Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

αναμνήσεις

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα αναμνήσεις.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις


Σπίτι στον Κουμάρο, Αύγουστος 2011.

Kάποτε στα παντοπωλεία κτυπούσε ο παλμός του χωριού. Ίσως και περισσοτέρων... Η ανθρώπινη επαφή που υπήρχε στα παλιά παντοπωλεία –τα μαγαζιά που τα είχαν όλα– κάνουν πολλούς να αναπολούν εκείνα τα χρόνια... Μεταφέρουμε το μικρό κείμενο του Ζακ Βίδου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Κουμαριανά [φ.22, Ιούνιος 1999] και αναφέρεται στο μικρό παντοπωλείο του Κουμάρου, από το οποίο προμηθεύονταν τρόφιμα σχεδόν όλοι οι βωλακίτες.

Ήμουν δεν ήμουν 8 χρονών και οι γονείς μου με έστελναν από το Βωλάξ στον Κουμάρο, στον Ματαιγάκια να αγοράσω ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια και άλλα τέτοια, γιατί στο χωριό δεν υπήρχε πια παντοπωλείο.

Τον δρόμο τον ήξερα καλά, και το μαγαζί στη μέση του χωριού. Κι αν το αφεντικό δεν ήταν στο πόστο του, δεν πείραζε· φώναζα. Εκείνος, ερχόταν αμέσως να με εξυπηρετήσει και μάλιστα με άφηνε να κάνω εγώ την πρόσθεση με το μυαλό μου, για να δει αν θα τα κατάφερνα. συνέχεια...

Ζητήσαμε από κάτοικους του χωριού να μας δώσουν να φωτογραφίσουμε οποιοδήποτε προϊόν έχει αγοραστεί από μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ εδώ και πολλά πολλά χρόνια λίγο πριν αυτό πεταχτεί ή ξεχαστεί... («ψάξε παιδάκι μου. Ούτε ξέρω τι μου ζητάς. Ψάξε κι έννοια σου...»)

Ανάμεσα σε αυτά βρήκαμε και θυμηθήκαμε το λουλάκι Ντεστρέ, τα χύμα πτι-μπερ, το μεταλικό κουτί με τιςκαλμαλίνες, τις «μπλε» πορτοκαλάδες («που κρατούσαμε τα μπουκάλια τους, για να μην τα μπερδεύουμε με αυτά που είχαν ρακί, και βάζαμε μέσα βενζίνη»), την κολώνια Τosca από την 4711 («τέσσερα επτακόσια έντεκα») για τις γυναίκες και την αξέχαστη Old Spice, με σήμα το καραβάκι, για τους άντρες... Μέσα σε όλα και κάποια μεταλικά κουτιά από μπαρούτι, για την Ανάσταση και το κυνήγι! Ξεκινάμε... συνέχεια...

Φαίνεται πως σ' αυτή την πολιτεία τα πάντα τα καθορίζει ο αέρας. Όσοι δοκίμασαν ν' αντισταθούν χαθήκανε, ο ένας μετά τον άλλον... Πρώτα οι άνθρωποι· απ' τα παλιά τα χρόνια. Τέτοιος ήταν ο αέρας –ρώτα τους πιο παλιούς– με αποτέλεσμα οι χωρικοί να μεγαλώνουν μέχρι ένα συγκεκριμένο ύψος· όλοι τους μικροκαμωμένοι, κοντά στη γη, μέσα στο χώμα και τα βράχια.

Εκεί πρωτόφτιαξαν τα σπίτια τους, για να γλυτώσουν από αυτόν· τίποτα όμως. Αυτός κάνει τα βράχια στρογγυλά, αυτός κάνει κουμάντο. Βράχια από γρανίτη στρογγυλεύει ο βωλακίτικος άνεμος, αυτός το μέρος τούτο διαφεντεύει. Και οι κάτοικοι έφτιαξαν νέα σπίτια από πέτρες. Και έφτιαξαν την πλάτη των σπιτιών κόντρα στον αέρα, οι τρελλοί. Και μόνο κάποιοι παληκαράδες άφησαν λίγα μικρά παραθυράκια στο βορρά, για να κρυφοκοιτούν αν κάποια μπαμπεσιά πάει αυτός να τους σκαρώσει.

Όσο για την μιλιά των χωρικών ή την ένταση που βάζουν ψάλλοντας στην εκκλησία: πάλι ο δυνατός ο άνεμος ευθύνεται γι' αυτό. Φυσάει τόσο δυνατά και κάνει τέτοιο θόρυβο που έμαθαν οι χωρικοί να φωνάζουν δυνατά για να ακούγονται, παραγνωρίζοντας πως, και αν δεν φωνάξουν πάλι, ο αέρας τούτος θα μεταφέρει το μήνυμά τους, όχι μόνο στο απέναντι βουνό, αλλά και στο απέναντι νησί, και στο πιο μακρινό βασίλειο...συνέχεια...

Φωτογραφίζοντας κάποια αγκάθια στο χωριό, θυμήθηκα για λίγο μια φράση του παππού μου...

Δεν είδα στον παππού μου να του αρέσει το πιοτό και να διασκεδάζει με φίλους του τις Κυριακές, ή να γυρνάει μεθυσμένος και να τον μαλώνει η γιαγιά μου –παρά τις αρκετές, σήμερα πια, ιστορίες. Πάντα τον θυμώμουν να τρέχει στις δουλειές του –στα χωράφια, τα ζώα και τα καλάθια– και η μόνη του χαρά ήταν όταν μαζεύονταν όλη του η οικογένεια μαζί, πράγμα πολύ δύσκολο.

Για μένα ήταν ένας απλός άνθρωπος που δούλευε πολύ, γενναιόδωρος με τους άλλους, και αυστηρός. Ήθελε, απαραιτήτως, το ψωμί του στο μεσημεριανό φαγητό («Μαρία, φερ' ψωμί!») και μια από τις ελάχιστες χαρές του ήταν να παίζει «σκαμπίλι» τα βράδια, με την λάμπα πετρελαίου να καίει, μαζί με τ' αγόρια του που επέστρεφαν το καλοκαίρι στο χωριό, μετά από τις σκοτούρες, όλο τον χρόνο, της Αθήνας.

Το αυστηρό του ύφος, οι κοφτές φράσεις χωρίς περιττές κουβέντες, δεν σε άφηναν να τον πλησιάσεις πολύ. Οι μετρημένες φράσεις του χαρακτήριζαν το πνεύμα και την ηθική του. Ακόμη και όταν διηγείτο ιστορίες από το παρελθόν πάντοτε μου αφήνε μια δεύτερη σκέψη, όπως στις παραβολές ο Κύριος. 

Ο παππούς, όπως και οι άλλοι άντρες του χωριού εκείνα τα χρόνια, δεν ήξερε κολύμπι. Δεν το χρειαζόταν –όλη μέρα στα χωράφια του και στα ζωντανά του. Όταν, μάλιστα, μας πήγαιναν για μπάνιο στην Κολυμπήθρα οι γονείς μας –την εποχή που υπήρξε η φήμη ότι είχαν χαθεί δυο αδέλφια στην Μεγάλη Κολυμπήθρα– έλεγε δυνατά για να μας προστατέψει: «μπορεί η θάλασσα να'ναι αλμυρή αλλά στη Μεγάλη είναι τόπους-τόπους λύσσα. Να μην πάτε εκεί», και έφευγε για τα καλάθια του.συνέχεια...

Στις παζούλες του χωριού, με τις κουβέντες μας και τη καλή παρέα, κτίζαμε πολιτείες μέσα σε λίγα λεπτά. Το χωριό ξαναφτιάχναμε όλο από την αρχή. Γεφύρια του βάζαμε, αψίδες, δέντρα. Του προσθέταμε και κάμποσα σπίτια. Και ζώα. Όλα τα μεγαλώναμε και όλα τα αυξάναμε. Μέχρι που η παρέα άρχισε να μικραίνει συνεχώς, να μαζεύει. Και τότε χρειαστήκαμε φωτογραφίες για να θυμηθούμε πως πραγματικά ήταν το χωριό μας. Και άλλες ακόμη, για να βρούμε ποιοι είχαν φύγει απ' την παρέα...

Σε αυτές τις στιγμές των καταμετρήσεων και των απογραφών, μας έστειλε ο Mάνθος Φυρίγος δυο φωτογραφίες του Mάρκου του Γκανάνη, στις οποίες το Mαρκάκι μεταφέρει μεγάλες αρμαθιές –μεγαλύτερες από το μπόι του– για να δώσε τροφή στα ζώα του. Μαζί με τις φωτογραφίες μας έστειλε και το μικρό αυτό κείμενο:

«Πριν λίγο καιρό έφυγε από τη ζωή ο θείος μου, και πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου, Μάρκος. Τον είχα συναντήσει λίγες φορές μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αλλά αρκούσε για να αγαπήσω την απλότητα του, την μυρωδιά από τα φρύγανα και το χώμα που ανέδυαν το σώμα και τα ρούχα του, το χαμόγελό του, τον τρόπο που έβγαζε την τραγιάσκα του με συστολή μέσα στην εκκλησία. Θα ήθελα να είχα ξυπνήσει νωρίτερα. Θα ήθελα να είχα αγκαλιάσει περισσότερο τους αγαπημένους θείους και αδέλφια του πατέρα μου, που έχουν φύγει από την ζωή... Θα ήθελα, ακόμη, να πω ένα μικρό αντίο στον θείο μου, τον Μάρκο τον Φυρίγο».

Μάνθος Φυρίγος

Όταν ήμασταν παιδιά υπήρχαν τα λεγόμενα «Βιβλία των Μικρών Εξερευνητών». Δεν ήταν κάποιο συγκεκριμένο περιοδικό κόμιξ, αλλά κάποια μικρά βιβλία 12.5x18.5cm με συμβουλές για εξορμήσεις στην ύπαιθρο (πως να ανάβεις φωτιά· πως να φυλλάξεις σε κουτί, με γύψο, τα ίχνη των ζώων· πως με ένα ραβδί να φτιάξεις ρολόι μέσα σε ένα χωράφι, πως να φτιάξεις κατσαρόλα από χαρτί, για να βράσεις νερό (!)· πως να κάνεις το ρολόι σου πυξίδα κ.α.). Βιβλία γεμάτα οδηγίες, πληροφορίες και κατασκευές, σε άρθρα που συνοδεύονταν από ήρωες του Disney.

Φέτος, στην πρώτη κατασκήνωση για τα παιδιά του χωριού, και σε μια εποχή που αυτά φτάνουν στην «κατάλληλη» ηλικία είπαμε να πούμε δυο-τρία πράγματα για τα περίφημα αυτά βιβλία, την συντροφιά μας στα παιχνίδια του καλοκαιριού μέσα στο χωριό. συνέχεια...

Tα παλιά τα χρόνια οι γραμματιζούμενοι δεν ήταν πολλοί. Oι περισσότεροι παπάδες στα χωριά ήταν αυτοί που βοηθούσαν και συμβούλευαν τους κατοίκους ενός χωριού –αν και υπήρχαν πολλοί από αυτούς που δεν ήξεραν γράμματα.

Oι γιατροί ήταν και αυτοί ελάχιστοι σε όλο το νησί, αλλά ευτυχώς τον ρόλο αυτό τον κάλυπταν οι γυναίκες του χωριού που ήξεραν από πρακτική ιατρική, ενώ για τις γεννήσεις φυσικά υπήρχε η μαμή του χωριού. Oι δικηγόροι ήταν και αυτοί λιγοστοί. Yπήρχαν όμως και οι «ψευτοδικηγόροι», οι λεγόμενοι δικολάβοι. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στην πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν, πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν. Όλα συνέχισαν να κυλούν κανονικά. Άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει κανονικά... Ας πούμε ότι όλα έδειχναν να ηρεμούν.

Συνέχισε η ζωή. Φύσηξε, έβρεξε, βγήκε ήλιος, ξαναφύσηξε. Πέρασαν 130 ημέρες (ακριβώς) και πήγε άλλος ένας επισκέπτης να τον δει. Σήμερα 15 του μηνός. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους. Ήταν αυτός που αδειάζει τα σπίτια από την σκιά των ανθρώπων. Ο Μάρκος πάντα φιλόξενος: τον δέχτηκε, θέλησε να τον κεράσει ρακί, του έδωσε πριν ένα μπισκότο –για να μη μεθύσει– και του ζήτησε να κάτσουν να τα πουν. Ο επισκέπτης δεν ήπιε. Τον πήρε απ' το χέρι κι έφυγαν μαζί. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στη πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν. Πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν.  συνέχεια...

Πιάσε τις φωτογραφίες να τις δείξω στο παιδί που θέλει. Αλλά κοίτα να δεις, αυτό θέλει ώρα. Α, όλα κι όλα! Δεν λέει γρήγορα· τι να προλάβεις; Εδώ μέσα είναι όλο το χωριό· από το χίλια οκτακόσα τόσο... Ούτε ξέρω από πότε. Να βάλω και μια να τα πούμε μαζί ωραία; Εδώ είμαστε! Πάρε και κάνα σύκο, αλλιώς μόνο το ποτό μπορεί να σε χτυπήσει... Να, δες αυτές που είναι πολύ παλιές. Έχω να σου λέω ίσαμε αύριο...

Θα σου δείξω κι άλλες. Χρόνο νά΄χεις και δω είμαι γω. Είπαμε, αυτά τα πράγματα θέλουν χρόνο. Πιες, εκεί έχω το φλασκί! (Ξεκινάμε· στις παρενθέσεις οι ημερομηνίες γέννησης)


Βλέπω ότι ξεκινάμε απ' τα δύσκολα! Ποιος ξέρει τώρα ποια είναι αυτή; Που βρήκες τη φωτογραφία; Στο μουσείο... Τι να σου πω, δεν ξέρω... Είναι πολύ παλιά. Πάμε παρακάτω και ξαναγυρνάμε μετά σ' αυτήν.   συνέχεια...