Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

αναμνήσεις

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα αναμνήσεις.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Λέω αλήθεια! Τη μύρισα απόψε που περπάταγα στα χωράφια γύρω από το χωριό. Ήρθε η Άνοιξη, το ξύπνημα από το λήθαργο, το ξανάνιωμα της γης. Τεντώθηκα ν' αγγίξω τον καταγάλανο ουρανό. Γύρω μου η Άνοιξη ξεπετιόταν μέσα από τα δεκάδες αγριολούλουδα. Κίτρινα, ροζ, λευκά, μωβ. Παντού χρώματα! Χρώματα και μυρωδιές. Και μέσα σ' όλα αυτά, μια μικρή πεταλούδα. συνέχεια...

Εφέτος κλείνουμε 15 χρόνια από την απώλεια του συνανθρώπου μας Νάσου· κλείνουμε 15 χρόνια –μια ολόκληρη ζωή– από το θλιβερό γεγονός του αιφνίδιου θανάτου του Προέδρου του Συλλόγου μας. Αντί άλλου κειμένου, μεταφέρουμε το άρθρο της Λουκίας που, αν και είχε γραφτεί εκείνα τα χρόνια, φαίνεται τόσο ζωντανό για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε. Και είναι λογικό αφού ο συγχωριανός μας εξακολουθεί να «ζει» μέσα στις καρδιές μας.

«Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές·  δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· [...] ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς [...]. 
Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη,
να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ»

–Οδυσσέας Ελύτης


«Ήταν ένα βροχερό πρωινό του Δεκέμβρη όταν, η μητέρα μου, μου ανακοίνωσε ότι ο αγαπητός Ιγνάτιος (Νάσος) δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το αρχικό μου σοκ ακολούθησαν οι αναμνήσεις. συνέχεια...

H Λουκία –η απόλυτη δημοσιογράφος της ιστοσελίδας, στο χωριό– μας έστειλε υπέροχες φωτογραφίες από την κατάλευκη Βωλάξ! Aρχίζω να ζηλέυω!

Η ίδια αναρωτιέται αν θα επανέρθει αργότερα με νέο κείμενο που θα έχει τίτλο του «winter snow revisited!» Λέτε; συνέχεια...

Πριν από πολλά χρόνια...

Σε έναν τόπο όπου το χιόνι δεν είναι τόσο συχνό –θα έλεγα, μάλλον σπάνιο– έχουν κρατηθεί μέσα μου έντονες οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια· από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τον διάλογο από τους ηλικιωμένους του χωριού:
–Κουμπάρε, τι λες, θα έχουμε αύριο χιονάκι;
–Α, δε νομίζω! Τα τελευταία χρόνια δεν χιονίζει πια. Πάνε εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας.
–Μα ο καιρός δεν φαίνεται σίγουρος. Εγώ, θα σταβλίσω τα ζωντανά.
Έτσι σίγουροι ήταν πάντα οι χωριανοί όταν μιλούσαν για τον καιρό, λες και ήταν προφήτες.
–Α, κι' αν ρίξει, τι θα πάθουν; συνέχεια...

Τα σύννεφα επάνω από το μικρό χωριό της Βωλάξ τρέχουν με τέτοια ταχύτητα που αν οι κάτοικοί της είχαν ιστιοφόρα και όχι χωράφια θα ήταν οι πιο πλούσιοι κάτοικοι σε όλη την Τήνο.

Ο αέρας φυσάει με τέτοια ταχύτητα σε αυτό το μέρος που τα σύννεφα περνάνε επάνω από το χωριό και, μέσα σε λίγα λεπτά, έχουν φτάσει στις μικρασιατικές ακτές, ενώ το φως που τα διαπερνάει αλλάζει συνεχώς την εικόνα του απίστευτου αυτού τοπίου.  συνέχεια...


Ελλείψει φωτογραφία από το χωριό, χοιροσφάγια στον Σκαλάδο, λίγο μετά τον πόλεμο.

Η σφαγή του χοίρου στο τέλος του χρόνου, που συναντάει κανείς στην Τήνο, είναι μια αρχαία συνήθεια με τόσο βαθειές ρίζες που της έχει επιτρέψει να επιζήσει για πολλούς αιώνες. Οι Έλληνες τον έκτο αιώνα μ.Χ. έκαναν το ίδιο πιστεύοντας ότι η θυσία του χοίρου θα τους εξασφάλιζε καλή σοδειά και γόνιμη χρονιά. Σήμερα, όμως, που η χαρακτηριστική αυτή εκδήλωση έχει σχεδόν εκλείψει στο χωριό μας, προσθέτω λίγες αράδες μέσα από αυτό το post...

Τα χρόνια εκείνα, σχεδόν οι μισές οικογένειες της Βωλάξ, είχαν και ένα χοίρο στην κέλλα τους για να εξασφαλίσουν το κρέας και το λίπος ολόκληρης της χρονιάς. Τα κατσικάκια τα φύλαγαν για το Πάσχα. Αν, πάλι, είχαν περισσότερα κατσίκια και δαμάλια από τις ανάγκες της οικογένειας, τα πούλαγαν συνήθως στους κρεοπώλεις, λίγο πριν την περίοδο του Πάσχα, για να τα αγοράσουν με την σειρά τους κάτοικοι της Χώρας.

Τους χοίρους τους έσφαζαν στο τέλος του χρόνου, από το Φθινόπωρο προς τον Νοέμβριο. Σε αυτή την οικογενειακή εκδήλωση, τα λεγόμενα χοιροσφάγια, έσμιγαν συγγενείς, φίλοι και οι γνωστοί. Μάλιστα, σ' εκείνες τις εποχές που οι άνθρωποι ενδιαφερόντουσαν για τον διπλανό τους, έδιναν λιχουδιές για να γευτούν και να χαρούν και αυτοί που δεν είχαν δικό τους χοίρο. συνέχεια...

Περιμένουμε να δούμε έστω μια χιονονιφάδα τόσο καιρό, μια άσπρη μέρα ρε αδερφέ, αλλά τίποτα, άσχετα αν η ΕΜΥ προειδοποιούσε συνεχώς...

Και να που ξαφνικά, την προηγούμενη βδομάδα, όταν επέστρεφα στο χωριό από την ηλιόλουστη Χώρα, έτριβα τα μάτια μου! Σταμάτησα στο Μπουρό, και κοιτούσα αποσβολωμένη το μισό χωριό να είναι κρυμμένο κάτω από μαύρα σύννεφα και το άλλο μισό μέσα στον ήλιο!

Θαύμασα για λίγο το ουράνιο τόξο και μπήκα γρήγορα στο αυτοκίνητο γιατί αρχισε να πέφτει δυνατό χαλάζι με απίστευτη ορμή! Μέχρι να φτάσω στο θέατρο οι δρόμοι είχαν αρχίσει να γεμίζουν πάγο και όλα γύρω μου να ντύνονται στα λευκά... συνέχεια...

Hommage στο Mαρκάκι

Μη νομίζεις. Δεν είναι πολλές φορές που ο Μάρκος είχε φύγει έξω από τα στενά (και τόσο αγαπημένα) όρια του χωριού. Στη Βωλάξ γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί ζει, όλη του η ζωή εκεί. Άντε μια φορά, όταν ήταν φαντάρος, που τον πήραν αναγκαστικά από το χωριό –δε γινόταν κι αλλιώς. Ήταν το '44. Ένα χρόνο είχαν διαφορά με τον Γιάννη. Eκείνος ήταν μια κλάση μικρότερος, του '43.

Νομίζεις ότι όλα είναι δεδομένα και είναι ψέμα αυτό. Τον έστειλαν επάνω στην Κομοτηνή –Γκιουμουλτζίνα όπως τη λέγανε τότε. Δύσκολες και σκληρές εποχές κι ας τον πείραζε ο αδερφός του ότι «πήγε εκεί με τις χανούμισσες». συνέχεια...

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο. συνέχεια...

Τα παλιά τα χρόνια ο ουρανός ήταν πιο κοντά στη γη! Μια οργιά απείχε! Ήταν μια εποχή που στο χωριό, μαζί με τους κατοίκους, συμμετείχαν και οι επάνω: υπήρχε ο Θεός, οι άγιοι κι οι άγγελοι. Όλοι μαζί. Σε κοινές ιστορίες... συνέχεια...