Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

αναμνήσεις

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα αναμνήσεις.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Έχω μια ικανότητα να ξεχνάω τις ασήμαντες στιγμές και να θυμάμαι τις «γεμάτες». Έχω, όμως, και ένα μικρό πρόβλημα: να νοσταλγώ όταν φτάνω σε αδιέξοδο. Και τώρα, που κάθομαι μόνος, νοσταλγώ μια «γεμάτη» στιγμή: Στις 17 Αυγούστου υπήρχε στην Βωλάξ η καθιερωμένη καλοκαιρινή παράσταση Καραγκιόζη για τα μικρά παιδιά. Την ίδια νύχτα στην Κώμη, υπήρχε προβολή της ταινίας Biloba, που γυρίσματα αυτής έγιναν και στο χωριό μας. Είπαμε να αφήσουμε πίσω τον Καραγκιόζη και να κατευθυνθούμε στο καφενεδάκι του Πλάτανου, στην Κώμη, για να ζήσουμε τη χαρά του θερινού σινεμά. 

Σε ποιον να πρωτοδώσουμε συγχαρητήρια... Η φιλοξενία των παιδιών (σπιτικές λεμονάδες από τους πλούσιους κήπους της περιοχής, χάρτινα σακουλάκια γεμάτα ποπ-κορν, χαμόγελα και κατανόηση παντού) ήταν παράδειγμα προς μίμηση για μας. Ένα ολόκληρο χωριό, ζωντανό και φιλικό, παρακολουθεί με προσήλωση και ενδιαφέρον την ταινία. Τα χαρούμενα πρόσωπά μας παίρνουν το χρώμα απ' το φως της ταινίας. Τα είδωλά μας καίγονται από τα λούμενς. Όλοι μας ξαναβρίσκουμε την χαρά της κοινής απόλαυσης, και 'γω –μαζί με την υπόλοιπη παρέα από το Βωλάξ– φεύγω με την αίσθηση του ανολοκλήρωτου. Με την αίσθηση ότι χρωστάω κάτι. Κάτι που προσπαθαθώ να το ξεπληρώσω με τις 278 λέξεις αυτού του κειμένου.συνέχεια...

Τι είναι αυτές οι διαφορετικές πέτρες τις Βωλάξ; Τι προσμίξεις έχουν; Μήπως είμαι εγώ ο ίδιος, που φθείρομαι με ταχύ ρυθμό όπως τα βράχια του χωριού, και αλλάζω μέγεθος, σχήμα και ποιότητα...

Τα μονοπάτια μου αρέσουν. Που ξεκινάνε στο Καμπί, στο Πηγάδι, πάνω από το θέατρο ή πίσω από την εκκλησία. Αυτά που σε οδηγούν μέχρι το Βουνό –εκεί που πάντα φυσάει· αυτά, με την περιοδική βατότητα, που σε κατεβάζουν άναρχα στις φυσικές γούρνες της Βάρδας· εκείνα πάλι, τα ξεκούραστα, που σε φέρνουν στον γεμάτο καρπούς χωράφι στα Μάγια –τον χαμένο Παράδεισο... 

Τα μονοπάτια μου αρέσουν. Αυτά με το χώμα και τις πέτρες που προσπαθούν –μάταια– να φτιάξουν ένα ψηφιδωτό στα πόδια μου. Εκείνα που δείχνουν ότι δημιουργήθηκαν από μόνα τους (τι ψέμα!). Τα μονοπάτια που, δεξιά και αριστερά, βάζουν τάξη στην φύση και την κρατάνε για αιώνες σε απόσταση, με μια σνομπίστικη διάθεση. Αυτά που με την βοήθεια των περιπατητών, και κάποιων ανθρώπων που ξέρω, συνεχίζουν να διατηρούνται. Αυτά που παίρνουν ζωή και νόημα από τα δικά μας βήματα. συνέχεια...

Παλιές φωτογραφίες στην σημερινή εικόνα

Πέσαν στα χέρια μας διάφορες παλιές φωτογραφίες. Σε μερικές από αυτές σκεφτήκαμε ότι άξιζε να φωτογραφίσουμε την σημερινή τοποθεσία για σύγκριση.

Κάνοντας κλικ στις εικόνες μεγαλώνουν.

Οι παλιές φωτογραφίες προέρχονται από τον Δ.Βίδο (Ζ) και από τον Αντώνη Ξενόπουλο. Οι σύγχρονες είναι δικές μου, από το καλοκαίρι του 2011.

Αν έχετε παλιές φωτογραφίες και θέλετε να μας στείλετε: info(at)volax.gr, εξηγώντας με δυο λόγια τι ή ποιούς δείχνουν. 

Το καλοκαίρι φεύγει –ευτυχώς σιγά-σιγά. Στο πέρασμά μας από το χωριό γνωριστήκαμε λίγο παραπάνω, μιλήσαμε, διασκεδάσαμε, κοιμηθήκαμε πολύ + ξαγρυπνήσαμε μέχρι αργά (πως γίνεται αυτό;). Φορτώσαμε εικόνες και αναμνήσεις για να μπορέσουμε να περάσουμε τον χειμώνα όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Πολλές από τις σκέψεις μας, τις αναμνήσεις και τις εικόνες, θα τις ξαναζήσουμε μέσα από αυτή την ιστοσελίδα.

Ακόμη βλέπουμε τις αχτίνες του ήλιου να περνάνε μέσα από τις πασχαλιές, ακόμη θυμόμαστε τα παιχνίδια μυστηρίου με τους περίεργους ναυαγούς και τους ανεξήγητους φόνους, τον (φωτισμένο κατακόκκινα) βράχο επάνω από το θέατρο, το τηνιακό τυράκι στην ταβέρνα του χωριού, τους μπεζέδες της Αγνής, την πυρά με τις ομάδες κατάκοπες και ευχαριστημένες, τον αέρα στα στενά του Πηγαδιού, τον Batman να λύνει μυστήρια στην αυλή του Αντώνη, την αλμύρα στο δέρμα και το φως στα μάτια. Ακόμη ακούμε την καμπάνα της ενορίας, την μουσική των Encardia, τα γέλια των παιδιών, τον ήχο από τα τζιτζίκια...

(Δεν σκέφτομαι την επόμενη άδεια, την 28η, τα Χριστούγεννα. Μόνο το καλοκαίρι σκέφτομαι. Αυτό και το επόμενο).

Μια προσπάθεια να θυμηθούμε τα διάφορα λαχνίσματα, απαραίτητα για την δικαιότατη ανάδειξη ποιος θα τα φυλάξει...

«Με τον όρο λαχνίσματα (από το ουσιαστικό "λαχνός"), λαγχανίσματα (από το ρήμα "λαγχάνω") ή κληρωσιές ονομάζονται παιδικά κυρίως τραγούδια με μονότονο παραδοσιακό ρυθμό, που λέγονται πριν από την έναρξη ομαδικών παιχνιδιών όπως το κρυφτό, προκειμένου να καθορισθεί με κλήρο είτε ο πρώτος, είτε ο τελευταίος από τον οποίο θ΄ αρχίσει η παιδιά. Συνήθως τον κλήρο αποτελεί η τελευταία συλλαβή των τραγουδιών αυτών. Στα τραγούδια μπορεί να υπάρχουν και ερωτοαποκρίσεις, οπότε από τις συλλαβές αυτών καθίσταται πιο δύσκολο να βρεθεί εκ των προτέρων σε ποιόν θα τύχει η τελευταία συλλαβή». [Bικιπαίδεια]

Α μπε μπα μπλομ,
του κείθε μπλομ,
α μπε μπα μπλομ, του κείθε μπλομ
μπλιμ μπλομ. συνέχεια...

Το Σάββατο πριν από τη γιορτή των Βαΐων, όταν είχε νυχτώσει για τα καλά, έπεσε ομίχλη. Tο σύννεφο ανέβηκε απ' τη Γρίζα, σπρωγμένο από το βοριά. Βγήκαμε έξω για φωτογραφίες. Όλα ήταν μούσκεμα, δεν φύσαγε, δεν άκουγες θορύβους, δεν έβλεπες πέρα από τα δέκα μέτρα!

 

 

 

Mετά από καιρό μάθαμε πως την Πέμπτη μετά το Πάσχα, ημέρα του πανηγυριού της Καλαμάν, είχε επίσης ομίχλη. Tις φωτογραφίες μας τις παραχώρησε ο Νίκος Καλιαμούτος.

Μερικοί άνθρωποι φανερώνουν κάποια σπάνια ταλέντα, επιδεικνύουν αρετές που δεν μπορούμε να φανταστούμε, ζουν έντονη ζωή και νιώθεις ότι οι ενέργειές τους έχουν επίδραση επάνω στο φυσικό κόσμο. Και τι περίεργο, σαν φυσική αντιρρόπηση σε όλα αυτά, συνήθως, έχουν ένα σιωπηλό, άγνωστο σ' εμάς, αδιάφορο -αν επιτρέπεται η έκφραση- τέλος. Κάποιοι άλλοι, πάλι, είναι αυτό που λέμε κοινοί άνθρωποι. Ήσυχα εμφανίζονται και σχεδόν ζούνε μυστικά, χωρίς φασαρίες, κρότους και φωνές.

Και γι' αυτούς όμως η μοίρα έχει τον τελευταίο λόγο. Αυτή κάνει τη διανομή των ρόλων, αυτή μοιράζει τα κουστούμια, αυτή σκηνοθετεί. Αυτή είναι που θέλει στους ήρεμους και ευγενείς να δώσει (κάποτε) ένα διαφορετικό φινάλε. Αυτή τα πάνω κάτω φέρνει και βάζει ήχο στη σιωπή. συνέχεια...

Όπως και σήμερα, έτσι και τα χρόνια του πολέμου, όλα τα παιδιά του χωριού έπαιζαν μαζί χωρίς να αισθάνονται ακριβώς τις δύσκολες στιγμές.

O Mάρκος ήταν ένα ζωηρό αγόρι, γύρω στα 16, που πήγε να βρει τον μικρό Iάκωβο που ήταν-δεν-ήταν 10 χρονών. «Πεθαίνω για κάτι γλυκό... Mήπως έχεις τίποτα να φάμε; μήπως έχει ξεμείνει κανένα γλυκό πουθενά;», τον ρώτησε. Το μικρό παιδί ήτανε μόνο του στο σπίτι εκείνη την στιγμή. Θυμήθηκε ότι υπήρχε ένα παλιό κουτί που πάντα έκρυβε κάποια γλυκά η μητέρα του, πριν από τον πόλεμο όμως. συνέχεια...

Μια φορά, στα τέλη της δεκαετίας του '70, βάδισα προς το παλιό στενό δρομάκι που πήγαινε στ' Αγάπη. Το λέω αυτό γιατί όταν είμαστε παιδιά, τότε που όλη μέρα γυρνούσαμε γύρω από το χωριό για εξερευνήσεις, δεν κατεβαίναμε ποτέ σε εκείνα τα μέρη.

Στα κοντινά ξωκλήσια ναι: Άγιο Μάρκο, Αγία Μαρίνα, συχνά, ήταν δίπλα μας. Στα Περάματα, στο «Γαλάζιο Όρος», μια-δυο φορές. Στον Πετριάδο, επίσης. Μια φορά μέχρι τον Άγιο Γιάννη, ακόμη και κει, και ας φαινόταν πιο κοντά από ότι πραγματικά ήταν. Από το Άπλωμα όμως και κάτω δεν πηγαίναμε. Άντε μέχρι τις Σαββαγιάννες ή τα ριζά του Βουνού. Το Αγάπη το βλέπαμε από μακριά. Ή ακούγαμε από το «Θρόνο» στο Άπλωμα, τις μουσικές που έφερνε ο αέρας από κάποια πανηγύρια και γιορτές.

Κι όμως, στα τέλη της δεκαετίας του '70, στον δρόμο που οδηγούσε στο Αγάπη είδα μια μικρή ξύλινη καλύβα. Σήμερα φαίνεται φυσιολογικό, αλλά τότε δεν ήταν: αν έβλεπες κάποιο στάβλο, έναν μικρό αποθηκευτικό χώρο, μια καθ'κιά, αυτή θα ήταν φτιαγμένη με πέτρες, για να μην πω με βράχια λαξευμένα. Μέχρι εκεί. Δεν νομίζω να μετέφερε κάποιος τούβλα στα μακρινά μέρη. Ξύλα στη περιοχή, ούτε για δείγμα. Μόνο πέτρες και βράχια, τα είπαμε αυτά. Δέντρα ελάχιστα, κουρασμένα από τον άνεμο, τόπος χωρίς πράσινο

Την καλύβα την θυμάμαι πολύ μικρή, σαν σπίτι νάνου. Πιο μεγάλη από αυτά τα ξύλινα σπιτάκια για τους σκύλους, πιο μικρή για να μπορεί να ζει μια οικογένεια. Κι όμως, ενώ την είχα δει αυτή τη μικρή καλύβα, πίστευα για χρόνια πως ήταν μια φανταστική εικόνα, πως δεν υπήρξε ποτέ, παρά για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους είχε γεννηθεί και σφηνωθεί μόνο στο δικό μου μυαλό. Για χρόνια όταν την ανέφερα σε άλλα παιδιά από το χωριό δεν την ήξερε ή δεν τη θυμόταν κανένας. Τα παιδιά με ρωτούσαν που την είδα, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσα να θυμηθώ τη θέση της. Μέχρι που σταμάτησα να το μοιράζομαι με άλλους, παρά το γεγονός πως το ανακαλούσα πολλές φορές στη μνήμη μου.

Τα χρόνια πέρασαν, μέχρι που στο βιβλίο «Σύντομες και Παράξενες Ιστορίες» του Μπόρχες, διάβασα αυτό: 

«Στο Λι-Πο γράφει ότι, το Μινγκ Τανγκ ήταν ένα μαγικό κτίσμα, που εξασφάλιζε τη δύναμη του Σύμπαντος και είχε τη μορφή του. Σύμφωνα με τα παλαιά βιβλία, θα έπρεπε να είναι μια παράγκα με ψάθινη στέγη. Η αυτοκράτειρα Βου Χου δεν ανεχόταν τέτοια ταπεινοφροσύνη και ύψωσε ένα Μινγκ Τανγκ τεράστιο και μεγαλόπρεπο που, όμως, δυσαρέστησε τους ουρανούς. Γιατί το σύμπαν δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μία καλύβα. Γι' αυτό και οι ουρανοί άνοιξαν και με δυνατή βροχή και τρομακτικό αέρα, κατέστρεψαν το Μινγκ Τανγκ. Καλύτερα να εξαφανιστεί αυτό το κτίριο, σκέφτηκαν, και ας φανταστεί ο καθένας όπως θέλει το σύμπαν.»

 

Για την μεταφορά: mix 09/2015

όλοι αυτοί που θα διαβάσετε, έτσι πραγματικά ονομάζονται, μα θα μπορούσαν να έχουν όποιο όνομα τους δώσετε εσείς... συνέχεια...