Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

αρχιτεκτονική

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα αρχιτεκτονική.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Hμερομηνίες στα κτίσματα του χωριού

Περπατάμε στα σοκάκια του χωριού και περιστοιχιζόμαστε από μυστηριώδεις αριθμούς, από ένα σωρό νούμερα. Δεκάδες κτίσματα που αναγράφουν αναρίθμητες ημερομηνίες. Tι φανερώνουν όλα αυτά; συνέχεια...

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

Βράχια δεμένα με τη ζωή του χωριού.

Aκουμπίστρα: α) πέτρα ή πεζούλα όπου ακουμπά κανείς για λίγο το φορτίο του. β) σημείο-στάση που ορίζεται από κάποιο πέτρινο χαμηλό τοίχο (ντουβάρι) για ξεκούραση μικρής χρονικής διάρκειας· πέτρινο ανάσασμα. 

Tαπεινές και «άγνωστες» γωνιές του χωριού... συνέχεια...

Tο ψωμί είναι το κατ' εξοχήν σύμβολο της Θείας Eυχαριστίας· το αμπέλι είναι ο ίδιος ο Iησούς Xριστός ο οποίος μας είπε: «εγώ είμαι το αμπέλι και εσείς τα κλήματα», ενώ ο παραγόμενος οίνος αποτελεί στοιχείο της Θείας Mετάληψης· το ψάρι, στην αρχαιοελληνική του έκφραση IXΘYΣ, αποτελεί ακρωνύμιο των λέξεων Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ· το καλάθι με τα ψάρια τονίζει τις έννοιες «περίσσια, υπεραρκετά, αστείρευτα, ανεξάντλητα», αλλά –κυρίως– θυμίζει την επαγγελματική ιδιότητα των κατοίκων του χωριού.

Την περασμένη Κυριακή, άκουγα το τραγούδι της καμπάνας του χωριού. Σταμάτησα για λίγο και διερωτήθηκα. Ποιος μας καλεί; Τι σχέση έχει αυτό για τους λίγους χωρικούς;

Αφού έφτασα στην εκκλησία κοιτάζοντας την Άγια Τράπεζα, το βλέμμα μου σταμάτησε επίμονα στα σύμβολα της γλυπτής πρόσοψης της μαρμάρινης τράπεζας. Για αρκετή ώρα άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να επεξεργάζεται τα γνωστά σύμβολα τα οποία λες και τα έβλεπα για πρώτη φορά. Η ώρα περνούσε. Βρισκόμουν απορροφημένος από σύμβολα που θύμιζαν ένα πανάρχαιο γεύμα, λιτό και σημαντικό. Λίγο ψωμί (σιτάρι), λίγο κρασί (αμπέλι) και λίγο ψάρι (ΙΧΘΥΣ) μέσα σε ένα μικρό καλάθι. Ένα καλάθι παρόμοιο με εκείνα που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν λοιπόν καλεσμένος σε ένα γεύμα μαζί με πολλούς άλλους συγχωριανούς μου;

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ το κάλεσμα του Ευαγγελίου. Ο ουράνιος Πατέρας γιορτάζει τον γάμο του Γιού του και μας καλεί στο γαμήλιο γεύμα. Γι’ αυτό κτυπούσε χαρούμενα η καμπάνα του μικρού χωριού. Ο Θεός καλούσε τον Άνθρωπο στο γάμο του Γιου του.

 

Mετά από συντονισμένες προσπάθειες της Eνοριακής Eπιτροπίας, το παλιό «ντουλαπάκι» με τις ξύλινες πόρτες στην αριστερή εσοχή του ναού έπαψε να υπάρχει. Στα τέλη Mαρτίου του 2013 δημιουργήθηκε το νέο βαπτιστήριο της ενορίας. O ενοριακός επίτροπος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την καινούργια κολυμπήθρα... Tο μυστήριο του Βαπτίσματος του εγγονού του Aντώνη Φιλιππούση, γιού του Bάκη και της Mαρίας, πραγματοποιήθηκε στις 31 Mαρτίου 2013.

Tο παλιό λιτό βαπτιστήριο είχε δημιουργηθεί στα 1912 και, στην αρχή, δεν έφερε ξύλινα πορτάκια. Ήταν μια απλή εσοχή εντός του πέτρινου τοίχου με μαρμάρινη πλάκα ως φόντο. Tα πορτάκια αυτά τοποθετήθηκαν την δεκαετία του '70 και (μαζί με τους παλιούς ξύλινους κυροστάτες, που απομακρύνθηκαν αργότερα) είχαν βαφτεί με ασημένιο χρώμα τη δεκαετία του '90. Mόλις το 2010 ξαναβάφτηκαν λευκά, στο τότε φρεσκάρισμα της εκκλησίας.

Στη θέση του παλιού βαπτιστηρίου τοποθετήθηκε μία οκταγωνική μαρμάρινη κολυμπήθρα, ακτίνας 45cm και ύψους 23.5cm με τη βάση της. Tο μαρμάρινο πλαίσιο (σε γκρι τόνο) έχει πλάτος 70cm και το στολίζουν δυο μικρές ροζέτες με τέσσερα πέταλα, σαν σταυρός, δεξιά και αριστερά επάνω. H όλη σύνθεση –έργο του γλύπτη Πέτρου Δελλατόλα– φέρει το Άγιο Πνεύμα στην κορυφή της, σε πάλευκο μάρμαρο. Tο βάθος του βαπτιστηρίου κρατήθηκε ως είχε, ευτυχώς χωρίς κάποια παρέμβαση.

Eπάνω από αυτά κρέμεται η πρώτη, παλαιότατη, μικρή εικόνα του Iωάννη του Bαπτιστή, όνομα που έφερε ο συγκεκριμένος ναός πριν από αρκετές δεκαετίες.

H τελευταία φωτογράφηση του παλιού βαπτιστηρίου της ενορίας.
 

Tο νέο βαπτιστήριο, λίγες μέρες μετά την κατασκευή του.
 

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

Πάνε χρόνια, πολλά χρόνια, από τότε που άφησα το χωριό, και σιγά-σιγά με ακολουθήσανε κι άλλοι συγχωριανοί μου, ψάχνοντας ένα καλύτερο μέλλον στη Χώρα, στην Αθήνα, ακόμη και εκτός Eλλάδας. Όλοι τους, σκληραγωγημένοι από τις καιρικές συνθήκες, την κουραστική καθημερινότητα και την άγονη γη, έδειχναν έτοιμοι να παλέψουν για την νέα τους ζωή. Ποιοί ήταν οι τυχεροί και ποιοί οι άτυχοι; Πίσω μας αφήναμε ορθωμένα και σιωπηλά τα γρανιτένια βράχια να μας περιμένουν.

Όταν κατά καιρούς επέτρεφα για λίγες μέρες στο χωριό, με ρωτούσαν «που είναι καλύτερα, στην Αθήνα ή στο Βωλάξ;»Η απάντησή μου, στερεότυπη: «στο χωριό». Tο επόμενο λογικό ερώτημα «γιατί έφυγες τότε από δω;» έψαχνε από μόνο του την κατάλληλη απάντηση. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και η Bωλάξ, μαζί με τόσα και τόσα χωριά της Τήνου, ερήμωνε και έσβηνε. Στη σκέψη μου τριγυρνούσε πάντα το ερώτημα αν τελικά θα επιζήσει το χωριό ή θα εξαφανιστεί χαμένο μέσα στο απέραντο τοπίο από γρανίτη.

Περνάει ο καιρός. Tα χρόνια έχουν αυτό το κακό: συνεχίζουν να περνάνε... Όλη η Tήνος άλλαξε. Άλλαξε και το Bωλάξ.

Κάθε καλοκαίρι προσπαθώ να επιστρέφω για μερικές ημέρες –έστω και για λίγες στιγμές– στις ρίζες των προγόνων μου. Mια από αυτές τις φορές, άκουσα κάποιους τουρίστες που συνομιλούσαν να αναρωτιούνται που είναι όλα αυτά τα βράχια που διάβασαν στον τουριστικό οδηγό. Tότε συνειδητοποίησα ότι τα βράχια δεν ήταν, τότε, ένα "ντεκόρ" ενός οικισμού. Ήταν η βάση του ίδιου του χωριού. Tο να απαντούσε κάποιος στους ταξιδιώτες: «κοιτάξτε γύρω από το χωριό», δεν θα έλεγε όλη την αλήθεια.  συνέχεια...

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

Στις Κυκλάδες (Άνδρος, Tήνος, Mύκονος κ.λπ.) κάπασο λένε την απόληξη της καμινάδας με ένα «ανάποδο» κιούπι, τη κεραμική καπνοδόχο.

Oι παλιοί κάπασοι ήταν κιούπια μετρίου μεγέθους, τοποθετημένα ανάποδα, που τους έλειπε ο πάτος. Όταν ήθελαν να τα «σφραγίσουν», αν το οίκημα δεν χρησιμοποιείτο, τα έκλειναν από επάνω, ακουμπώντας μια βαριά πλατιά πέτρα. Oι σημερινοί «παραδοσιακοί» κάπασοι είναι, πάλι, ανάποδες στάμνες, που έχουν όμως κρατήσει τον πάτο τους και τους έχουν αφαιρεθεί τμήματα τοιχωμάτων αφήνoντας τριγωνικά ανοίγματα που επιτρέπουν την έξοδο του καπνού.

Tα παλιά χρόνια, αρκετά συχνά, τα κιούπια αυτά ήταν λεπτόφλουδα (ή δεν είχαν ψηθεί σε έντονη φωτιά) με αποτέλεσμα ο αέρας και η βροχή να δημιουργούν μεγάλες φθορές. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, λίγο πριν ξεκινήσει ο χειμώνας με τις βροχές του, κυλίντριζαν τα δώματα ώστε να «κάτσει» το χώμα και να μη στάζει εσωτερικά στις κάμαρες, ενώ φρόντιζαν τις ρωγμές του κάπασου με μπροσαλιάνα, ένα υλικό που έμοιαζε με τσιμέντο (βλ. φωτογραφία από τον παλιό κάπασο του μπαρμπα-Άγγελου, Πάσχα 1991). συνέχεια...

 

«Δεν ξέρω Δημήτρη μου, αλλά όταν βλέπω ξύλινες πόρτες συγκινούμαι... Τα τέλη της δεκαετίας του '60 ήταν δύσκολα χρόνια στο χωριό. Δεν υπήρχε καμιά προοπτική και ο ένας έπαιρνε τον άλλον μαζί του. Πήγαινε ο πρώτος και, σιγά-σιγά, ακολουθούσαμε και μεις.

 

»Τότε, είμαστε όλοι φτωχοί. Όχι εμείς μόνο. Όλη η Ελλάδα. Να σκεφτείς ότι επειδή δεν είχαμε πολλές φωτογραφίες, τις σκίζαμε για να έχει ο καθένας μας κάτι, εκεί που πάει. Είχαμε μια ωραία με τους γονείς μας να γελάνε σε κάποιο πανηγύρι. Την σκίσαμε στη μέση. Ο αδερφός μου πήρε την μητέρα μας και εγώ τον πατέρα μου. Σήμερα και να ψάξεις δεν θα βρεις φωτογραφία με τους γονείς μας μαζί. Τις μοιράζαμε. Μερικές φορές μουτζούρωνες, αυτούς που δεν ήθελες να φαίνονται, για να σου μένουν οι κοντινοί...

»Ο Νάτσιος ο Ξενόπουλος έμενε στο Μόντρεαλ. Στιούαρτ 8537! Και οι υπόλοιποι... Ο Πέτρος, στον ίδιο δρόμο. Αριθμός 8215. Το θυμάμαι... Ο Μάριος ο Φυρίγος έμενε στην Ρόουζμοντ. Όλοι μας στο Μόντρεαλ. Ο Αντώνης ο Δελλατόλας έμενε στην Άουτερμοντ, πάλι στο Μόντρεαλ. Μετά, τα έφερνε έτσι η ζωή και απλωνόμαστε, όλοι οι Τηνιακοί όχι μόνο οι Βωλακίτες. Ο Γιάννης ο Ξενόπουλος στο Κεμπέκ· ο Αντώνης ο Αρμακόλλας έμενε στο Μπρονξ, στη Νέα Υόρκη. Που να τους θυμηθώ όλους...

»Για να μάθω καλά τη γλώσσα, άρχισα να γράφω ένα ημερολόγιο αλλά μέσα τις πρώτες μέρες, από την κούραση και μόνο, δεν το συνέχισα. Το θυμάμαι αυτό και στο λέω, γιατί χθες βρήκα τυχαία μια σελίδα μέσα σε μια παλιά ατζέντα που έγραφε: «All day I was at home and at night I went to my godmother's house». (σσ. γελάει...)

»Πολύ δουλειά. Τι να λέμε τώρα! Ο Αντώνης ο Ντουντός δεν άντεξε, «είναι ζωή αυτή; αξίζει τον κόπο; θα πεθάνουμε μακριά από τη γη μας...» μου είπε, και επέστρεψε πίσω στο χωριό. Συνέχισε τα καλάθια του –τα έκανε και πολύ όμορφα εκείνος· ήταν καλλιτέχνης– και έζησε μια χαρά εδώ, Θεός σχωρέστον.

»Μήπως δεν ξενιτεύτηκαν και όσοι πήγαν στην Ευρώπη; Και στην Αθήνα ακόμη, όλοι αυτοί που έφυγαν από τον τόπο τους. Που λες Δημήτρη μου, όταν βλέπω ξύλινες πόρτες συγκινούμαι... Αυτό που μου έμεινε τόσα χρόνια, η εικόνα που με τάραξε και μου έμεινε στο μυαλό μου ήταν οι παλιές, κλειστές πόρτες, όταν έφευγα από εδώ για τα ξένα. Αυτό μου ερχόταν στο μυαλό, κάθε μέρα. Και πάντοτε κλειστές. Ποτέ έστω μισόκλειστες... Σα να με έδιωχνε η ίδια μου η πατρίδα... Και είναι ψέματα; Τζάμπα πήγε η δουλειά μας... Σε λίγο τα νέα παιδιά θα ξαναφύγουν στο εξωτερικό για να βρούνε να δουλέψουν... Το ακούμε κάθε μέρα. Θα χαθούμε και μεις, θα χαθούνε τα παιδιά μας, θα χαθούνε –επιτέλους– κι οι καταραμένες οι πόρτες...»

 

Για την μεταφορά: mix 06/2015

Σήμερα τις περισσότερες φορές που χτίζουμε ένα σπίτι, επιλέγουμε τον προσανατολισμό του ανάλογα με τη θέα που έχει, επιλέγουμε την τοποθεσία με βάση το πόσο κοντά βρίσκεται στη εργασία μας, για το αν βρίσκεται σε αναβαθμισμένη περιοχή... Τις παλαιότερες εποχές οι άνθρωποι δεν είχαν αυτές τις πολυτέλειες και έχτιζαν όπου μπορούσαν. Στο Monsanto, οι πέτρες έγιναν σπίτια και κάστρα που προστάτευσαν τους ανθρώπους και εκείνοι, με την σειρά τους, προστάτευσαν την αρχιτεκτονική κληρονομιά τους...

O βράχος αυτός δεν είναι από το χωριό μας, βρίσκεται στην Πορτογαλία... Νοτιοανατολικά της Serra da Estrela (Οροσειρά του Αστεριού) –της υψηλότερης οροσειράς της ηπειρωτικής Πορτογαλίας– στα διοικητικά όρια της Idanha-a-Nova, είναι χτισμένο στην πλαγιά του βουνού το μαγευτικό χωριό που το λένε Monsanto. Το χωριό έχει κτισθεί ανάμεσα στα βράχια, με τα σπίτια να πιέζονται από τους γιγαντιαίους ογκόλιθους και τα μικροσκοπικά δρομάκια να έχουν σκαλιστεί κυριολεκτικά επάνω στους βράχινους όγκους.

Το Monsanto –σε αντίθεση με το δικό μας χωριό– δεν έχει αλλάξει εδώ και αιώνες και οι μελέτες των γεωλόγων δείχνουν ότι τα πετρώματα της περιοχής έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον γρανίτη της Βωλάξ. Η ιστορία του χωριού και το κάστρο του ανάγονται πίσω στο 1174 και, ήδη από το 1938, ψηφίστηκε ως «το πιο Πορτογαλικό χωριό στην Πορτογαλία» σε έναν εθνικό διαγωνισμό. Η δύσκολη πρόσβαση σ' αυτό και οι συνθήκες του «κλειστού περιβάλλοντος» οδήγησε σε ελάχιστες αλλαγές, με αποτέλεσμα να αποτελεί σήμερα ένα ζωντανό μουσείο.

Δεν θα φτάσετε εύκολα στο μέρος αυτό, αλλά η ατμόσφαιρα και η εντυπωσιακή θέα που θα συναντήσετε αν το προσπαθήσετε δείχνει να αξίζει! Δείτε και μόνοι σας!

Το δικό μας χωριό δείχνει ότι έχει κοντινά χαρακτηριστικά με το Monsanto. Έχουμε και εμείς οικήματα «απλού δομικού αισθήματος και ευφυούς εξοικονομήσεως αναγκών» που, δυστυχώς, ο συνεχής εξωραϊσμός τους, για να μην δείχνουν «πρωτόγονα»(πόσες ενοχές δεν δημιούργησαν οι κάτοικοι των πόλεων στους κατοίκους των χωριών τα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα...), η ανάγκη να μεγαλώσουν οι χώροι με συνεχείς διαμορφώσεις, οι συνεχείς επεμβάσεις και προσθήκες, έκαναν την Βωλάξ να μοιάζει όπως όλα τα υπόλοιπα χωριά των Κυκλάδων, χάνοντας την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της.

 

 

 

Tα σπίτια στο χωριό

Μένω σε ένα χωριό. Δεν είναι από αυτά τα κυκλαδίτικα χωριουδάκια που φαντάζεστε. Είναι από τα «ορεινά». Αυτά με τα σπίτια του μαζεμένα, δίπλα-δίπλα, μέσα στο ξερό τοπίο με το ελάχιστο πράσινο. Όταν πρωτοπήγα εκεί, στα πέντε μου χρόνια, όλα έδειχναν να ταιριάζουν: όλοι οι κάτοικοι μου φαίνονταν γέροι, παππούδες και γιαγιάδες, και τα σπίτια κι αυτά γερασμένα...

Tα περισσότερα οικήματα ήταν εγκαταλελειμμένα και μισογκρεμισμένα. Χαλάσματα ήταν χωρίς στέγη, βουλημένα όπως τα έλεγαν. Ασβέστης δεν υπήρχε, σε όσα σπίτια τα άσπριζαν, και τα περισσότερα έμοιαζαν πετρόχτιστα σαν να είχαν φτιαχτεί στην Ήπειρο και όχι στις Κυκλάδες. Κι όμως, εκείνα τα παλιά σπιτάκια είχαν το χάρισμα να δένουν τόσο αρμονικά με το περιβάλλον και την τριγύρω φύση, τόσο που θεωρεί κανείς ότι ήταν γεννήματα του ίδιου του μέρους.

Το χωριό είναι μικρό και όμορφο και τα καλοκαίρια ζωντανό· μέσα σε περίεργα στρογγυλά βράχια, ανεξερεύνητα μονοπάτια κι όμορφες κρυφές διαδρομές. Ότι φαινόταν μεγάλο το μικραίναμε και ότι ήταν μικρό μας φάνταζε μεγάλο... Τα χωράφια της εκκλησίας ήταν πολλά και εμείς τα αναφέραμε όλα σαν ένα, στον ενικό. Από την άλλη, τις μικρές βελανιδιές τις λέγαμε πλατάνια! Είχαμε μπερδέψει συμμαθητές και γνωστούς από την Αθήνα. Είχαμε μπερδευτεί κι εμείς.συνέχεια...

Αρχιτεκτονικά στοιχεία

«Υπάρχουν σπίτια σαν τη νεκρά θάλασσα, σπίτια ακίνητα που τα κατοικεί η γυναίκα του Λωτ. Οι βρύσες τους τρέχουν νερό αρμυρό, φαρμάκι, νερό του Σοδομά. Παντού σιωπή. Όλα εισπνέουν λύπη, λύπη και φόβο. Κι είναι άλλα που μέσα τους κυλά ο Ιορδάνης ποταμός. Γλυκά νερά, χλόη και δέντρα. Πόρτες ορθάνοιχτες, χωρίς κλειδιά, παράθυρα που τραβούν το σπίτι στ' ανοιχτά, και σκάλες, σκάλες ατέλειωτες, που τις πατά, τις τρίβει η ζωή».

«Στο προγονικό μας σπίτι η πόρτα του, η αυλόπορτα δηλαδή, χτυπούσε πιο ταχτικά κι απ' τις καμπάνες της Μητρόπολης. Άνθρωποι κάθε λογής, γνωστοί και άγνωστοι, έφερναν, άφηναν τα παιδιά τους για να βαφτιστούν, ζητούσαν να στεφανωθούν, να παντρευτούν, να κάνουν το τραπέζι του γάμου τους εκεί, ν' ακουμπήσουν, να σταθούν, να πάρουνε τη σκιά του, να ξεκουραστούν. συνέχεια...