρας, και το τανγκό ωριμάζει χορευτικά. συνέχεια...

Από τις πρώτες πρωινές ώρες στα χωράφια και στα ζώα μέχρι το βαθύ απόγευμα οι κάτοικοι του χωριού δούλευαν ασταμάτητα. Μερικές φορές –κυρίως τον χειμώνα– φτιάχνοντας καλάθια και για να μη νιώθουν μοναξιά, τραγούδαγαν «για να περάσει η ώρα». Το καλοκαίρι όμως, που έβγαινε το γλυκό φεγγάρι, οι οικογένειες μεταξύ τους, οι παρέες με το ρακάκι τους και οι νέοι για τις κοπέλες του χωριού τραγούδαγαν και πέρναγαν πολύ όμορφα...

Η βωλακίτικη κοινωνία ήταν σχετικά εσωστρεφής. Έτσι, το τραγούδι (δεν θα αναφερθούμε σ' συτό το άρθρο για τα εκκλησιαστικά λατινικά άσματα που έψαλλαν οι κάτοικοι στην εκκλησία) και οι χοροί συνδέονταν με την κοινωνική και πολιτισμική αναπαραγωγή τους. Το χωρίς όργανα τραγούδι αποτελούσε μέρος της διαδικασίας καταξίωσης, αποδοχής αλλά και μύησης στο αξιακό τους σύστημα. Σ' αυτό αποσκοπούσε η υποχρέωση όλων να λάβουν μέρος στο τραγούδι. Αν κάποιος δεν τραγούδαγε του έλεγαν: «Γιατί δεν τραγουδάς; Τι έχεις;» ή τον παρότρυναν να τραγουδήσει και αυτός («Άντε ρε Μάρκο!») συνέχεια...

O Σύλλογος της Bωλάξ στα πρώτα 20 χρόνια


Στη φωτογραφία ο «Γάτας», ο γηραιότερος κάτοικος του χωριού ετοιμάζεται να ξεκινήσει την κοπή της πίτας, τον Iανουάριο του 2014. O Iανουάριος είναι ο μήνας που μετά την κοπή τελούνται οι επίσημες εκλογές του Συλλόγου, σε Aθήνα και Tήνο.

Από τα 21 εγγεγραμμένα μέλη και τις πρώτες εκλογές, ο Σύλλογος έφτασε να αριθμεί 160 μέλη (146 ταμειακώς εντάξει) στην ψηφοφορία του 1994 (η πρώτη που έγινε στην Αθήνα και την Τήνο), δέκα χρόνια αργότερα. O αριθμός αυτός είναι υπέρμετρα μεγάλος σε σύγκριση με τον τοπικό πληθυσμό του χωριού!

Στις 29.03.2003 ο Εξωραϊστικός, Φιλανθρωπικός και Μορφωτικός Σύλλογος του εκ του χωρίου Βωλάξ Τήνου Καταγομένων "Η Βωλάξ", με έδρα την Αθήνα, έφτιαξε καινούργιο καταστατικό και μετέφερε την έδρα του στο χωριό.

Μετά από 20 χρόνια προσπαθειών και δράσης μετονομάστηκε σε Πολιτιστικός Σύλλογος των Απανταχού Βωλαξιανών Τήνου "Η Βωλάξ" με μεταφορά της έδρας στην Τήνο (30.03.2003).

Οι εκλογές με τα δοιηκητικά συμβούλια από το έτος ίδρυσης του Συλλόγου μέχρι και το 2003 και την μεταφορά της έδρας στο νησί έχουν ως εξής: συνέχεια...