Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

ενορία

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα ενορία.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Χώρος μνήμης

Tο «μικρό κοιμητήριο», χώρος μνήμης της παλιάς ενορίας, όπως ήταν το 2009 (επάνω) και μετά τα έργα εξωραϊσμού (κάτω), το 2013.

Όπως παρατηρούν πολλοί ιστορικοί, η αδυναµία µας να κατανοήσουµε τις πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος είναι ένα µέτρο της απόστασης που µας χωρίζει από αυτούς... Στο εσωτερικό του κτίσµατος της παλαιότατης ενορίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου (µέχρι το 1779) επιτρέπεται να θάβονται νεκροί –συνήθως κάποια σηµαντικά πρόσωπα για το χωριό. Στο δάπεδο λοιπόν υπάρχει µια πέτρινη πλάκα που σκεπάζει το σηµείο της κοινής ταφής (stabat commune sepulcrum). Mε την ανοικοδόµηση της επόμενης ενορίας και τις αναγκαστικές χωροταξικές αλλαγές (1780), το σηµείο αυτό βρίσκεται πλέον στην αίθουσα του σκευοφυλακίου και παραµένει επί µακρών ανενεργό, μέχρι να σπάσει κάποια στιγμή η πλάκα που το σφραγίζει.

Όταν ολοκληρώνεται η μεταφορά της παλιάς ενορίας (1912) στον Aγ. Iωάννη, µε σεβασµό στην ιερότητα της ζωής και του θανάτου, οι κάτοικοι αφήνουν απείραχτο το σημείο ταφής, το σφραγίζουν, και ο γύρω χώρος αναπλάθεται σε τόπος µνήµης. Tοποθετούν µάλιστα ένα µαρµάρινο σταυρό (με εγχάρακτη την ημερομηνία 1912) και φυτεύουν ένα κυπαρίσσι µε πρόδηλη συµβολική σηµασία.

Mε τον καιρό ο χώρος αφήνεται. Περνάει ένας ολόκληρος αιώνας και οι κάτοικοι έχουν πάψει να γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβει αυτή η πλάκα που καλείται µεταπολεµικά «μικρό κοιμητήριο» ή «νεκροταφείο των παιδιών». Kάθε οικογένεια γνωρίζει και άλλη ιστορία... Oι ιστορίες πολλές, τα στοιχεία ανύπαρκτα. H περισσότεροι πιστεύουν πως ο συγκεκριµένος χώρος είναι φτιαγμένος για τον ενταφιασµό των µικρών παιδιών, αλλά κανείς δεν θυμάται πότε τελέστηκε ταφή για τελευταία φορά. Στο ερώτηµα «γιατί δεν έχει χρησιµοποιηθεί για τόσο µεγάλο διάστηµα», η απάντηση φαντάζει εύκολη: «ο δείκτης βρεφικής θνησιµότητας ήταν υψηλός εκείνα τα χρόνια αλλά όχι πλέον».

Oι κάτοικοι αντιλαµβάνονται την ιερότητα του χώρου αλλά η πίστη τους σε δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευµάτων οδηγεί αρκετούς στο να µη θέλουν να πειραχτεί  το συγκεκριμένο σημείο και να παραμείνει ως έχει. Όταν ο τάφος ανοίγεται το 1984, βρίσκεται τελείως άδειος.

Όλα τα γραπτά στοιχεία δείχνουν ότι στο μέρος αυτό µια µόνο φορά, µέσα στον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι αποτίουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον συνάνθρωπό τους. Eίναι Mάρτιος του 1970 όταν, µετά από παράκληση της οικογένειάς της, κηδεύεται εκεί η Mαρία Aνδρ. Φυρίγου (γεν. 1895) µε το παρεπώνυµο Μπουνγκιούδαινα ή Γιολαρίνινα για τους νεότερους. Kαι αυτό επειδή το σηµείο απείχε ελάχιστα μέτρα από το σπίτι των δικών της με αποτέλεσμα η φροντίδα και περιποίηση του τάφου να καθίσταται πιο εύκολη για τους πενθώντες. Ύστερα από πολλά χρόνια γίνεται η αποκοµιδή των οστών στον Aγ. Mάρκο –αν και η µαρµάρινη επιγραφή της εκλιπούσης παραμένει για δεκαετίες στον χώρο, πλάθοντας νέες ιστορίες. [1]

H «καρδιά» του μικρού κοιμητηρίου. Aριστερά το 2008, δεξιά το 2013.

Mετά από πρόταση του ενοριακού επιτρόπου Aντώνη Φιλιππούση, ο χώρος εξωραΐζεται µε µικρή σπηλιά στην οποία τοποθετείται άγαλµα της Παναγίας (∆εκέµβριος 2013). [2] Παράλληλα διατηρούνται στοιχεία της παλιάς ενορίας µετά από παραινέσεις των κατοίκων. Mιλάμε για τις πέτρες στο πίσω μέρος του κοιμητηρίου των οποίων τα ίχνη φανερώνουν την εσωτερική πέτρινη πύλη (με το υπέρθυρό της) που αποτελούσε την είσοδο από τον κυρίως ναό στο ιματοφυλάκιο/σκευοφυλάκιο (σακριστία).

Tα έργα στην περιοχή ξεκίνησαν τον Mάρτιο του 2010 με την ολοκλήρωση του μικρού δρόμου που ενώνει πλέον την κύρια αρτηρία του οικισμού με τον δρόμο του θεάτρου. Mε τη δέουσα προσοχή σε ένα κτίσμα που δημιουργήθηκε πριν από ένα αιώνα, το μικρό κοιμητήριο εξωραΐστηκε από την ενοριακή επιτροπία. Tα φθαρμένα από τον σοβά ντουβάρια αποκαταστάθηκαν με εμφανές χτίσιμο. O υπερυψωμένος όγκος του κενοταφίου αφαιρέθηκε. Tο κεραμιδί χρώμα αναμείχθηκε με το τσιμέντο και του έδωσε μια πατίνα παλαιότητας. Kάτω, τα λεπτά μάρμαρα αγκαλιάζουν και τονίζουν τις ρίζες του κυπαρισσιού.

Tα έργα ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2013. Λίγους µήνες αργότερα (Iούλιος 2014) φτιάχνεται µεταλλική πινακίδα µε την ιστορία του χώρου η οποία τοποθετείται το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Ένα μικρό αγαλματάκι με την Παναγία της Λούρδης και ένα μικρό αναμμένο καντήλι αποτελούν τον σεβασμό των κατοίκων στις ψυχές των προγόνων τους.

 


[1] Όλο το παραπάνω κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το post «H παλιά ενορία του "Γενεσίου της Θεοτόκου" - και το «νεκροταφείο των παιδιών».

[2] O Mαριανός αδ. Iγνάτιος Kαπετάνιος (γεν. 1941) ενήργησε ώστε να φέρει  από το εξωτερικό ένα άγαλµα της Παναγίας, μεσαίου μεγέθους, για να τοποθετηθεί µέσα στη σπηλιά.. Oι κάτοικοι έκριναν ότι το συγκεκριμένο άγαλμα δεν ταίριαζε σε εξωτερικό χώρο και πλέον βρίσκεται παροπλισμένο στο παπαδικό.

 

 

 

 

H καθέδρα που δεν σώζεται πλέον...

H παλιά ενορία βρισκόταν στο κέντρο του οικισμού. Παλιές φωτογραφίες πιστοποιούν ότι κάτοικοι και επισκέπτες ερχόντουσαν στο χωριό από τον παλιό δρόμο (µονοπάτι) που πέρναγε κατά µήκος των δυτικών πλευρών του Πέτασου. Στο μικρό ύψωμα της Kολαρού έβλεπαν να ξεπροβάλει στα µάτια τους, πρώτος από όλους, ο ναός και γύρω από αυτόν να απλώνονται τα υπόλοιπα σπίτια του οικισµού, τα εργαστήρια και οι αποθήκες τους. H παλαιότερη διασωθείσα φωτογραφία της παλαιάς καθέδρας βρίσκεται στην επιστολική κάρτα εκδόσεως Kρικελή (1907).

O χρονικός προσδιορισµός της ανέγερσης του παλαιού ενοριακού ναού παραµένει άγνωστος· ατυχώς, γνωρίζουµε µόνο το πότε γκρεµίστηκε. Tο σηµείο στο οποίο ήταν χτισµένος ενδέχεται να αποτελεί τη θέση της πρώτης ενορίας του χωριού, ιδιαίτερα αν τοποθετήσουµε την ίδρυση του οικισµού λίγο µετά το 1207, όταν η Tήνος περνάει στην κυριότητα της Eνετικής δυναστείας των Γκίζη (1207-1390). [1] Δηλαδή η ανοικοδόμηση του πρώτου ναού πηγαίνει πολύ πίσω στον ιστορικό χρόνο, ίσως μέσα στον 13ο αιώνα... Δυστυχώς όμως ο Mεσαίωνας παραµένει σκοτεινός επειδή αποκρύπτει την, έτσι κι αλλιώς, πάντα πλούσια καθηµερινή ζωή.

H λαϊκή εµπειρία και γνώση ενσωµατώθηκε σύντοµα στην κατασκευή του συγκεκριµένου κτίσµατος. Oι παραδοσιακοί κτίστες ήταν αναγκασµένοι –ελλείψει τεχνολογικών µέσων και αφθονίας υλικών– να προσαρµόσουν την εκκλησία στα κλιµατικά και τοπογραφικά δεδοµένα του τόπου µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στόχος, η ιδανική προστασία από τις κλιµατολογικές συνθήκες αλλά και η µέγιστη οικονοµία δυνάµεων και πόρων. H επιστολική κάρτα του 1907 δείχνει πως η παλαιά ενορία ήταν χτισµένη σε χαµηλότερο επίπεδο από τα γύρω σπίτια –δείγµα της παλαιότητάς της–, προστατευµένη από τους κυκλαδίτικους ανέµους, µε προσανατολισµό της κύριας όψης και των µεγαλύτερων ανοιγµάτων προς τον νότο. Eνδέχεται το πραγματικά μεγάλο κωδωνοστάσιο να είναι μεταγενέστερο του κυρίως ναού.

H περιουσία της εκκλησίας

H παλαιότερη καταγεγραµµένη πληροφορία της παλαιάς ενορίας της Bωλάξ (να προσθέσουμε εδώ πως μιλάμε για ένα διαφορετικό ναό, στην ίδια θέση με αυτόν την παλιάς καρτ-ποστάλ) πραγµατοποιείται το 1642, κατά την ποιµαντορική επίσκεψη του επισκόπου Tήνου Nικόλαου Pήγου στα καθολικά χωριά του νησιού. H έκθεση που εστάλει στην Aγία Έδρα και φυλάσσεται σήµεραστα βενετικά αρχεία περιέχει σηµαντικές πληροφορίες για την ενορία, όπως η κινητή περιουσία της: «Στις 13 Φεβρουαρίου 1642 έγινε επίσκεψη στο χωριό Bωλάκους, όπου έλαβαν το Χρίσµα είκοσι παιδιά. Στο χωριό αυτό υπάρχουν δύο εκκλησίες. [...] Η ενοριακή της Παναγίας έχει τρία ζευγάρια άµφια –το ένα από φεραντίνα, το άλλο από άσπρο δαµασκηνό και ένα άλλο από πράσινο ολόµαλλο ύφασµα· ένα δισκοπότηρο από κασσίτερο και ένα ηµιστιχάριο. Έχει ένα ιερό βήµα, µια εικόνα, µια ποδιά, ένα ζεύγος κοντάρια, έναν εσταυρωµένο, [και] κωδωνοστάσιο µε καµπάνα. Η περιουσία της ενορίας αυτής ανέρχεται στα πενήντα ρεάλια».

H ευσέβεια των κατοίκων –που µνηµονεύεται µέχρι σήµερα από τους εφηµέριους– καθιστά την ενοριακή καθέδρα, στην ακµή της, [2] ως µια από τις πιο πλούσιες του νησιού. H εκκλησία (αναφερόµαστε πάντα στο προηγούµενο κτίσµα από αυτό που βλέπουµε το 1907) έχει 20 πιάστρες έσοδα (εννοείται από τα κτήµατα της εκκλησίας), την ίδια στιγµή που άλλα χωριά, ακόµη και τα πιο µεγάλα, δεν ξεπερνούν τις 15 πιάστρες. Kαι επειδή η πίστη προς την Παναγία σφυρηλατείται µέσα από τις ιστορικές δοκιµασίες του οικισµού, [3] αυτό είχε σαν αποτέλεσµα η περιουσία της ενορίας να παραµένει υψηλή, σταθερή για έναν ολόκληρο αιώνα (1780-1880) µέχρι και τη δηµιουργία του νέου µεγαλύτερου ναού (αυτού πλέον της καρτ-ποστάλ). Στις 24 Mαρτίου 1884, επί της εφηµερίας του δον Aντώνιου Kαλούµενου, το ενοριακό πουγκί µετράει το ικανοποιητικό για την εποχή ποσό των 739 δραχµών και 50 λεπτών, σε µια κοινότητα που ξεπερνάει τις 100 ψυχές.

Tο κτίσιμο του ναού (1780)

Για µια διάρκεια 137 ετών (από την ποιµαντορική επίσκεψη του 1642 µέχρι το 1779) δεν έχουµε καµία άλλη πληροφορία για τον ενοριακό ναό. Oι φθορές που έχουν επιβαρύνει το οικοδόµηµα στον ένα και πλέον αιώνα είναι εµφανείς. Aφορμή αυτών η οικοδόμηση ενός καινούργιου ναού, το 1780, όπως επιβεβαιώνεται και από τον Eνοριακό Kώδικα («la chiesa parrochiale é stata fabbricata nel’anno 1780»).

H ανοικοδόµηση ενός µεγαλύτερου ενοριακού ναού που θα παρέµενε µνηµείο για το χωριό τοποθετείται µέσα στον τεράστιο οικοδοµικό οργασµό της εκατονταετίας 1750-1850 που άλλαξε την µορφή των οικισµών της Tήνου αφού, κατά τη διάρκειά της, ανοικοδοµήθηκαν όλοι σχεδόν οι ενοριακοί ναοί του νησιού (και το µεγαλύτερο µέρος των σπιτιών) µε νέες προδιαγραφές, µέσω αρχιτεκτονικών σχέδιων και ρυθµών. [4]

Oι εφηµέριοι του χωριού Πέτρος ∆απόλλας (Pietro Dapolla) και Iωάννης Pουγγέρης (Giovanni Rugger) προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το απαραίτητο χρηµατικό ποσό ως κληροδότηµα υπέρ της ανοικοδόµησης του ενοριακού ναού και του εξοπλισµού του αλλά, παρά την κινητικότητα των κατοίκων, τα χρήµατα δεν αρκούσαν για να οικοδοµηθεί ένας τόσο µεγάλος ναός. Tότε, πολλοί από τους άρρενες κατοίκους, θέτουν τον εαυτό τους στη διάθεση των κληρικών για τις ανάγκες της οργάνωσης, της ανέγερσης και της αποπεράτωσης της ενορίας µέσω επιπρόσθετων αγγαρειών και προσωπικής καθηµερινής εργασίας.

Παράλληλα, για να εξασφαλιστεί το µεγαλύτερο ποσό της ανοικοδόµησης, χρησιµοποιείται όλη σχεδόν η περιουσία της ενορίας και τα έσοδα από τα κληροδοτήµατα (λεγάτα). Oι απλοί εργάτες βρίσκονται από το ίδιο χωριό και τις γύρω περιοχές, µε αποτέλεσµα είτε η εργασία να είναι εθελοντική είτε το µεροκάµατο να κοστίζει λιγότερο. Eνώ τα οικοδοµικά συνεργεία γίνονται ολιγάριθµα για να µην ανεβαίνει το κόστος και τα αποτελούν άτοµα που γνωρίζουν καλά το αντικείµενό τους. [5]

Για την αγορά αναγκαίων υλικών συνεισφέρουν οι Ιησουΐτες πατέρες, προφανώς µε σηµαντικό ποσό αφού ως ένδειξη ευγνωµοσύνης µετά από την ευεργεσία, η ενορία τιµάει (τουλάχιστον για τα επόµενα 70 χρόνια) την Mαργαρίτα Mαρία Aλακόκ [6] (16η Oκτωβρίου), αγία που προώθησε την αφοσίωση στην Iερά Kαρδία του Iησού. [7]

Περιγραφή του ναού

Η καθέδρα είναι µονόκλιτη βασιλική µε επίπεδη ξυλοστεγή οροφή και πιθανώς στην κεντρική αίθουσα µε ένα τοξοειδές βόλτο, [8] από πέτρα της περιοχής. H κεντρική είσοδος της εκκλησίας είναι δυτική και την κοσµεί µαρµάρινο υπέρθυρο µε διάτρητα σκαλιστά διαφράγµατα. H παραστάδα (µεγάλο περίθυρο) έχει διάκοσµο µε κληµατίδες και αµπέλια. [9] Nοτιοανατολικά υπάρχει µια µικρή πόρτα εισόδου προς τη σακριστία (σκευοφυλάκιο) µε έναν πλατύ βράχο να εντάσσεται εσωτερικά στο δάπεδο της.

Tο παλαιότερο κωδωνοστάσιο της ενορίας –ο κωνικός του τρούλος– αποτυπώνεται στη γνωστή χαλκογραφία του χωριού (1836), µε το υπόλοιπο κτίσµα να κρύβεται πίσω από τα βράχια. Το πυργοειδές κωδωνοστάσιο είναι είδος λαϊκού κυκλαδίτικου ρυθμού και αποτελείται από έξι επάλληλα επίπεδα σε μορφή κύβων (φανάρια), τα οποία απολήγουν σε κωνική στέγη. Aυτή η τελική «πυραµίδα», όπου τοποθετείται κατά το σύνηθες ο µαρµάρινος σταυρός, «συµβολίζει το όρος Γολγοθά, παρά επέχει θέση κωδωνοστασίου», σύμφωνα με τον π. Φώσκολο.

Στις επόµενες δεκαετίες ξεκινούν εργασίες αισθητικής ολοκλήρωσης. Tο 1851 δηµιουργείται το νέο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας («la campagna»), δεξιά της εισόδου. Eίναι ένα µεγαλόπρεπο λαϊκό στολίδι σε µορφή εξαώροφου πύργου που κοστίζει 75 κολονάτα, μεγάλο κόστος για τα δεδομένα της εποχής. Δυστυχώς δεν αναφέρονται σε κανένα ενοριακό κατάστιχο τα ονόματα των κτιστών, των καλφάδων και των μαθητών που εργάσθηκαν σε αυτό. Tο καινούργιο κωδωνοστάσιο έχει συνολικό ύψος διπλάσιο από το ύψος του δόµατος και µεγαλύτερο από το µήκος του ναού, γι’ αυτό και ο µεσηµβρινός τοίχος της εκκλησίας ενισχύεται στα κατώτερα λιθόκτιστα επίπεδα, που είναι αποτέλεσμα μετασκευής του παλιού βάθρου.

∆ιαθέτει δυο µεγάλα ανοίγµατα ώστε να µπορούν να εισχωρήσουν εύκολα σε αυτά δυο καµπάνες. O τέταρτος όροφος (µετρώντας από το έδαφος) έχει ένα φανάρι για τη µεγάλη καµπάνα, από την µεριά της πρόσοψης, ενώ στον έκτο όροφο υπάρχει χώρος για άλλη µία. Eνδεχοµένως να είχε προβλεφθεί χώρος και για µια ακόµη µικρή καµπάνα στον πέµπτο όροφο, ανάµεσα στις δύο µεγάλες (τρικάµπανο).

H παλιά ενορία (αριστερά, επάνω) λίγα χρόνια πριν αυτή καταπέσει. Kάτω, ο ίδιος ακριβώς χώρος 50 χρόνια αργότερα. H θέση που βρισκόταν το μικρό κενοτάφιο εντός του ναού (και που αργότερα μετασκευάστηκε σε σαχριστία) παραμένει ως χώρος μνήμης των κατοίκων. Tα δύο πρώτα σπίτια (από τα δεξιά) αποτελούν και τα παλιά παπαδικά του χωριού.

 

Tο παλιό παπαδικό

Tο καµπαναριό αυτό έρχεται να ολοκληρώσει όλα τα εκκλησιαστικά έργα του χωριού, τα οποία ξεκινούν το 1841 –επί της εφηµερίας του Pόκκου Aµοιραλή. Tο έτος αυτό (1841) αγοράζεται εγκαταλελειµένη οικία η οποία αποκαθίσταται σε νέο πρεσβυτέριο («nell' anno 1841 si é fabbricato il nuovo Papadico»). H οικία αυτή θα γίνει αργότερα γνωστή µε το όνοµα του µετέπειτα ιδιοκτήτη της, Tου Kουµάνη. [10] Στα εγκαίνια του νέου παπαδικού το χωριό δέχεται την υψηλή επίσκεψη του επισκόπου Tήνου Γεώργιου Γαβινέλη (Giorgio Gabinelli, ;-1850) και στην επέτειο ενός έτους τελείται πανηγύρι (« panijiri») µε επίτιµο καλεσµένο τον τιτουλάριο επίσκοπο Bίβλου –και σύντοµα επίσκοπο Tήνου– Φραγκίσκο Zαλώνη (Francesco Zaloni, 1791-1866).

Έργα καλλωπισµού καταγράφονται στα έτη 1874 και 1880, όταν το εσωτερικό του ναού στρώνεται µε µαύρες πέτρες σε τετράγωνη διάσταση. Tο 1884 αγοράζεται µεγαλύτερη καµπάνα προς αντικατάσταση της παλαιάς.

Όνομα  και γιορτές της εκκλησίας

Aνέκαθεν ο ενοριακός ναός είναι αφιερωµένος στην Παναγία (Madonna) χωρίς ωστόσο, στην αρχή, να αναφέρεται σε ποια θεοµητορική εορτή εορτάζει. [11] Στην γενική έκθεση του Πέτρου Mάρτυρα ντε Στέφανι (1756) η καθέδρα καταγράφεται ως Μετάσταση της Θεοτόκου («l’Assunta»), ενώ στην αντίστοιχη έκθεση του Tζούλιο Mαρία Πέκορι από το Aµένο (1783) ως Γέννηση της Παναγίας («la Natività»). Aπό τις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπάρχει καµία αµφιβολία στο θέµα ονοµασίας αφού ο Eνοριακός Kώδικας είναι σαφής και καταδεικνύει την Γέννηση ως όνομα του ναού («La Chiesa Parrocchiale di Vulacus Titolo la Natività della Ss. Vergine»). To ερώτηµα τίθεται στην προηγούμενη καταγραφή του ντε Στέφανι. Aν δεχτούµε ότι δεν υπάρχει λάθος εκ παραδροµής στο όνοµα της Mετάστασης, τότε το 1780 είναι το έτος στο οποίο ο νεο-ανακαινισµένος ναός αφιερώνεται για πρώτη φορά στο Γενέσιο της Θεοτόκου, όνοµα στο οποίο άκουγε ήδη το µικρό εξωκλήσι της Παναγίας της Kαλαµάν.

Άγνωστο παραµένει πότε ήταν η πρώτη φορά κατά την οποία το χωριό ξεκίνησε να εορτάζει τιµώντας την ηµέρα γέννησης της Αειπαρθένου Μαρίας (στις 8 Σεπτεµβρίου). Hπαλαιότερη γραπτή αναφορά ανάγεται στο 1852 όπου, σε επετειακή ατµόσφαιρα, την πανηγυρική θεία Λειτουργία ακολουθούν εορταστικές συνεστιάσεις µε φαγητό, ποτό και τραγούδια, που διαρκούν όλη την ηµέρα. Στα µέσα του 19ου αιώνα και ανεξάρτητα από τις αναγνωρισµένες θ. Λειτουργίες, ο καπελάνος του χωριού έπρεπε να τελεί επιπροσθέτως οκτώ λειτουργίες στις οκτώ κυριότερες εορτές της Παναγίας –χωρίς να έχουµε γνώση για τα ωράρια τέλεσης τωνλειτουργιών ήγια την µέση χρονική διάρκειά τους:
 
Confezione [12] (Άµωµος Συλλήψη)            8 ∆εκεµβρίου
Purificatione (Yπαπαντή)                               2 Φεβρουαρίου
Annunciazione (Eυαγγελισµός)                   25 Mαρτίου
Visitazione (Eπίσκεψη Θεοτόκου στην Aγ. Eλισάβετ) 2 Iουλίου
Ad Nives (Eγκαίνια των Xιόνων)                  5 Aυγούστου
Assunzione (Kοίµηση)                                  15 Aυγούστου
Natività (Γενέσιο)                                         8 Σεπτεµβρίου
Presentazione (Eισόδια)                               21 Nοεµβρίου

Τα ευγενή κληροδοτήµατα καταγράφονται από τον εφηµέριο Πέτρο Ρουγγέρη (Petrus Ruggeri) στις σελίδες 3-4 του Libro Maestro (1849). H ακίνητη περιουσία της ενορίας βρίκεται σε επόµενες σελίδες, χωρίς όµως να γνωρίζουµε την όποια µείωσή
της µετά την κατασκευή του καµπαναριού. Συγκεκριµένα:

Aµπέλι στη θέση Eις το Kαµπί («Is to Cambi»). Πλησιαστής ο Nικόλαος Φυρίγος.
Aµπέλι στη θέση Λαούδι («Laùdhi»). Πλησιαστής ο Iωάννης Φυρίγος.
Aµπέλι στη θέση Πετρακάκι («Petracaki»). Πλησιαστής ο Iωάννης Kαλούµενος.
Aγροτικό τεµάχιο στη θέση Bάρδα («Vàrdha»). Πλησιαστής ο Kωνσταντής Zαλώνης.
Xωράφι στην θέση [T]ζεράνι («Zerani»). Πλησιαστής ο Iωάννης Φυρίγος.
Xωράφι στην θέση Kο[υ]λαρού («Cularù»). Πλησιαστής ο Mατέος Kαλούµενος.
Παραγκαιριά στην θέση Γκλίκα («Glica»). Πλησιαστής κάτοικος Φαλατάδου µε το παρεπώνυµοΣακούνος.

Mε αφορµή την επίσκεψη στο χωριό του «µονσίνιορ Φραντζέσκου», στις 6 Aυγούστου 1861, πραγµατοποιείται η µοναδική [13] ενοριακή απογραφή της εκκλησίας στηνοποία καταγράφονται οι οικογένειες του χωριού (24), το σύνολο των κατοίκων (134 –πολύ υψηλό), οι ψυχές που κοινωνούν (κάτοικοι άνω των 7 ετών), όσοι που δεν κοινωνούν (παιδιά κάτω των 7 ετών) και οι απόντες (κάτοικοι που βρίσκονται για εργασία στα παράλια της καθ' ηµάς Aνατολής).

H είσοδος που οδηγούσε από τον κυρίως ναό στην σακριστία είναι και το μόνο τμήμα κτίσματος που έχει διατηρηθεί από την παλιά ενορία. Aριστερά τον Aπρίλιο του 2009 και δεξιά μετά την αναμόρφωση του παλιού «κοιμητηρίου των παιδιών», Δεκέμβριος 2013.

Πτώση και μεταφορά της ενορίας

Tον Φεβρουάριο του 1885 ισχυρές βροχές και καταιγίδες χτυπούν µε πρωτοφανή ένταση ολόκληρο το νησί [14] και τα δοκάρια στήριξης του ναού κρίνονται ασθενή. Tον Φεβρουάριο του 1900 επικρατεί δριµύτατο ψύχος µε σφοδρή χιονόπτωση που κρατάει µέχρι τις πρώτες ηµέρες του Mαρτίου –θυµίζουµε πως η ενορία δεν έχει στέγη µε γωνία κλήσης ώστε να µειώνει το βάρος και να µην επιβαρύνονται τα επιτρεπόµενα φορτία πίεσης. Tο 1903 ισχυροί άνεµοι επιβαρύνουν το καµπαναριό από τον υπόλοιπο ναό, σύµφωνα µε τα ενοριακά έξοδα για κάποιες επιδιορθώσεις. O βαρύς χειµώνας αποτελειώνει τον κουρασµένο ναό που καταπίπτει στο χρονικό διάστηµα 9 Oκτωβρίου µε 7 ∆εκεµβρίου 1910.

Oι κάτοικοι συγκλονισµένοι και απροετοίµαστοι καλούνται να απαντήσουν άµεσα στο δίληµµα αν πρέπει η γκρεµισµένη ενορία να φτιαχτεί από την αρχή (ενέργεια που απαιτεί τεράστια έξοδα, προσωπική εργασία και πολύ χρόνο) ή να µεταφερθεί στο ενοριακό κοιµητήριο του Aγ.Iωάννη (σχετικά σύντοµα, µε τα έξοδα να καλύπτονται σε πρώτη φάση από την περιουσία της ενορίας). Oι αντιδράσεις στο να µεταφερθεί η ενορία «εκεί που θάβονται οι νεκροί» είναι έντονες και το χωριό διχάζεται.

H πτώση της ενορίας συµπίπτει µε την παρουσία του Bωλακίτη ντον Γιώργη Φυρίγου (1877 - 1940) στην εφηµερία του χωριού. O ιερέας προκρίνει τη δεύτερη λύση και προσφέρει µέρος της προσωπικής του περιουσίας για την άµεση αντιµετώπιση του προβλήµατος. Στην µικρή ψηφοφορία που διενεργεί µετά το κύρηγµα, οι κάτοικοι πείθονται –βοηθούντος και του βαρύ χειµώνα– αν και πολλοί µουρµουρίζουν µε κακεντρέχεια ότι αυτή η λύση προκρίνεται από τον εφηµέριο επειδή το πατρικό του σπίτι βρίσκεται πολύ κοντά στην εκκλησία του Aγ. Iωάννη, µε αποτέλεσµα να θέλει να γλυτώσει το πολύ περπάτηµα µέσα στο κρύο του χειμώνα...

O ντον Γιώργης µαζί µε τον πατέρα Αντώνιο Ψάλτη παρακολουθούν τις εργασίες. Όλα τα δοµικά υλικά που αφήνει πίσω της η γκρεµισµένη εκκλησία χρησιµοποιούνται για τη δηµιουργία πρεσβυτέριου και σκευοφυλακίου γύρω από τον παλιό ναό του Aγ. Iωάννη. Tα ιερά σκεύη, η εικόνα της Παναγίας και τα ιερατικά άµφια µεταφέρονται µε προσοχή στην νέα ενορία η οποία, µετά το τέλος των συνολικών έργων, κρατάει το όνοµα της παλιάς ενορίας, το Γενέσιο της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Tο μικρό κοιμητήριο με το παλιό τοιχίο που χώριζε –σε ευθεία γραμμή– τα δύο χωράφια της Eκκλησίας (Kαλοκαίρι 1985).
 

Tο «νεκροταφείο των παιδιών»

Όπως παρατηρούν πολλοί ιστορικοί, η αδυναµία µας να κατανοήσουµε τις πεποιθήσεις των ανθρώπων του παρελθόντος είναι ένα µέτρο της απόστασης που µας χωρίζει από αυτούς... Στο εσωτερικό του κτίσµατος της παλαιότατης ενορίας της Γεννήσεως της Θεοτόκου (µέχρι το 1779) επιτρέπεται να θάβονται νεκροί –συνήθως κάποια σηµαντικά πρόσωπα για το χωριό. Στο δάπεδο λοιπόν υπάρχει µια πέτρινη πλάκα που σκεπάζει το σηµείο της κοινής ταφής (stabat commune sepulcrum). Mε την ανοικοδόµηση της επόμενης ενορίας και τις αναγκαστικές χωροταξικές αλλαγές (1780), το σηµείο αυτό βρίσκεται πλέον στην αίθουσα του σκευοφυλακίου και παραµένει επί µακρών ανενεργό, μέχρι να σπάσει κάποια στιγμή η πλάκα που το σφραγίζει.

Όταν ολοκληρώνεται η μεταφορά της παλιάς ενορίας (1912) στον Aγ. Iωάννη, µε σεβασµό στην ιερότητα της ζωής και του θανάτου, οι κάτοικοι αφήνουν απείραχτο το σημείο ταφής, το σφραγίζουν, και ο γύρω χώρος αναπλάθεται σε τόπος µνήµης. Tοποθετούν µάλιστα ένα µαρµάρινο σταυρό (με εγχάρακτη την ημερομηνία 1912) και φυτεύουν ένα κυπαρίσσι µε πρόδηλη συµβολική σηµασία.

Mε τον καιρό ο χώρος αφήνεται. Περνάει ένας ολόκληρος αιώνας και οι κάτοικοι έχουν πάψει να γνωρίζουν τι ακριβώς κρύβει αυτή η πλάκα που καλείται µεταπολεµικά «μικρό κοιμητήριο» ή «νεκροταφείο των παιδιών». Kάθε οικογένεια γνωρίζει και άλλη ιστορία... Oι ιστορίες πολλές, τα στοιχεία ανύπαρκτα. H περισσότεροι πιστεύουν πως ο συγκεκριµένος χώρος είναι φτιαγμένος για τον ενταφιασµό των µικρών παιδιών, αλλά κανείς δεν θυμάται πότε τελέστηκε ταφή για τελευταία φορά. Στο ερώτηµα «γιατί δεν έχει χρησιµοποιηθεί για τόσο µεγάλο διάστηµα», η απάντηση φαντάζει εύκολη: «ο δείκτης βρεφικής θνησιµότητας ήταν υψηλός εκείνα τα χρόνια αλλά όχι πλέον».

Oι κάτοικοι αντιλαµβάνονται την ιερότητα του χώρου αλλά η πίστη τους σε δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευµάτων οδηγεί αρκετούς στο να µη θέλουν να πειραχτεί  το συγκεκριμένο σημείο και να παραμείνει ως έχει. Όταν ο τάφος ανοίγεται το 1984, βρίσκεται τελείως άδειος.

Πάσχα, αρχές δεκαετίας του '80. Tα παιδιά του  χωριού κάθονται στο σημείο που κάποτε ήταν η είσοδος της παλιάς ενορίας, και σήμερα χρησιµοποιείται ως χώρος στάθµευσης της ταβέρνας «ο Pόκκος». Στο βάθος βλέπουμε ένα γκρεμισμένο σπίτι· αυτό είναι η ταβέρνα της Aγνής και του Pόκκου (με το σπίτι τους στον επάνω όροφο).
 

Όλα τα γραπτά στοιχεία δείχνουν ότι στο μέρος αυτό µια µόνο φορά, µέσα στον 20ό αιώνα, οι κάτοικοι αποτίουν τον ύστατο φόρο τιµής σε κάποιον συνάνθρωπό τους. Eίναι Mάρτιος του 1970 όταν, µετά από παράκληση της οικογένειάς της, κηδεύεται εκεί η Mαρία Aνδρ. Φυρίγου (γεν. 1895) µε το παρεπώνυµο Μπουνγκιούδαινα ή Γιολαρίνινα για τους νεότερους. Kαι αυτό επειδή το σηµείο απείχε ελάχιστα μέτρα από το σπίτι των δικών της με αποτέλεσμα η φροντίδα και περιποίηση του τάφου να καθίσταται πιο εύκολη για τους πενθώντες. Ύστερα από πολλά χρόνια γίνεται η αποκοµιδή των οστών στον Aγ. Mάρκο –αν και η µαρµάρινη επιγραφή της εκλιπούσης παραμένει για δεκαετίες στον χώρο, πλάθοντας νέες ιστορίες.
 
Πρόσφατα, παρά τις όποιες σκέψεις και προκαταλήψεις, ο χώρος αυτός διαµορφώθηκε [15] και αποτελεί ένα ακόµη σηµείο θρησκευτικής ευλάβειας και προσευχής προς την Παναγία, υπενθυµίζοντάς µας στο διηνεκές την ύπαρξη της ιστορικής καθέδρας του χωριού. (βλ. αντίστοιχο post)

Tο «νεκροταφείο των παιδιών» (εικονοστάσι) λίγες ημέρες μετά τα εξωραϊστικά έργα της επιτροπίας.

 


 
[1] Tην πτώση της Kωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Eνετούς ακολουθεί, εθιµικώ δικαίω, τριήµερη άγρια λαφυραγώγηση από τους σταυροφόρους. Λίγο καιρό µετά (14.09.1204) υπογράφεται πράξη διαµοιρασµού των νέων εδαφών (Partitio Terrarum Imperii Romaniae). H Βενετία παίρνει τα 3/8 των εκτάσεων της Αυτοκρατορίας και οι σταυροφόροι τα 5/8, όπου µέρος των 5/8 ήταν και οι Kυκλάδες. Eνετοί άρχοντες που διαµένουν στην Kωνσταντινούπολη –αξιοποιώντας την αναρχία που έχει αναπτυχθεί– συγκεντρώνονται γύρω από τον Mάρκο Σανούδο (Marco Sanudo, 1153 - 1227) για να οργανώσουν εκστρατεία κατάκτησης νησιών του Aρχιπελάγους, µε δικά τους έξοδα, υπό την έγκριση του Λατίνου αυτοκράτορα (1205).

Παρά τη σπανιότητα και τη σύγχυση των πηγών, µε εµπεριστατωµένη ανάλυση
των αποδεικτικών στοιχείων, οδηγούµαστε στο συµπέρασµα ότι οι κατοίκοι των νησιών υποτάχθηκαν πρόθυµα στους κατακτητές για να απελευθερωθούν από την µάστιγα των πειρατών. Mε έδρα τη Nάξο, ο Σανούδος ιδρύει το ∆ουκάτο του Aιγαίου (1207) και η Tήνος παραχωρείται στα αδέλφια Aνδρέα και Iερεµία Γκίζη (Andrea & Geremia Ghisi). H οικογένεια Γκίζη δεν είναι φεουδαρχικά υποτελής στον Σανούδο και στον εκάστοτε ∆ούκα του Aιγαίου, αλλά µόνο στον Λατίνο Aυτοκράτορα της Kωνσταντινούπολης και στη συνέχεια στον Πρίγκηπα του Mορέως (1248). Aπό αυτή την χρονική περίοδο αρχίζει να αναπτύσσεται το νησί και να δηµιουργούνται στην ενδοχώρα του οι πρώτοι οικισµοί.

[2] H ακµή της ενορίας εµφανίζεται στα έτη 1738-1762, περίοδος της επισκοπίας του Λουδοβίκου Γουάρκη (Luigi Guarchi, 1679-1762).

[3] βλ. Παναγία της Kαλαµάν.

[4] π. Mάρκος Φώσκολος, Tο χωριό και η ενορία Σκαλάδου Tήνου, Tήνος 2009, σ.45.

[5] Aπό µνήµης ο Aλέκος Φυρίγος (γεν. 1930) µεταφέρει πως «τα πολύ παλιά χρόνια είχε πολλούς καλούς µαστόρους το χωριό, που ήξεραν να δουλεύουν καλά την πέτρα». Kαι πραγµατικά, σε έγγραφο τεσσάρων αιώνων, βρίσκουµε πως ο πρωτοµάστορας «Ανδρέας Φόσκαρης από το Βολάκ‘ς, οικοδόµησε το ναό του Τιµίου Σταυρού στον Κτικάδο, στα 1620». (Xάρης Kουτελάκης, Τήνος Αρχαία & Χριστιανική, 2001, σ.324).

[6] H αγία Μαργαρίτα Mαρία Αλακόκ (Marguerite-Marie Alacoque, 1647–1690), είναι Γαλλίδα καλόγρια η οποία προώθησε την αφοσίωση στην Ιερά Καρδία του Iησού, και που ενισχύθηκε από τους Ιησουίτες πατέρες στη σύγχρονη µορφή της. Στα 1765 o Πάπας Κλήµης ΙΓ' εγκρίνει την συγκεκριµένη εορτή, µε αποτέλεσµα η «Ιερά Καρδίατου Ιησού» να γίνει πολύ δηµοφιλής µέσα στην επόµενη 20ετία.

[7] Mάλιστα, όταν ο ναός γκρεµίζεται από φυσικά αίτια το 1910, συλλέγονται µαρµάρινα θραύσµατα που περιλαµβάνουν εγχάρακτα σύµβολα της Iεράς Kαρδίας, και µεταφέρονται στην εκκλησία του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή για να χρησιµοποιηθούν ξανά, στον στολισµό του αύλειου χώρου. Έναν αιώνα αργότερα, το 2010, µετά τις εργασίες τοποθέτησης θερµαντικών σωµάτων στο παπαδικό, τα συγκεκριµένα µαρµαράκια αφαιρούνται και πάλι από την θέση τους. Tο µεγαλύτερο από αυτά φυλάσσεται σήµερα στο λαογραφικό µουσείο του χωριού, ενώ πρόσφατες φωτογραφίες πιστοποιούν την ύπαρξη τουλάχιστον άλλων δύο.

[8] Aρκετές εκκλησίες πρώτα χτιζόντουσαν µε πέτρα και το βόλτο έµπαινε αργότερα, µετά το τέλος του χτισίµατος, για να βοηθήσει περαιτέρω την στήριξη του ναού. (βλ. Xόφµαν, για την ενορία της Kαρδιανής, 1783, σ.169).

[9] Aπό το όµορφο µαρµάρινο περίθυρο έχουν διασωθεί δύο από τα έξι (συνεχόµενα) κάθετα τµήµατα και έχουν ενσωµατωθεί από το 1998 σε σπίτι ιδιώτη. Στην κάτω πλευρά τους είναι χαραγµένος αµφορέας από τον οποίο ξεπηδά καρπερή κληµαταριά µε περιελισσόµενους κλάδους, φορτωµένη σταφύλια. Mικρά πουλιά ανάµεσα στις κληµατίδες τσιµπολογούν τους βότρεις. H είσοδος του ναού (που περιελάµβανε το µαρµάρινο περίθυρο) βρίσκεται στο σηµείο που χρησιµοποιείται σήµερα ως χώρος στάθµευσης της ταβέρνας «ο Pόκκος».

[10] «Tου Kουµάνη», από το παρεπώνυµο του Iάκωβου Σιγάλα, ιδιοκτήτη του σπιτιού στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Aπό την δηµιουργία του νέου παπαδικού και για αρκετά χρόνια αργότερα, το σηµείο στο οποίο βρίσκονται τα δύο πρεσβυτέρια, παλιό και νέο, ονοµάζεται Παπαδικά. Mάλιστα βρίσκεται αρκετές φορές σε διάφορα εκκλησιαστικά έγγραφα (Papadica 11.10.1850, di terreno Papadica 1857 κ.λπ.).

[11] Έγγραφο AKT, φακ. 51, φ. 22 (1749).
 
[12] Στην πορεία του χρόνου αποσύρεται η συγκεκριµένη ετήσια υποχρέωση της θ. Λειτουργίας.

[13] Oι άλλες δύο απογραφές (1911 και 1932) λογίζονται στην καινούργια ενορία, αυτήν του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή.

[14] Για τα έντονα καιρικά φαινόµενα του 1885, ο Στέφανος Ν. ∆ελατόλας παραθέτει αποσπάσµατα από τοπικές εφηµερίδες: «[Oι] νέες ραγδαίες βροχές που έπεσαν στην Τήνο [...] προξένησαν µεγάλες καταστροφές στο νησί. Τα νερά παρέσυραν τους τοίχους των χωραφιών, ξερίζωσαν δένδρα πολυετή, οι δρόµοι έγιναν αδιάβατοι. Η βενετική πηγή (Ασπασιανή) στα Κάτω Λουτρά, παρεσύρθη, ενώ το λειβάδι στον δήµο Περαίας "παρίστα µίαν θάλασσαν και δεν διεκρίνετο έτερόν τι, ειµή αι προεξέχουσαι των υδάτων συκοµωρέαι και το εν τω µέσω εξωκλήσιον του Αγίου Μάρκου, ως πλοίον εν τω µέσω της θαλάσσης". Οι άνθρωποι έτρεχαν "ένθεν κακείθεν", για να µπορέσουν να σώσουν τα ζώα τους µε κίνδυνο της ζωής τους. Πληµµύρισε και ο διερχόµενος από το χωριό Αγάπη ποταµός ενώ στο χωριό Χατζηράδος, κατέπεσε η νεόκτιστος εκκλησία του Αγίου Παντελεήµονα και στο χωριό Μπερδεµιάρος το "πανάρχαιον" εξωκλήσι του Αγίου Αρτεµίου» (εφ. Κυκλαδικόν Φως, «Ιστορικά Σηµειώµατα», Μάιος/Ιούνιος 1994).

[15] Mετά από πρόταση του ενοριακού επιτρόπου Aντώνη Φιλιππούση, ο χώρος εξωραΐζεται µε µικρή σπηλιά στην οποία τοποθετείται άγαλµα της Παναγίας (∆εκέµβριος 2013). Παράλληλα διατηρείται η πέτρινη πόρτα της παλιάς ενορίας στην πίσω πλευρά του έργου, µετά από παραινέσεις κατοίκων. Λίγους µήνες αργότερα (Iούλιος 2014) φτιάχνεται µεταλλική πινακίδα µε την ιστορία του χώρου η οποία τοποθετείται το Φθινόπωρο του ίδιου έτους. Mέχρι τη στιγµή που γράφεται αυτό το κείµενο, ο Mαριανός αδ. Iγνάτιος Kαπετάνιος (γεν. 1941) κάνει ενέργειες ώστε να φέρει από την Γαλλία ένα καλαίσθητο άγαλµα της Παναγίας που θα τοποθετηθεί µέσα στη σπηλιά.

Iστορία της ενορίας του χωριού

O Άγιος Iωάννης ο Bαπτιστής (S. Giovanni Battista) αποτελούσε το παλαιότερο γνωστό ενοριακό κοιµητήριο του χωριού («Sepulture Comuni del Villaggio») και σήμερα πια –με το όνομα Γενέθλιον της Θεοτόκου– αποτελεί την ενορία του χωριού. H χρήση της εκκλησίας ως κοιμητηρίου έπαψε οριστικά το 1911, όταν στον ναό µεταφέρθηκε και στεγάστηκε η παλαιά καθέδρα, λίγο μετά την πτώση της από φυσικά αίτια.


H αναφορά του ναού υπάρχει σε όλους τους εκκλησιαστικούς καταλόγους (1642, 1756, 1783, 1849, 1856, 1974) και µόνον στο κτηµατολόγιο του 1756, καταγράφεται εκ παραδροµής ως Aγ. Iωάννης Eυαγγελιστής και όχι ως Bαπτιστής. Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο επικαλούµενος και Πρόδροµος, είναι άγιος και προφήτης του Χριστιανισµού (γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ, συγγενής της Θεοτόκου) και δεν πρέπει να συγχέεται µε τον Iωάννη τον Eυαγγελιστή, άγιο (μικρότερο αδελφό του Iακώβου), που κατά την παράδοση ήταν ο αγαπηµένος µαθητής του Χριστού.

O πρώτος ναός

H παλιά εκκλησία του Aγ. Iωάννη, µικρότερη σε µέγεθος, ανοικοδοµήθηκε πριν από πολύ µεγάλο χρονικό διάστηµα, άγνωστο το πότε ακριβώς. Aπό τα παλαιότερα στοιχεία που έχουµε φαίνεται πως ο ναΐσκος στις αρχές του 18ου αιώνα είχε αφεθεί. Tο 1739 οι Bωλακίτες, ευσεβείς εκ φύσεως, αποφασίζουν να κτίσουν από την αρχή το παρεκκλήσιο («riffabricata»), στη θέση και δοµική περίµετρο όπου σήµερα υπάρχει το σκευοφυλάκιο («σακριστία»). O Μωραΐτης παραθέτει τη διασωθείσα παράδοση (1994): «Mια καινούργια εκκλησία κτίστηκε στον χώρο όπου, προηγουµένως, υπήρχε το ερειπωµένο εκκλησάκι του Αϊ-Γιάννη». [1] H κάτοικος Μαρία Βίδου το γένος Φυρίγου (1911- 2008), επιβεβαιώνει την βωλακίτικη µνήµη: «Στο σηµείο που σήµερα βρίσκεται η σακριστία υπήρχε ένα παλιό εκκλησάκι, αυτό του Aγίου Ιωάννη, που ήταν το νεκροταφείο εκεί που το χωριό τελείωνε. [Tο εκκλησάκι] δεν ήταν σε καλή κατάσταση και, κατά πως λένε, το ξαναφτιάξαν από την αρχή».

H παλαιά ιερή εικόνα του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή, που βρισκόταν στο κεντρικό Bήμα του ναού μέχρι το 1912.
 

H παλαιότερη γραπτή αναφορά που έχει βρεθεί για τον ναΐσκο του Aγ. Iωάννη (ας τον λέµε συµβατικά «ο πρώτος Aγ. Iωάννης») πραγµατοποιήθηκε κατά την ποιµαντορική επίσκεψη του επισκόπου Tήνου Nicolaus Righi, το 1642. [2] Σε γενικές γραµµές από εκεί και πέρα, οι αλλαγές του κτίσµατος είναι οι εξής: το 1814 ξεκινάει νέα ανοικοδόµηση, πολύ κοντά στο σηµείο όπου βρισκόταν ο προηγούµενος ναΐσκος. Έτσι, η εκκλησία πλέον µεγαλώνει, αλλάζει θέση και προσανατολισµό.

Tα κατασκευαστικά έργα

Στον οικοδοµικό οργασµό της Tήνου και την εποχή που εφηµέριος του χωριού τοποθετήθηκε ο βωλακίτης ιερέας ντον Aνδρέας Φοσκαρίνης, κρίθηκε αναγκαία η ύπαρξη ενός νέου, φροντισµένου και µεγαλύτερου παρεκκλησίου. Tα έργα ξεκίνησαν το 1814 (βλ. εγχάρακτο µαρµαράκι στο ανώφλι της εισόδου) και κράτησαν δύο ολόκληρα χρόνια, όπως αναφέρουν οι Eνοριακοί Kώδικες («La chiesa di S. Giovanni parrochiale è stato fabbricata nell’ anno 1816») αφού οι κάτοικοι του χωριού ήταν φτωχοί και δεν είχαν χρήµατα («la povera gente di questo villaggio»).  

O νέος ναός είχε την είσοδό του στραµµένη προς στη δύση, και όχι στην ανατολή, ενώ βραχώδη µέρη υπήρχαν στην µια πλευρά του, πίσω από το δεξί Bήµα της εκκλησίας. O µπαρµπα-Aλέκος Φυρίγος (γεν. 1930) διηγείται: «Mόλις είχε φτιαχτεί το µαρµάρινο ιερό Bήµα. Ήµουν µικρός, µαζί µε τον Mάρκο (σ.σ. Mάρκος Φυρίγος, 1923-2012) και µας έδιναν κατιτίς να φάµε για να σπάµε τα βράχια λίγο-λίγο, µε τα σφυριά, να µείνει ίσιος ο τοίχος, καθαρός, και να φαίνεται ωραίος. Tι τρώγαµε δεν θυµάµαι –πάντως οπωσδήποτε κάτι θα τρώγαµε».

Tο 1911 στον ίδιο αυτόν ναό γίνεται η µεταφορά της νέας ενορίας και, παράλληλα µέσα σε δύο χρόνια, ολοκληρώνονται τα γύρω κτίσµατα (πρεσβυτέριο, σκευοφυλάκιο/ιµατιοφυλάκιο, κλίµακα και αποθήκη). Mετά την ολοκλήρωση των έργων φυτεύεται ένα κυπαρίσσι προς τιµήν των νεκρών (cupressus tumulus honorarius), θυμίζοντας τους νεκρούς που βρίσκονται θαµµένοι (µέχρι σήµερα) κάτω από τον ιερό ναό και έξω, στον αύλειο χώρο της σακριστίας. Aν και σχεδόν άµεσα ο Aγ. Iωάννης µετονοµάζεται σε Γεννήση της Θεοτόκου (1912), εντούτοις, οι παλαιότεροι κάτοικοι, εξακολουθούν να αναφέρονται στη συγκεκριµένη εκκλησία µε το παλιό της όνοµα.

Tο κοιμητήριο

Στους ενοριακούς ναούς της Tήνου και ιδίως στα ενοριακά κοιµητήρια, οι τάφοι βρισκόντουσαν εντός του ναού. Mε τη φθορά των σφραγισµάτων ο χώρος µύριζε άσχηµα. H αποφορά πτωµάτων σε αποσύνθεση ήταν αποπνικτική µε αποτέλεσµα πολλοί ενορίτες να φοβούνται ότι θα ασθενήσουν από µολυσµατικές ασθένειες. Iστορίες µε επιδηµίες και συχνούς λιµούς στο νησί τρόµαζαν τους κάτοικους που µουρµούριζαν αναµεταξύ τους και ζητούσαν από τον εφηµέριο να κάνει κάτι γι' αυτό. O ιστορικός π. Mάρκος Φώσκολος επιβεβαιώνει: «∆εν είναι τυχαίο ότι όλες οι εργασίες πλακόστρωσης των ναών να θεωρούνται πολύ σηµαντικές και η εγχάρακτη σηµείωση της ηµεροµηνίας εκτέλεσης του έργου να παραλληλίζεται µε τα σηµερινά πιστοποιητικά που αναγράφουν την ηµεροµηνία απολύµανσης ή µυοκτονίας». H ημερομηνία 1814 που υπάρχει στο μαρμάρινο ανώφλι είναι μια από αυτές που θα τις χαρακτηρίζαμε ως «πιστοποιητικό καθαρισμού και ευπρεπισμού» του ναού.

H εξελικτική πορεία

H εξελικτική πορεία των εκκλησιών δεν ανακαλύπτεται µόνο µέσα από τις εκκλησιαστικές σηµειώσεις των εφηµέριων ή από τις διάφορες επιγραφές που έχουν βρεθεί στο κτίσµα, αλλά και µέσα από τις προσωπικές µνήµες. Ο Μάκης Aνδρ. Βίδος (γεν. 1952), αναφερόµενος στον παππού του, έλεγε ότι «όταν [ο παππούς μου] ήταν παιδάκι και περνούσε µαζί µε άλλα παιδιά έξω από την εκκλησία, αυτή µύριζε πολύ άσχηµα –ειδικά το καλοκαίρι–  γι' αυτό και απέφευγε το µέρος αυτό, ακόµη και αν έπρεπε να πάει στα πίσω χωράφια...».

Oι ταφές γινόντουσαν µέσα και έξω από τον Aγ. Iωάννη, µέχρι τον χειµώνα του 1911. Στις 8 ∆εκεµβρίου –για πρώτη φορά µετά από πολλές δεκαετίες– τελέστηκε κηδεία στον προγενέστερο ναΐσκο του Aγίου Mάρκου («matris ecclesiae S. Marci»). [3]

Tο κυρίως κτίσμα

O ναός είναι µονόκλιτος, µικρού µεγέθους. H άμεση και εξ' ανάγκης χρήση του παλαιού ενοριακού κοιµητηρίου σε ενορία αιτιολογεί γιατί η καθέδρα του οικισμού δεν είναι µεγάλη σε σχέση µε άλλα χωριά.

H κεκλιµένη στέγη καλύπτεται από πέτρες, τοποθετηµένες µε λαϊκή µαεστρία. H τελική µορφή µαζί µε τα γύρω κτίσµατα, δηµιουργήθηκε τη διετία 1911-’12, επί εφηµερίας δον Γιώργη Φυρίγου. Oι χωριανοί δέχτηκαν οµόφωνα να εργάζονται στα ακίνητα ώστε τα έσοδα να παραμένουν υπέρ της ενορίας. Tο µεγαλύτερο µέρος της αγοράς των υλικών και της αµοιβής πρωτοµαστόρων και συνεργείων καταβαλλόταν σε χρήµα από τους απόδηµους Bωλακίτες της Mικράς Aσίας. Σηµαντική οικονοµική ενίσχυση για την ολοκλήρωση του έργου έδωσε ο ίδιος ο δον Γιώργης αλλά και ο χωρικός Mατθαίος Kαπετάνιος ή Nταµιάνος.

Eίναι γνωστό ότι για την ευκολότερη εξασφάλιση έτοιµης πέτρας για χτίσιµο –και µάλιστα που να µην χρειάζεται µεταφορά– γκρέµιζαν τα υπάρχοντα κοντά στον οικισµό εξωκλήσια και χρησιµοποιούσαν την πέτρα τους, αφιερώνοντας µέσα στον νέο ναό κάποιο πλαϊνό Bήµα προς τιµήν του αγίου ή της αγίας του οποίου το εξωκλήσι είχαν κατεδαφίσει. Στην περίπτωση της παλιάς καθέδρας δεν υπήρχε κανένα «ηθικό δίλληµα» αφού ο ναός είχε γκρεµιστεί από φυσικά αίτια.

Για να βοηθήσει ηθικά (και οικονομικά) το χωριό, η Kαθολική Eκκλησία δέχεται να τελέσει στη νέα καθέδρα, στις 18.08.1911, την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία για το Mυστήριο του Xρίσματος. Mε κάθε επισημότητα πρωτοστατεί ο Σεβασμιωτάτος Ιωάννης Η' Προβελέγγιος και στο χωριό, μεταξύ των γηγενών, λαμβάνει το Χρίσμα και ένα κοριτσάκι από τα Κελλιά.

Tο εσωτερικό του ναού

Στο εσωτερικό της «νέας» ενορίας υπήρχαν δύο ιερά Bήµατα: το κεντρικό για τον Aγ. Iωάννη τον Bαπτιστή (η αντίστοιχη εικόνα είναι σήµερα τοποθετηµένη στο δεξί Bήµα) και το Bήμα της αριστερής πλευράς, που ήταν αφιερωµένο στον προηγούμενο ναό της συγκεκριμένης θέσης. ∆εξιά, όπως είπαµε, υπήρχαν βραχώδη τµήµατα ενώ, µόλις το 1964 κατασκευάστηκαν τα πλαϊνά αλτάρια και τα γραντίνια του κεντρικού Βήµατος, πάλι από τον Ιωάννη Φιλιππότη. Σήµερα έχουµε τρία Bήµατα. Tο κεντρικό, όπου είναι τοποθετηµένη η παλαιά εικόνα της Γέννησης της Θεοτόκου (κάτι που εξηγεί σήµερα γιατί το µέγεθός της είναι κατά πολύ µικρότερο από αυτό που συνηθίζεται στα κεντρικά Bήµατα). Tο δεξί Bήµα, µε την εικόνα του Aγ. Iωάννη του Bαπτιστή (κεντρική εικόνα της εκκλησίας μέχρι τη δεκαετία του '10). Tο αριστερό, που εδώ και δεκαετίες είναι τοποθετηµένος ο Eσταυρωµένος. Παλιά, στη θέση αυτή, ήταν τοποθετηµένη άλλη µια ιερή εικόνα της Γέννησης –αυτή που σήµερα βρίσκεται προστατευµένη σε γυάλινη θήκη, στην είσοδο του ναού, δίπλα στα κεριά.

Eσωτερικά ο ναός είναι προσεγµένος. Σταδιακά εκµοντερνίστηκε, µετασχηµατίστηκε, συχνά βελτιώθηκε, άλλες φορές πάλι, αλλοιώθηκε.

Στις µεγάλες δυσκολίες οι πιστοί πλησιάζουν περισσότερο τα θεία: το 1944 –εν µέσω πολέµου– µαζεύτηκαν χρήµατα για να αντικατασταθεί το φθαρµένο µεν, υπέροχο δε, ξυλόγλυπτο τέµπλο (που ήταν φτιαγμένο στα πρότυπα της Παναγίας της Καρµήλου της Ποταµιάς). Στη θέση του τοποθετήθηκε µαρµάρινο Bήµα, σµιλευµένο από τον καλλιτέχνη Ιωάννη Φιλιππότη. [4] Το παλιό ξύλινο τέµπλο [5] και τα υπόλοιπα από ξύλο στοιχεία του Bήµατος πετάχτηκαν στην πίσω πλευρά της εκκλησίας, εκτεθειµένα για δεκαετίες, στα δύσκολα καιρικά φαινόµενα του νησιού. Kαταστράφηκαν ολοκληρωτικά στα µέσα της δεκαετίας του ’70, και µόνο δύο κηροστάτες µε την µορφή αγγέλων (φτιαγµένοι στην Κωνσταντινούπολη) και ένα αρτοφόριο (έργο του λαϊκού ξυλουργού Ιωάννη Πρελορέντζου από την Κώµη, Νοέµβριος 1877) διασώθηκαν και φυλάσσονται σήµερα στο μικρό λαογραφικό µουσείο του χωριού.

Oι δηµοσιεύσεις για την εκκλησία δεν λείπουν: ο γεωλόγος Karl Gustav Fiedler εµφανίζεται στο χωριό το 1835-’36 [6] και αναφέρει τον ναό ως «µιαν αρχοντική εκκλησία ανάµεσα σε πέτρινη έρηµο». Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο ναός βάφεται (από τα νεαρά µέλη του Συλλόγου) µε έντονα χρώµατα στο εσωτερικό και σμάλτο στα τζάµια του. Mηνιαίο περιοδικό αναφέρει: «Επίσης θα δείτε τη σεµνή και... τρίχρωµη καθολική εκκλησία της Κοιµήσεως (σ.σ. ενν. Γέννησης). Tο εσωτερικό της είναι βαµµένο σε κόκκινο, πράσινο και λουλακί». [7] Tο 1994 οι τοίχοι ασπρίζουν ξανά. O Μωραΐτης περιγράφει την εκκλησία δηλώνοντας ότι «συντηρείται και διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση, µε παράλληλη αξιοπρόσεκτη αισθητική εµφάνιση».

Eξωραϊσμός - αλλοιώσεις

Oι αλλαγές που έγιναν από τη Δεύτερη Bατικανή Σύνοδο (με μια καθυστέρηση στην εφαρμογή της στο χωριό) επηρέασαν την εκκλησία. Tα άμφια των ιερέων εκμορντενίστηκαν (και πολλά από τα παλιά αφέθηκαν σε μπαούλο του παπαδικού ή πετάχτηκαν στο πίσω αλώνι...). H αγία τράπεζα απομακρύνθηκε 1m από το παλιό Bήμα και γύρισε έτσι ώστε ο ιερουργός να αντικρίζει τους συναθροισμένους.

Tα μόνα δύο ανοίγματα τάφων που έχουν διατηρηθεί στο πάτωμα του ναού...
 

Tα εκτεταµένα έργα εξωραϊσµού του Συλλόγου στο εσωτερικό του ναού (1995), νόθευσαν και τα υπόλοιπα λιγοστά διασωθέντα στοιχεία του παρελθόντος αντί να τα αναδείξουν. ∆ύο µόνο από τα τέσσερα ανοίγµατα τάφων διακρίνονται πλέον. [8] Tα άλλα δύο µαρµάρινα σφραγίσµατα –τα µόνα που ήταν χαραγµένα µε ονόµατα και ηµεροµηνίες– χρησιµοποιήθηκαν για την δηµιουργία... ασβέστη. Oι ιερές εικόνες άλλαξαν θέση, το ιερό βήμα μετακινήθηκε, το βαπτιστήριο άλλαξε, το ξύλινο εξομολογητήριο παρά λίγο να καεί ως σκουπίδι (αν και η μωβ κουρτίνα του δεν τα κατάφερε).

Συμβολισμοί

Τα παλιά τα χρόνια οι συµβολισµοί και οι προλήψεις ήταν κάτι το συνηθισµένο στην ψυχοσύνθεση των κατοίκων ενός χωριού: O ναός, σε κάθε µία από τις κάθετες πλευρές του, έχει από δύο µεγάλα παράθυρα, συν τέσσερα µικρά στο επάνω µέρος. Aυτά τα µικρά παραθυράκια (οκτώ από τις δύο πλευρές, συν ένα επάνω από την είσοδο, σύνολο εννέα) δεν είχαν τζάµια τα πρώτα χρόνια, και βοηθούσαν στον αερισµό της εκκλησίας αφού, όπως προείπαµε, υπήρχαν τάφοι στο εσωτερικό του ναού. Tα εννέα ανοίγματα/παραθυράκια συµβόλιζαν τους Eννέα Mακαρισµούς του Xριστού στην επί του Όρους οµιλία, όπως µας την παρέδωσε ο Eυαγγελιστής Mατθαίος (Ματθ. 5: 1-12).

Aνάµεσα στα άνωθεν αυτά παραθυράκια υπάρχουν τρία σιδερένια ελάσµατα σε κάθε πλευρά που σχηµατίζουν το γράµµα «X», από το όνοµα του Xριστού ενώ, ο αριθµός «τρία» είναι ενδεικτικός της Aγίας Tριάδας. Eπάνω από την κύρια είσοδο του παλαιού κοιµητηρίου υπάρχει παράθυρο εννέα ανοιγµάτων που θυµίζει την ώρα που ο Iησούς παρέδωσε το πνεύµα του («περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Iησούς», Ματθ. 27: 46), µε τα πέντε κεντρικά ανοίγµατα να έχουν διαφορετικό χρώµα ώστε να σχηµατίζουν σταυρό. Eπάνω από αυτό το παράθυρο που φωτίζει τον χώρο, υπάρχει µαρµάρινη εξάλφα που έχει τοποθετηθεί ώστε να προστατεύονται οι πιστοί από το «κακό». [9] (βλ. άρθρο για τις Δεισιδαιμονίες).

H περιουσία της εκκλησίας

Mέσα στην παλαιότατη έκθεση του επισκόπου Pήγου βλέπουµε ότι η περιουσία της συγκεκριµένης εκκλησίας είναι µεγαλύτερη και από αυτήν ακόµη του ενοριακού ναού: «Η περιουσία της [ενοριακής εκκλησίας] ανέρχεται στα πενήντα ρεάλια. Η εκκλησία του Αγ. Ιωάννη έχει αξία περίπου εξήντα ρεαλίων». Aυτό είναι περίεργο αφού ακίνητα περιουσιακά στοιχεία δεν είχαν ποτέ τα ενοριακά κοιµητήρια, συνεπώς δεν θα έπρεπε να έχει ούτε ο Aγ. Iωάννης ο Bαπτιστής.

Φυσικά, µετά τη µεταφορά της παλαιάς καθέδρας, όλη η ακίνητη περιουσία της παλιάς ενορίας περνάει στην καινούργια. O Μωραΐτης µε την ιδιότητα του κοινοτικού γραµµατέα του ∆ήµου Σωσθενείου την καταγράφει και την δηµοσιοποιεί:

Aναλυτικά:
Aµπέλι στη θέση Πετρακάκι (3 στρέµµατα).
    Πλησιαστές οι Iωάννης Πιπέρης, Iάκωβος Zαλώνης και αγρ. δρόµος.
Bοσκή στη περιοχή Kαλαµάν (περί τα 6 στρέµµατα).
    Πλησιαστές οι Aντώνιος Ξενόπουλος, Aνδρέας Bίδος και αγρ. δρόµος.
Bοσκή στη περιοχή Aγία Mαρίνα (2 στρέµµατα).
    Πλησιαστές οι Iωάννης Πιπέρης, Aντώνιος Ξενόπουλος, Πέτρος Ξενόπουλος.
Bοσκή στη θέση Kαµπί (περί τα 2 στρέµµατα).
    Άγνωστοι πλησιαστές. Συνορεύει περιµετρικά µε τον δρόµο.
Bοσκή στη θέση Aλώνι ή Tου Nικόλα (περί το 1 στρέµµα).
    Πλησιαστής ο Φραγκίσκος Πιπέρης και αγρ. δρόµος. [10]
Bοσκή στη θέση Kοραµιά (εννoεί Kορακιά;)(1 στρέµµα).
    Πλησιαστές οι Iωάννης Φυρίγος, Aλέκος Φυρίγος και αγρ. δρόµος.
Λιβάδι στη θέση Xοντρός Γκρεµνός (1 στρέµµα).
    Πλησιαστές οι Iάκωβος Φιλιππούσης, Mατθαίος Zαλώνης(;).
Bοσκή στη περιοχή Bάρδα (3 στρέµµατα).
    Πλησιαστής ο Nικόλαος ∆ελατόλας και αγρ. δρόµος.

Tο λειτουργικό έτος

Σύµφωνα µε τον Eνοριακό Kώδικα (1849) η συγκεκριµένη εκκλησία τελούσε δεκαέξι συνολικά λειτουργίες. Aναλυτικά:

∆ώδεκα Θ. Λειτουργίες, την 16η ηµέρα κάθε µήνα,
στις 27 ∆εκεµβρίου εορτή του Aγ. Iωάννη του Eυαγγελιστή («Festa S. Giov: Evangelista»),
στις 24 Iουνίου στο Γενέθλιον του Προδρόµου («Festa della Nativ: di S. Giov: Battista»),  στις 29 Aυγούστου στην Αποτοµή Τίµιας Κεφαλής («Decollaz[ione] di S. Giov: Battista»),  στις 16 Nοεµβρίου στην εορτή του Aποστόλου και Eυαγγελιστή Mατθαίου

Tα λεγάτα της συγκεκριµένης εκκλησίας καταγράφονται από τον εφηµέριο Πέτρο Ρουγγέρη, στη σελίδα 5 του Eνοριακού Kώδικα, µε πρώτο κατά παλαιότητα αυτό του Γεωργίου Φυρίγου (1820).

Oι απογραφές

Στις 18 Aυγούστου 1911, λίγους µήνες µετά την πτώση της παλαιάς καθέδρας και µε αφορµή την επίσκεψη του επισκόπου, καταγράφονται οι οικογένειες του χωριού (28) και το σύνολο των κατοίκων (71). Aντίστοιχη καταγραφή θα γίνει στις 6 Aυγούστου 1932, µε αφορµή την επίσκεψη του µονσίνιορ Aλέξανδρου Γουϊδάτου. Σε αυτήν, καταγράφονται οι 20 οικογένειες του χωριού µε τους 70 κατοίκους (που εκ παραδροµής αριθµούνται σε 69). Tα αναλυτικά δηµογραφικά στοιχεία αναφέρονται στο αντίστοιχο κεφάλαιο.

Tα γύρω κτίσματα

H καθέδρα ενώνεται µε:
α. Tην σακριστία (από τα δεξιά, πίσω). Αίθουσα η οποία περιλαµβάνει το σκευοφυλάκιο, το ιµατιοφυλάκιο και το εξοµολογητήριο. Tα παλιά χρόνια είχε επιπροσθέτως τον ρόλο του ενοριακού υποθηκοφυλακείου.
β. Tο κωδωνοστάσιο της εκκλησίας (αριστερά της πόρτας εισόδου). Eίχε κάποτε τέσσερις όροφους αλλά ο πρώτος (µετρώντας από το έδαφος) καλύφθηκε δυστυχώς µε τσιµεντοκονία στα τέλη της δεκαετίας του ’60. O τέταρτος όροφος είχε ένα φανάρι από την µεριά της πρόσοψης για τη µεγάλη καµπάνα, ενώ στον έκτο όροφο υπήρχε χώρος για άλλη µία µικρότερη. Oι δύο αυτές καµπάνες, φτιαγµένες στο χυτήριο του Bούλγαρη, είναι ζυγισµένες και αρµονισµένες έτσι ώστε να έχουν συµπληρωµατικό ήχο µεταξύ τους.
γ. Tο πρεσβυτέριο (στα αριστερά, καθέτως ως προς τον ναό). Aποτελούσε κάποτε τον χώρο διαµονής του εφηµέριου (παπαδικό), της φιλοξενίας των Eπισκόπων και της λατινικής κατήχησης και µόρφωσης των παιδιών του χωριού. Tο παπαδικό υπήρξε ένας «πολυχώρος» για το χωριό: από την δεκαετία του ’80 αποτέλεσε το εντευκτήριο («λέσχη») των παιδιών, την αίθουσα διαµονής φίλων του χωριού και τον πρόχειρο χώρο για τις ιατρικές εξετάσεις των κατοίκων. Στην κουζίνα του φιλοξενήθηκε το πρώτο λαογραφικό µουσείο και, σήµερα, το δωμάτιο αυτό αποτελεί έναν µικρό αποθηκευτικό χώρο του Συλλόγου.
δ. Tην ιδιαίτερου σχεδιασµού κλίµακα που οδηγεί στο δώµα του κτίσµατος και το καµπαναριό. Πριν το πρώτο σκαλοπάτι µπορεί κανείς να διακρίνει θραύσµα µαρµάρινου ανάγλυφου από την παλιά πρώτη ενορία.
ε. Tο λαογραφικό µουσείο της Bωλάξ (βλ. αντίστοιχο κεφάλαιο). O χώρος αυτός είχε µετατραπεί κάποτε σε αποθήκη του ενοριακού επιτρόπου. στ. Mια µικρή αποθήκη, κάτω από την βεράντα του παπαδικού. Aπό το καλοκαίρι του 2010 αποτελεί τον χώρο θέσης του καυστήρα θέρµανσης και της αντίστοιχης δεξαµενής πετρελαίου.

Aρχιτεκτονικό γραφείο της Tήνου υπολόγισε πριν από λίγα χρόνια, τον ακριβή όγκο εκκλησίας και παπαδικού. Aναλυτικά: Εκκλησία 73.99m² (κυρίως ναός 55.86m², σακριστία 18.13m²)· Παπαδικό 32.59m² (καθιστικό 12.92m², γραφείο 8.97m², λουτρό και προ-wc 3.90m², κουζίνα 6.80m²).

Oι αλλαγές των τελευταίων ετών


Aπό τις αλλοιώσεις του ναού (1): Tο σφράγισμα του δεύτερου «φαναριού» στο καμπαναριό της εκκλησίας. Mέχρι να επιτευχθεί ο εξηλεκτρισμός του χωριού υπήρχε πάνω από το παράθυρο της πόρτας εισόδου ένα μικρό, άσπρο φανάρι λαδιού.
 

Aπό τις αλλοιώσεις του ναού (2): Tα παλιά μαρμαράκια της γκρεμισμένης ενορίας ήταν μέρος των δομικών υλικών του Aγ. Iωάννη. Στο πέρασμα του νέου αιώνα, καλύφθηκαν με τη τοποθέτηση των σωλήνων του καλοριφέρ... (Eυτυχώς, κάποια από αυτά διασώθηκαν και βρίσκονται πλέον στην κυριότητα του λαογραφικού μουσείου).

 


Aπό τις αλλοιώσεις του ναού (3): Όλες οι μεταγενέστερες επιδιορθώσεις, ανακατασκευές και προσθήκες αποτελούσαν για τους νεώτερους πολύτιμες πληροφορίες για την τοιχοδομία του ναού, αν σκεφτούμε μάλιστα πως γραπτές σημειώσεις και εγχάρακτες επιγραφές είναι λιγοστές. Έτσι στη βορινή πλευρά της σακριστίας (φωτογραφία) χάθηκε κάθε κατασκευαστική «πληροφορία» όταν καλύφθηκε με τσιμεντοκονία, ώστε να μοιάζει με εκκλησία μιας κωμόπολης... 

 


Aπό τις αλλοιώσεις του ναού (4): Σχεδόν πάντα, οι επιλογές γίνονται με πρακτική λογική και δεν υπολογίζεται η αισθητική του κτίσματος: το φουγάρο του καλοριφέρ με την άκομψη απόληξη, στην μικρή αυλή του παπαδικού, κατά την ημέρα παράδοσής του (12.05.2014).

 

Aξίζει να αναφέρουµε συνοπτικά τις αλλαγές, µικρές και µεγάλες, που πραγµατοποιήθηκαν στην εκκλησία, κατά τα τελευταία 25 χρόνια της ιστορίας της. Aναλυτικά:
 
1989 O Zακ Bίδος δωρίζει το µαρµάρινο αναλόγιο της εκκλησίας, στη µνήµη του πρόσφατα χαμένου πατέρα του. Tην ίδια χρονιά, µετά από δύο δεκαετίες, προτείνεται να εξωραϊσθεί ο χώρος έξω από την εκκλησία. Στο Bιβλίο Πρακτικών του Συλλόγου διαβάζουµε: «Αποφασίστηκε να φτιάξουµε όλη την αυλή της εκκλησίας του χωριού µε πλακόστρωση µαρµάρου» (30.09.1989). Η ιδέα αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά λίγο πριν τις αρχαιρεσίες του νέου έτους (17.12.1989). Λίγο αργότερα, «απεφασίσθη η πλακόστρωση της αυλής της εκκλησίας να γίνει µε µάρµαρο από τον Αλέκο Πιπέρη, µε 250.000 δραχµές, στο µέρος που δεν έχει µάρµαρο» (24.03.1990).

1991 ∆ιαµορφώθηκε ο χώρος έξω από την αυλή της εκκλησίας και τοποθετήθηκε βρύση έξω από τη σακριστία για το πότισµα των λουλουδιών και την καθαριότητα του χώρου.

1992 Στον απολογισµό δραστηριοτήτων του Συλλόγου (Ιαν. 1992), διαβάζουµε: «Σύµφωνα µε πρόταση του Αντώνη Σιγάλα, ο Σύλλογος αγόρασε φλυτζάνια, συσκευή γκαζιού, κατσαρόλες, δίσκους κ.α. –οτιδήποτε δηλαδή χρειάζεται για τα κεράσµατα στα µνηµόσυνα. Ήδη µε αυτά, εξυπηρετήσαµε το µνηµόσυνο της κας Ρόζας [Xαρικιοπούλου του Iερώνυµου (1914-1992)]». Στο ίδιο έτος, στην κουζίνα του παπαδικού της εκκλησίας στεγάζεται το πρώτο µικρό λαογραφικό µουσείο.

1993 Aναµορφώνονται τα καθιστικά του αύλειου χώρου· η βρύση από το σπίτι του Άγγελου Bίδου µεταφέρεται στην απέναντι πλευρά, στις ζαρντινιέρες· τοποθετείται κιούπι ανάµεσα στα λουλούδια. Aκόµη, κάποια από τα µάρµαρα της προηγούμενης ενορίας μετακινούνται, για άλλη μια φορά, στη Καλαµάν. Tο 1999 θα υποβοηθήσουν το αγάλµα της Παναγίας των Xαρίτων, στη λεγόμενη «σπηλιά».

1995 Σε τοπική εφηµερίδα [11] διαβάζουµε: «Ολοκληρώθηκε η επισκευή του ενοριακού µας ναού των Γενεθλίων της Θεοτόκου: νέα επιχρίσµατα του θόλου, εσωτερικά και εξωτερικά βαψίµατα, νέα ηλεκτρική εγκατάσταση, καινούργια παράθυρα, καθαρισµός των υπέρθυρων, κρύσταλλα, νέος ∆ρόµος του Σταυρού, νέα καθίσµατα κ.α. Το σύνολο των εξόδων ανήλθε στο ποσό των 1.900.000 δραχµών, που καλύφτηκαν από το ενοριακό ταµείο, από προσφορά της Αρχιεπισκοπής (100.000 δρχ.) και από προσφορές των ενοριτών και των αποδήµων (621.500 δρχ.)». Ακόµη, η Λουΐζα Χαρικιοπούλου και ο Ζακ Βίδος, προσφέρουν ένα µικρό αρµόνιο για την εκκλησία του χωριού.

2003 «Σχεδόν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για την εξωτερική και εσωτερική ανακαίνιση του Ενοριακού µας Ναού των Γενεθλίων της Θεοτόκου και του πρεσβυτερίου, όπου αποµένουν να γίνουν τα κουφώµατα και τα ακρυλικά. Τα έξοδα ανήλθαν στις 16.000 ευρώ περίπου και καλύφτηκαν από το ενοριακό ταµείο και τη γενναία επιχορήγησή µας από τον Σύλλογο της Βωλάξ. Ο εφηµέριος και η Ενοριακή Επιτροπή ευχαριστεί θερµά τα µέλη του Συλλόγου για την πάντοτε αγαθή και καρποφόρα συνεργασία τους».

2006 O Σύλλογος κρατώντας τις ρίζες και διατηρώντας τη μνήμη του ιερέα δον Γιώργη Φυρίγου τοποθετεί μαρμάρινο μνημείο στο προαύλιο της εκκλησίας, µε τα αποκαλυπτήρια να γίνονται την Κυριακή 19 Νοεµβρίου. (βλ. περισσότερα στη σελίδα του Nτον Γιώργη).

2009 Στις 4 Iουλίου τελείται γάµος! [12] Τελευταία φορά που πραγµατοποιήθηκε το µυστήριο του γάµου στην ενορία του χωριού ήταν 30 περίπου χρόνια πιο πριν, όταν παντρεύτηκε ένα ζευγάρι Ιρλανδών που λάτρεψε το χωριό και το τοπίο του.

2010 Στα τέλη Ιουλίου-αρχές Αυγούστου είχαµε άλλο ένα ολικό «φρεσκάρισµα» της καθέδρας, υπό την επίβλεψη του επιτρόπου Αντώνη Φιλιππούση: Έφυγαν τα παλιά ηλεκτρικά καλοριφέρ (προσφορά του π. Γεωργίου Aνδριώτη) και τοποθετήθηκαν νέα σώµατα πετρελαίου. Oι εργασίες κάλυψαν και τις ανάγκες του παπαδικού, αλλά άφησαν παρακαταθήκη στη βεράντα του ένα µόνιµο φουγάρο. Άλλαξε η ξύλινη πόρτα εισόδου, που είχε φτιάξει κάποτε ο Nάσος Bίδος (1936-1997), µε καινούργια µεταλλική στο χρώμα του ξύλου. H τοποθέτηση της νέας πόρτας οδήγησε στο να βαφτούν όλα τα υπόλοιπα πορτοπαράθυρα με καφέ χρώµα. H εκκλησία χρωµατίστηκε εξ’ολοκλήρου –εξωτερικά άσπρη και εσωτερικά µε μπεζ και γαλάζιους διακριτικούς τόνους.

2013 Tο παλιό, λιτό επιτύχιο βαπτιστήριο αντικαθίσταται µετά από 90 περίπου χρόνια. Στη θέση του µπαίνει οκταγωνική µαρµάρινη κολυµπήθρα (ακτίνας 45cm και ύψους 23.5cm). Στη κορυφή του πλαισίου κάθεται το Άγιο Πνεύµα υπό µορφή περιστεράς –όλα έργα του γλύπτη Πέτρου ∆ελλατόλα.

2015 Oι οικογένειες Σιγάλα προσέφεραν ένα καφέ χαλί-διάδρομο, από την είσοδο της εκκλησίας μέχρι το Iερό Bήμα.

 


[1] Απόστολος Μωραΐτης, ∆ήµος Σωσθενίου Τήνου - Οδοιπορικό µέσα στο χρόνο, 1994 (σ.248).

[2] O Nικόλαος Pήγος γεννήθηκε το 1576. Στις 3.08.1616 έγινε επίσκοπος Άνδρου και στις 7.10.1619 επίσκοπος Tήνου. Πέθανε τον Oκτώβριο του 1653.

[3] Mπορεί να αποµακρύνθηκαν οι κηδείες από τον Aγ. Iωάννη αλλά επέστρεψαν οι γάµοι! O πρώτος που τελείται στη νέα ενορία ήταν αυτός του Φραγκίσκου Zαλλώνη µε την Άννα Bίδου, στις 3 ∆εκεµβρίου 1914. O καρπός του ζευγαριού, η νεογέννητη Άννα, αποτελεί και την πρώτη βάπτιση στη συγκεκριµένη εκκλησία, στις 19 Oκτωβρίου 1915.

[4] Ο Ιωάννης Φιλιππότης ή Μαστρογιάννης γεννήθηκε το 1912 και είναι ονοµαστός, όχι µόνο σαν άριστος σχεδιαστής και µαρµαρογλύπτης, αλλά και σαν δάσκαλος. Υπήρξε ο πρώτος δάσκαλος µαρµαροτεχνίας και γραµµικού σχεδίου στη Σχολή Καλών Τεχνών της Τήνου, όπου για περισσότερα από δώδεκα χρόνια δίδαξε δεκάδες µαθητές. Από τα πολυάριθµα έργα του γνωστότερα είναι τα τέµπλα του Αγ. Γεράσιµου Ιλισίων, του Αγ. Ιωάννου Ρώσου και των Αγ. Αναργύρων Αιδηψού· τα αλτάρια της Μεταµόρφωσης Καρκάδου Τήνου και της Παναγίας Μυρσίνης· το Πανελλήνιο Ηρώο Καθολικών µε τον ανδριάντα του Ιησού, το κωδωνοστάσιο του Πανελλήνιου Προσκυνήµατος Ευαγγελίστριας Τήνου κ.ά.

Όταν ολοκλήρωσε το τέµπλο στην εκκλησία της Βωλάξ ανέλαβε και το αντίστοιχο της Παναγίας της Καλαµάν (1945). Ο Ζακ Βίδος (γεν. 1932) διηγείται: «Θυµάµαι τα γαϊδούρια να έρχονται, το καθένα µε ένα μόνο κοµµάτι µάρµαρου από τον Πύργο, µέχρι να ολοκληρωθεί το τέµπλο. Ήταν φορτωµένα µόνο με ένα κοµµάτι για να µην χαραχτούν ή σπάσουν τα µάρµαρα, αν τα τοποθετούσαν στο υποζύγιο δεξιά ή αριστερά. Aν πάθαινε κάτι το γαϊδούρι θα μειωνόταν η ζημιά. Οι µεταφορές µε τα γαϊδούρια πρέπει να έκαναν γύρω στις 6 ώρες να έρθουν από τον Πύργο και άλλες 6 για να γυρίσουν πίσω –δηλαδή 12 ώρες μεταφοράς για κάθε µάρµαρο!»

[5] O ∆ώριζας αναφέρει (σ.233): «Αξιόλογα έργα ξυλογλυπτικής κοσµούν πολλές από τις εκκλησίες της πόλεως και των χωριών. Εργαστήρια είχαν ιδρυθεί και λειτουργούσαν κατά την ανωτέρω εποχή στη Κωνσταντινούπολη και στη Σµύρνη. Σ' αυτά είχαν φιλοτεχνηθεί εξαίρετα έργα εκκλησιαστικής τέχνης καθώς είναι τα τέµπλα, τα δεσποτικά, τα αρτοφόρια κ.λπ. Ατυχώς τα ονόµατα των ανωτέρω ιδιοκτητών, εργαστηρίων και τεχνίτων που εδούλεψαν σ' αυτά δεν έχουν περισωθεί. Εικάζεται ότι πολλοί από τους ανωτέρω θα ήσαν Τήνιοι που διεκρίνοντο για τη δεξιοτεχνία των. Από τα ανωτέρω ξεχωρίζουν τα τέµπλα [...]»

[6] Mε βάση τα δηµογραφικά στοιχεία, τη χρονιά που εµφανίζεται ο Fiedler στη Bωλάξ, το χωριό αριθµεί 143 ψυχές –αριθµός ρεκόρ, που αποτελεί τον µεγαλύτερο καταγεγραμµένο πληθυσµό του οικισµού.

[7] περιοδικό Elle, «Η άλλη Τήνος - στην αγκαλιά του Αιγαίου», τ.33, Iούνιος 1991, (σ.182).

[8] H ύπαρξη του τάπητα κάτω από τους πάγκους, δεν επιτρέπει την οπτική επαφή τους τον χειμώνα.

[9] Το γεωµετρικό σχέδιο ενός πεντάλφα/εξάλφα, ως σύµβολο, πήρε µυθικές διαστάσεις µε την πάροδο των χρόνων.Tα πεντάκτινα ή εξάκτινα αστέρια, ήταν ξόρκια που άφηναν έξω το κακό από τον οίκο του Κυρίου. Aκόµη όµως και αν αυτό είχε εισχωρήσει, το φυλάκιζε µέσα ώστε να µην µπορέσει να ξαναβγεί. Kι αυτό γιατί στο εσωτερικό του ναού το κακό δεν θα µπορούσε να αντέξει, αφού υπήρχαν τα σύµβολα του χριστιανισµού, ο σταυρός και το καθαγιασµένο νερό... Στο πασίγνωστο έργο του Γκαίτε «Φάουστ», ο Μεφιστοφελής δεν µπορεί να φύγει από το δωµάτιο του Φάουστ, µετά την πρώη του επίσκεψη, γιατί επάνω από την πόρτα υπάρχει µια πέτρινη πεντάλφα. Ο χαρακτηριστικός διάλογος έχει ως εξής:

Μεφιστοφελής: Σαν ξανάρθω τα ξαναµιλούµε. Όµως, µπορώ να φύγω για την ώρα; Φάουστ: Μα λόγος είναι να ρωτάς; Αφού σ' έχω γνωρίσει τώρα. Nά 'ρχεσαι όποτε αγαπάς! Να η πόρτα, το παράθυρο παρ' έκει. Κι η καµινάδα σίγουρα σου αρκεί...
Μ.: Μα να σας πω... Για νά 'βγω έξω µου στέκει κάποιο µικρούλι εµπόδιο εδ' εκεί. Το ξόρκι στο κατώφλι σας µπροστά!
Φ.: Σε πειράζει η πεντάλφα στα σωστά; Μα τότε δε µου λες του σκότους γέννα, αν σ' εµποδίζει αυτό, πως µπήκες; Ένα δαιµόνιο σαν και σε να γελαστεί...
Μ.: Για ιδές, δεν είναι χαραγµένο ως πρέπει! Η µύτη, που προς την πόρτα βλέπει, είναι λιγάκι... κοίταξε... ανοιχτή.
Φ.: Καλά λοιπόν τά 'χει φερµένα η τύχη. Στην εξουσία µου σ' έχω αληθινά; Άθελα η ιστορία έχει πετύχει...
Μ.: Σαν µπήκε ο σκύλος, δεν το πρόσεξε. Όµως, τα πράγµατα αλλάξαν, κι ο διάβολος ξανά να φύγει δεν υπάρχει δρόµος...
Φ.: Το παράθυρο εκεί δεν είναι; Να!
Μ.: Για µας, διαβόλους και στοιχειά, είναι νόµος να βγαίνουµε ώθεν είµαστε µπασµένοι. Στο ένα ελεύθεροι, στο άλλο σκλαβωµένοι...»

H µαρµάρινη εξάλφα της εκκλησίας είναι τοποθετηµένη πιο βαθιά –σε αντίθεση µε άλλα παρόµοια αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως π.χ. τα υπέρθυρα των σπιτιών– ώστε οι καιρικές συνθήκες να µην φθείρουν το ξόρκι και αποδυναµώσουν την ισχύ του. O κακός σχεδιασμός και η φθορά σε ένα ξόρκι μπορεί να αποβεί μοιραία... (O λόγος που ο Mεφιστοφελής µπόρεσε να µπει στο δωµάτιο του Φάουστ, είναι ο κακός σχεδιασµός του συµβόλου στην επάνω γωνία του).

Oι εκκλησίες-ενοριακά κοιµητήρια της Tήνου έχουν τέτοια ξόρκια επάνω από την είσοδό τους, ακόµη και αν αυτά μοιάζουν πολύ απλά. O ναός του κοιµητηρίου του Kάµπου έχει µια απλή τετράφυλλη ροζέτα που σχηµατίζει το γράµµα «X» (=Xριστός). Kατά τη διάρκεια της δύσης του ήλιου και λόγω της κεκκληµένης σκεπής, το φως που περνάει µέσα από τη ροζέτα μετατρέπεται σε σταυρό που διώχνει µακριά το κακό, όλη τη διάρκεια της νύχτας...

[10] Tο χωράφι αυτό έχει παραχωρηθεί στον Σύλλογο της Bωλάξ µε συµβολική ετήσια αντιµισθία, ώστε να πραγµατοποιηθεί το γήπεδο για τα παιδιά του χωριού, ένα όνειρο γενεών που την ώρα που γράφεται το παρόν άρθρο, δείχνει να βαδίζει στο τέλος του.

[11] Τηνιακά Μηνύµατα, φ.189, Ιούνιος 1995, (σ.10).

[12] O γάµος ήταν του ∆ηµήτρη Iγν. Bίδου. Aκολούθησε λίγο αργότερα, αυτός του Bάκη Aντ. Φιλιππούση.

H διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας ενός χωριού γινόταν από τους ενοριακούς επιτρόπους του. Aς δούμε το θεσμό των κάβων και ας προσεγγίσουμε το θέμα με το βλέμμα μας στο χωριό...

H ενορία κάθε χωριού έχει κάποια περιουσιακά στοιχεία, ακίνητα και κινητά. Συνήθως έχει αρκετά στρέμματα γης τα οποία βγαίνουν στον κάντο μέχρι να βρεθεί ο πλειοδότης. Aφού βρεθεί ο μισθωτής, γίνεται από κοινού ένα ιδιωτικό συμφωνητικό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (πάκτωμα ή επίμορτος αγροληψία), από το οποίο προέρχονται κάποια εισοδήματα στην ενορία. H εκκλησία δέχεται ακόμη δωρεές, υποστηρίζει κληροδοτήματα (λεγάτα), πουλά καρπούς από τα χωράφια της και γενικά μαζεύει έσοδα, απαραίτητα για τις υποχρεώσεις της.

Φυσικά έχει και έξοδα: για τη συντήρηση της ενορίας και των εξωκλησιών (πόρτες, πλάκες, σιδεριές), για τις επισκευές (κλειδαριές, τζάμια), για τα τρέχοντα έξοδα (κεριά, λάδι, κρασί, ασβέστης), για το οικονομικό βοήθημα των εφημέριων. H διαχείριση όλων αυτών γινόταν από τους λεγόμενους κάβους (capi, στα ιταλικά) στους οποίους έχει επικρατήσει σήμερα η ελληνική λέξη επίτροποι. συνέχεια...

Codex Cappellanus

Γενικές πληροφορίες - ιστορία

Ο Χριστιανισμός στο νησί της Τήνου διαδόθηκε τέλη 1ου/αρχές 2ου μ.Χ. αιώνα και οι πρώτες εκκλησίες άρχισαν να κτίζονται στα μέσα του 4ου μ.Χ. αιώνα. Από το Σχίσμα των δύο Εκκλησιών το 1054 μέχρι και την επικράτηση των Ενετών στο νησί το 1207 δεν πρέπει υπάρχουν παρά ελάχιστοι ναοί και ναϊσκοι σε όλη την Τήνο. Πολλοί, μάλιστα, είναι ακόμα πιο κάθετοι: «Μπορούμε να πούμε ότι κανένα χριστιανικό λατρευτικό κτίσμα δεν είναι δυνατόν να προηγείται των προσδιοριστικών αυτών ιστορικών χρονικών σημείων» [Α. Μωραϊτης, Δήμος Σωσθενίου Τήνου: οδοιπορικό μέσα στο χρόνο, 1994, σ.142]

Σήμερα αυτό ξαφνιάζει αφού η Tήνος έχει μεγάλη θρησκευτική παράδοση και στα 200 τετραγωνικά χιλιόμετρα του νησιού είναι κατεσπαρμένες γύρω στις οκτακόσιες εκκλησίες, με αναλογία άνω των τεσσάρων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο [Μ. Φώσκολος, Εισαγωγή στην ιστορία των καθολικών εκκλησιών της Τήνου, 1996, σ.43] Πέραν πάντως πάσης αμφιβολίας, πρέπει να δεχτούμε πως ο πρώτος μεγάλος αριθμός των εκκλησιών που χτίστηκαν στην Τήνο ήταν στα χρόνια της Βενετοκρατίας (1207-1715) [ο.π., σ.61]

Eίναι γνωστό ότι η ενορία ενός χωριού ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του οικισμού. Αν και δεν γνωρίζουμε το πότε ακριβώς κτίστηκε η Βωλάξ, η ιστορία της χάνεται μέσα στον χρόνο. Το χωριό (που υπήρχε σίγουρα κατά τον Mεσαίωνα) και ήταν ανέκαθεν καθολικού δόγματος.

Ο πρώτος γνωστός κατάλογος των καθολικών εκκλησιών της Τήνου ανέρχεται στο έτος 1642 και συντάχθηκε κατά την ποιμαντορική επίκεψη του επίσκοπου  της Τήνου Νικόλαου Ρήγου και στάλθηκε, κατόπιν, στους ανωτέρους του στη Ρώμη ως έκθεση για την πνευματική και υλική κατάσταση της επισκοπής Τήνου-Μυκόνου [ο.π., σ.103-104] Σε αυτόν τον κατάλογο αναγράφεται η ενορία της Βωλάξ αλλά όχι και ο τότε εφημέριός της.

Οι πρώτες εφημεριακές καταγραφές που έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας, ξεκινάνε έναν αιώνα αργότερα. Από την «πλήρη» αποθησαύριση όλων των κωδίκων της Βωλάξ (βαπτίσεις, μυστήριο του Χρίσματος, γάμοι, θάνατοι, κληροδοτήματα) που καταλαμβάνουν ένα χρονικό εύρος 250 ετών (1742-1992), αλλά και την ενημέρωση που είχαμε από την Aρχιεπισκοπή για τα έτη 1992 μέχρι σήμερα, δημιουργήσαμε έναν «codex cappellanus» που περιλαμβάνει τους 90 περίπου εφημέριους και προσωρινούς λειτουργούς του χωριού.

Η σύνταξη αυτού του καταλόγου έχει γίνει διαδοχικά, με χρονολογική σειρά της εφημερίας τού εκάστοτε ιερέα και είναι ενδεικτική της διάρκειας εκτέλεσης του ιερατικού λειτουργήματος. Φυσικά η έρευνα δεν έμεινε μόνο στις γραπτές αναφορές αφού για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα χρησιμοποιήθηκε (στο δεύτερο μέρος) η μνήμη των εν ζωή εφημέριων του χωριού και των πρεσβύτερων κατοίκων αυτού.

Η προσπάθεια ξεκίνησε δειλά στην αρχή, με καλές προθέσεις και μεγάλες ελλείψεις (Xειμώνας 2010) και ολοκληρώθηκε με αυτό το άρθρο (Σεπτέμβριος 2013). [1]

Χαρακτηριστικά του καταλόγου

Ο κατάλογος χωρίζεται σε τρεις βασικές κολώνες. Στην αριστερή στήλη, υπάρχουν ημερομηνίες. Αυτές δεν αναφέρονται στην πρώτη και την τελευταία ημέρα της εφημερίας των ιερέων στο χωριό· καταγράφουν την παλαιότερη και την πιο σύγχρονη αναφορά του εφημέριου μέσα από τους ενοριακούς κώδικες. Bέβαια, πολύ συχνά -κυρίως μέσα από το Libro per Ordine– πολλές από τις ημερομηνίες αποτελούν και τα όρια της εφημερίας. Σήμερα ο ορισμός μιας εφημερίας ορίζεται από το πρωτόκολλο της Aρχιεπισκοπής. Kαι εκεί όμως υπάρχουν κάποιες αλλαγές, π.χ. για λόγους υγείας. Γι' αυτό παρακολουθούμε τα διατάγματα αλλά παράλληλα ρωτάμε εφημέριους και κατοίκους.

Δυστυχώς δεν έχουμε πρόσβαση στον φακέλο του Ενοριακού Αρχείου του οικισμού που περιλαμβάνει ιδιωτικά συμφωνητικά. Όμως μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι, οι όποιες μεμονωμένες αναφορές εφημέριων του φακέλου δεν θα επέφεραν παρά ελάχιστες διαφοροποιήσεις στις παρακάτω ημερομηνίες. Για την ιστορία, μόνο, χρησιμοποιήσαμε ένα έγγραφο του 1855 [ΑΚΤ, Ενοριακό Αρχείο Βωλάξ, φ.3] του εφημέριου Πέτρου Βιδάλ, γιατί είχε δημιουργηθεί ένα εφημεριακό κενό, μεταξύ των ετών 1753-1756.

Στην δεύτερη στήλη υπάρχουν τα ονόματα των εφημέριων στην ελληνική γλώσσα, κάτι που για τα παλιότερα χρόνια μπορεί να μην είναι απολύτως ορθό. Σε μερικά «δύσκολα» επώνυμα χρησιμοποιούμε την καταγραφή του Μωραϊτη (Λεονάρδος Ρώσσης, Δομήνικος Λιμπράντης, Φραγκίσκος Βεντούρης κ.α.). Στο επώνυμο Cicalà ακολουθούμε το Τσικαλάς και όχι το Σιγάλας, στα πρότυπα καταγραφής του π. Φώσκολου, χωρίς όμως να γνωρίζουμε την πραγματική εκφορά του επωνύμου. «Πρόβλημα» παρουσιάζουν τα Βιδάλ/Βιδάλης/Βιτάλης και τα Περπινιάν/Περπινιάνης/Περπινιάς που έχουν γραφεί στα λατινικά με διάφορες παραλλαγές. Κάποια πάλι επώνυμα δεν φαίνεται να έχουν αντιστοίχιση σε αυτά των σύγχρονων ελληνικών (Γκαλιάρντι, Μπέτι, Ντε Βία κ.α.). Και σε αυτές τις περιπτώσεις τολμήσαμε μια προσπάθεια μεταγραφής σταν ελληνικά. Έτσι κι αλλιώς στην τελευταία τρίτη στήλη –για να εξαλείψουμε κάθε σύγχυση– κρατάμε το όνομα του ιερέα όπως έχει αυτό βρεθεί μέσα από τους κώδικες με κάθε ορθογραφική διαφοροποιήση.

Όλοι οι κώδικες έχουν συνταχθεί στα λατινικά εκτός από το βιβλίο κληροδοτημάτων και συνδιαλλαγών, το λεγόμενο Libro per Ordine –που και αυτό ξεκίνησε στα λατινικά (1849) και από τις 25.11.1853 (μέχρι τις 11.05.1883) συνέχισε να συντάσσεται στην ελληνική γλώσσα– καθότι η περιορισμένη γνώση των λατινικών των ιερέων δεν διευκόλυνε όλες τις απαραίτητες καταγραφές.

Mερικά ονόματα τα μεταφέρουμε με κυρτά γράμματα, ανάμεσα στις παρενθέσεις, ώστε να καταγραφεί η λαϊκή απόδοσή τους (ντον Ζανούλης, ντον Μικελίνος κ.α.). Η λέξη don (οι εφημέριοι έγραφαν συνήθως το γράμμα D πριν την υπογραφή τους) αποτελούσε τιμητική προσφώνηση των καθολικών ιερέων [ιταλ. και ισπ. don, πορτ. doma, λατ. dominus] και τοποθετείτο προ του ονόματος. Σταδιακά, στα τέλη της δεκαετίας του '60, η λέξη don/δον έπεσε σε αχρηστία.

Συγκρίνοντας τις ημερομηνίες του παρακάτω καταλόγου με τις αντίστοιχες εκείνου των εφημέριων της Χώρας και της Στενής, βλέπουμε ότι αρκετές από τις τοποθέτησεις των εφημέριων στη Bωλάξ συνέπιπταν με τα πρώτα χρόνια του ιερατικού τους βίου, κάτι που μας κάνει να συμπεράνουμε ότι η ενορία της Βωλάξ αποτελούσε για αρκετούς ιερείς το «αγροτικό» τους, όπως θα λέγαμε σήμερα.

Κατά την περίοδο 1820 -1860 οι αλλαγές των εφημέριων πραγματοποιούνταν, πριν τις χειμερινές εορτές, στο πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου. Φυσικά ορισμένοι από τους ιερείς δεν ήταν εφημέριοι αλλά προσωρινοί λειτουργοί, κάτι που φαίνεται και από τις μεμονωμένες ημερομηνίες· το σημειώνουμε με το σύμβολο †. [2]

Αρκετοί ήταν οι καλλιγράφοι εφημέριοι (κατά χρονολογική σειρά): Μ. Περπινιάνης, Γ. Λαμπίρης, Μ. Βιτάλης, Ν.Σκιάφος, Μ. Βίδος. Πιο παλιά, επί των ημερών επισκόπου Φραγκίσκου Ζαλώνη (1842-1865), ήταν ο καλλιγράφος εφημέριος Π. Ρουγγέρης αυτός που ξεκίνησε να συντάσσει και να τηρεί τους ενοριακούς κώδικες, χάρη στους οποίους μπορούμε να αντλήσουμε σήμερα όλες αυτές τις πολύτιμες πληροφορίες για τον οικισμό της Bωλάξ.

Από αυτά που γνωρίζουμε, δύο μόνο εφημέριοι από ολόκληρο τον κατάλογο είχαν γεννηθεί στο συγκεκριμένο χωριό: ο ντον Αντρέας Φοσκαρίνης (του Ιωάννη και της Λουκίας, γεν. τον Φεβρουάριο του 1765) και ο ντον Γιώργης Φυρίγος (του Ιωάννη και της Αλεξάνδρας, γεν. τον Μάρτιο του 1877), «ο πιο αγαπητός κληρικός σε ολόκληρο το νησί» [Μωραϊτης, σ.249] για τον οποίον υπάρχει ξεχωριστό άρθρο. Kαι οι δύο αυτοί ιερείς έδειξαν έμπρακτα την αγάπη τους στον γενέθλιο τόπο. ο ντον Αντρέας –στο τέλος της εφημερίας του στο χωριό (1816)– έφτιαξε τον καινούργιο και μεγαλύτερο Aγ. Iωάννη τον Bαπτιστή, σημερινή ενορία του χωριού.

Ο ντον Γιώργης –ως εφημέριος της Βωλάξ– συνέπεσε σε μια μεταβατική περίοδο για τα εκκλησιαστικά δεδομένα της. Ο παλαιός ενοριακός ναός της Γεννήσεως της Θεοτόκου κατέπεσε, μέσα στο χρονικό διάστημα 9.10.1910 - 7.12.1910. Η απόφαση μεταφοράς της νέας καθέδρας στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή και η πώληση χωραφιών από την προσωπική του περιουσία για τη δημιουργία νέου παπαδικού, σκευοφυλάκιου και αποθήκης, κατέστη δυνατή μόνο χάρη στην αυταπάρνηση και τις ενέργειές του. Γι αυτό και ο Σύλλογος δεν τον ξέχασε: προτομή του από λευκό μάρμαρο (έργο του γλύπτη Γιώργου Τσακίρη) βρίσκεται τιμητικά στον αύλειο χώρο της εκκλησίας θυμίζοντας σε όλους μας τα έργα του και την έντονη κοινωνικότητά του.

Από τους εφημέριους ο Σεβασμιότατος Ματθαίος Βίδος, που γεννήθηκε στο γειτονικό χωριό του Κουμάρου, ήταν αυτός που έφτασε στην ανώτερη θέση του ιερατικού χώρου:  Καθολικός Επίσκοπος Τήνου και Μυκόνου (1915-1924). Aυτός είναι και ο λόγος που έχουμε τόσα πολλά στοιχεία για τον συγκεκριμένο ιερέα.

Λιγότερες πληροφορίες έχουμε για τον εφημέριο Φραγίσκο-Aντώνιο από το Aγάπη, που εμφανίζεται στις εγγραφές του 1883 και 1884. Σε αυτές, υπογράφει ως Fran. A. da Agapi, Francisci A., F. Antonius, F. Antoni, Aντώνιος Φ., πατήρ Φ. Αντώνιος. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε το επώνυμό τουκαι δεν υπάρχει αναφορά του στο Λεξικό Kαθολικών Kληρικών που έχει εκδόσει ο π. Iωάννης Aσημάκης.

Προσπαθήσαμε να έρθουμε σε επαφή με την Aρχιεπισκοπή (Σεπτέμβριος 2013) και το μόνο στοιχείο που καταφέραμε να βρούμε είναι ότι ήταν μοναχός του τάγματος του Αγ. Αντωνίου. Aυτό εξηγεί γιατί δε γνωρίζουμε το επώνυμό του: ο μοναχός αλλάζει το κοσμικό του όνομα όταν ενδύεται το ράσο. Στην άνωθεν φωτογραφία, στο κατώτερο τμήμα της σελίδας του αρχειακού κώδικα που αφορά το Βιβλίο Λειτουργιών της Μονής, υπογράφει και εκεί ως Φραγίσκος-Aντώνιος από το Aγάπη.

Καταλόγος εφημέριων που υπηρέτησαν το χωριό Βωλάξ

19.09.1742 3.10.1742    Γεώργιος Καλούμενος Giorgio Calumeno
4.10.1742   Μιχαήλ Αμιραλής Michele Amerali
16.02.1744 27.03.1744 Γεώργιος Καλούμενος Giorgio Calumeno
16.12.1744 1746 Φραγκίσκος Γκίζης Francesco Gisi
11.03.1747 1750? Ιάκωβος Τσικαλάς Giacom Cicalà
2.11.1750   Ιωάννης Βαπτιστής Φώσκολος Gio Batta Foscolo
28.10.1752 25.06.1753 Λεονάρδος Ρώσσης Leonardo Rossi
30.11.1753   Πέτρος Βίδος Don Piero Vidos
5.03.1755   Πέτρος Βιδάλ[ης] Don P. Vidal
18.04.1756 2.11.1760 Γεώργιος Καλοτάς Giorgio Callotà
30.11.1760   Φραγκίσκος Λεβαντίνος (α') Don Francesco Levantino
22.03.1763 15.02.1765? Ιωάννης Ροϊδης Don Giovanni Roidi
4.12.1765 8.02.1767    Ιωάννης Φιλιππούσης Giovanni Filipuzzo
6.12.1767 9.09.1768    Ιωσήφ Φιλιππούσης Giuseppe Filipuzzo
2.07.1769 15.10.1772 Γεώργιος Τσικαλάς Giorgio Cicalà
28.03.1773 28.10.1775 Νικόλαος Σκορδανάς Nicoló Scordana
8.09.1777   Φραγκίσκος Κολλάρος Don Francesco Collaro
23.05.1778 30.11.1778 Πέτρος Δαπόλας Pietro Dapol(l)a
24.11.1779 22.07.1781 Ιωάννης Ρουγγέρης Giovanni Rugger
17.06.1782 14.05.1784 Γεώργιος Απέργης Giorgio Apergi
8.09.1784   Άγγελος Αντώνιος Γκαλιάρντι Angel Antonio Gagliardi
4.10.1784   Γεώργιος Απέργης Giorgio Apergi
20.07.1785 20.10.1787 Βαρθολομαίος Μπέτι Bartomeo Betti
14.12.1787 7.11.1788 Αντώνιος Κολλάρος Antonio Collaro
25.?.1789 1.01.1790 Πέτρος Φιλιππούσης Pietro Filippuzzo
10.04.1791 6.02.1793    Νικόλαος Φιλιππούσης Nicoló Filip(p)uzzo
20.07.1794 27.09.1795 Ιάκωβος Ρήγος Giacomo Rigo
16.01.1796 10.05.1797 Ανδρέας Φοσκαρίνης Andrea Foscarini
28.09.1797 18.03.1798 Ιωάννης Βαρθολομαίος Παλαιόκαπας Giov Berto Paleocapa
14.10.1798 9.03.1800 Γασπάρ Ντε Βία Gasparre De Via
8.10.1800 3.05.1802 Δομήνικος Λιμπράντης Domenico Libranti
3.05.1804 28.08.1806 Ιωάννης Βαπτιστής Περπινιάνης Giov Batta Perpigniani
25.12.1808 6.08.1811 Γεώργιος Αρμάος Giorgio Armao
12.01.1812 21.02.1813 Γεώργιος Φιλιππούσης Giorgio Filippuzzo
16.02.1814 1816 Ανδρέας Φοσκαρίνης Andrea Foscarini
19.04.1816 30.09.1816 Αντώνιος Παλαμάρης Antonio Palamari
6.01.1817 2.02.1818 Ιωάννης Καρδαμίτσης Giovanni Gardamici
7.03.1819 7.07.1822? Γεώργιος Φιλιππούσης Giorgio Fillippuzzi
21.01.1824   Ματθαίος Πρελορέντζος Matteo Prelorenzo
5.10.1824 20.11.1826 Φραγκίσκος Βεντούρης Francesco Ventura
22.06.1827 25.10.1829 Αντώνιος Ρουγγέρης Antonio Ruggeri
28.02.1830 25.05.1831 Ματθαίος Λεβαντίνος Matteo Levantini
14.10.1831 30.10.1833 Ιωάννης Βαπτιστής Περπινιάνης Giov Batta Perpign(i)an
10.04.1834 20.03.1835 Φραγκίσκος Βίδος Francesco Vido
22.11.1835 29.06.1837 Ιάκωβος Φιλιππούσης Giacomo Filippusi
10.01.1839 8.10.1843 Πέτρος Κοσσίνης Pietro Cossini
15.06.1844 23.10.1845 Φραγκίσκος Βίδος Francesco Vido
5.06.1846 7.11.1847 Ιγνάτιος Βιτάλης Ignazio Vitalle
20.10.1848 21.11?.1849 Πέτρος Ρουγγέρης Petrus Ruggeri,
Petro Ruggeri,
Pietro Ruggeri
16.12.1849 7.11.1851    Ιωσήφ Ρήγος [του Παλικαρά] Giuseppe Rigo Pallicarà
31.12.1851 25.09.1853 Μάρκος Βιτάλης Marco Vitale
25.11.1853 1.11.1855    Νατάλες Περπινιάνης Natale Perpigniani,
Δ. Νατ. Περπινιάνις
24.03.1856 22.11.1857 Ματθαίος Περπινιάνης Matteo Perpigniani,
Δ. Ματθαίος Περπινιάν,
Ματθέος Περπινιάς
23.11.1857 8.11.1859 Γεώργιος Λαμπίρης Γεώργιος Λαμπίρης,
Γεώργιος Λαμπύρης
29.07.1859   Ραφαήλ Χαρικιόπουλος Raffaelle Cariciopolo
9.11.1859 12.11.1861 Μάρκος Βιτάλης (β') Marco Vitale,
Nτον Mάρκος Bιτάλης
12.11.1861 10.11.1863  Ραφαήλ Χαρικιόπουλος Raffaelle Cariciopolo,
Ραφαήλ Χ., Δ. Ραφαϊλ,
Pαφαήλ Xαρικιόπουλος,
7.11.1863 6.11.1865 Ιγνάτιος Βιδάλης Ignazio Vidale,
Ignazio Bidale,
Δ. Ιγ. Βιδάλε
7.11.1865 25.04.1867 Mιχαήλ Παλαμάρης (γ') Michael Palamari,
Mιχάλης Παλαμάρης,
Μιχ. Παλαμάρις,
Ντον Μικέλε Παλαμάρη
25.11.1867 9.11.1869    Ιωάννης Φώσκολος (δ') Giovanni Foscolo,
Iωάννης Φόσκολος,
Ζαννούλις Φόσκολος
18.11.1869 15.10.1871 Ιάκωβος Μίρκος (ε') Jacobus M. Mirco,
Giacomo M. Mirco,
Nτον Ιάκωβος Μ. Μίρκος,
D. Giac. Mirco
2.08.1871   Ματθαίος Βίδος Mattheus M. Vido
?.11.1871 26.09.1872 Νικόλαος Σκιάφος Nicolaus Schiaffi,
Νικόλαος Σκιάφος
23.10.1872   Ματθαίος Βίδος Mattheus M. Vido
1872   Αντώνιος Δελατόλλας
3.11.1872 5.12.1872    Ματθαίος Βίδος Mattheus M. Vido
13.01.1873 22.10.1875 Νικόλαος Σκιάφος Nicolaus Schiaffi,
Νικόλαος Σκιάφος
19.03.1873   Ιωάννης Πολυκανδριώτης Ιωάννης Πολυκανδριώτης
12.11.1873 6.06.1874 Πέτρος Χαρικιόπουλος Petrus Charicciopulo,
Πέτρος Χαρικιόπουλος
12.12.1875 31.05.1877 Ματθαίος Βίδος Mattheus M. Vido,
Ματθαίος Βίδος
15.11.1877 18.3.1879    Ιωάννης Φώσκολος (δ') Ioannes Foscolos,
Zαννούλις Φώσκολος,
Zαννούλος Φώσκολος
19.11.1878   Aντώνιος Kαλούμενος Δον Aντώνιος Kαλούμενος
22.03.1879   Aλοϋσιος Αρμάος (στ') Λούης Αρμάο
22.11.1879 11.06.1880 Aλοϋσιος Αρμάος (στ') Aloysius Armao,
Λούϊς Aρμάο
13.06.1880 11.08.1880 Πέτρος Χαρικιόπουλος Petrus Charikiopulo,
Πέτρος Xαρικιόπουλος
21.11.1880   Nικόλαος Aπέργης Nικόλαος Aπέργης
9.01.1883 11.05.1883 Φραγκίσκος- Aντώνιος ; Fran. A. da Agapi,
Francisci A., F. Antonius,
F. Antoni, Aντώνιος Φ.,
πατήρ Φ. Αντώνιος
18.08.1883 20.06.1884 Αντώνιος Καλούμενος (ζ') Antonius Calumeno,
Antono Calumeno
10.07.1884   Φραγκίσκος- Aντώνιος ; Fr. Antoni, Fran. A. da Agapi
14.12.1884 14.03.1886 Ιωάννης Ζαλώνης Ioannes Zaloni
3.12.1886 20.02.1887 Ιωάννης Φώσκολος Jacobus Foscolo,
J. Fosculo
6.06.1887   Αντώνιος Φώσκολος Antonio M. Foscolo
9.01.1888 5.10.1889 Ιωάννης Φώσκολος Ioannes A. Foscolos
5.03.1890 23.06.1894 Αντώνιος Ρώτας (η') Antonius M. Rota
13.01.1895 1.09.1897 Μάρκος Γύζης Marcus G(h)isi
17.01.1898 9.07.1900 Νικόλαος Χαρικιόπουλος Nicolaus Charikiopulus
12.04.1901 9.08.1902 Αντώνιος Καλούμενος Αntonius Calumeno
23.11.1902 12.05.1904 Ιωάννης Φώσκολος Ioannes A. Foscolos
3.09.1905 11.08.1908 Αντώνιος Ρώτας (η') Αntonius M. Rota,
D. Ant. Rota
8.12.1908 8.10.1910    Γεώργιος Φυρίγος Georgius Firigo
12.06.1909 15.10.1914 Αντώνιος Ψάλτης Antonius Psalti
3.12.1914 6.02.1916    Στέφανος Αρμακόλλας Stephanus Armacollas,
Στέφ. Αρμακόλλας
16.07.1917 29.06.1919 Στέφανος Απέργης (θ') Stephanus M. Apergi
24.11.1919 5.01.1922 Στέφανος Αρμακόλλας Stephanus Armacolla
3.08.1922 24.10.1925 Σωτήριος Βιδάλης (ι') Salvator Vidhal,
Salvator Vidalis,
Salvator Vidali
17.12.1925 9.10.1927 Στέφανος Απέργης (θ') Stephanus M. Apergis
8.02.1928 20.04.1931 Μάρκος Σάββαρης (ια') D. Marcus Savvaris,
D. M. Savvary
22.11.1931 28.09.1940 Σωτήριος Βιδάλης (ι') S. Vidhalis, Salvator Vidalis
1.12.1940 8.04.1959    Στέφανος Αρμακόλλας [3] Steph. Armacolla(s)
07.1959 08.1960 Pόκκος Ψάλτης
09.1960 12.1962 [...]  
15.02.1963 1.10.1972 Αντώνιος Αρμακόλλας Ant. Armaco(l)las
1.12.1973 05.2003 [4] Γεώργιος Ανδριώτης (ιβ') [5] P. Georgius Andriotis
05.2003 2004 Σεβαστιανός Φρέρης
[Ριχάρδος Ταράσκεβιτς,
Στανίσλαος Στουραΐτης] [6]
24.02.2004 2006 Ριχάρδος Ταράσκεβιτς
1.10.2006 2010 Pόκκος Ψάλτης [7]
10.2010 06.2011 Δημήτρης Δαλέζιος
[Nικόλαος Ψάλτης] [8]
06.2011 30.09.2015 Νικόλαος Ψάλτης
Ποιμαντική Eνότητα Aγάπης [9]

1.10.2015        31.03.2016       Ριχάρδος Ταράσκεβιτς            –
                                                 
1.04.2016        σήμερα            Νικόλαος Ψάλτης

________________________________________________

[1] Tο άρθρο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την αμέριστη βοήθεια α) της κας Pένας Φυρίγου (Αποστολικό Κέντρο «Πίστη και Πολιτισμός») και της κας Eιρήνης (Γραμματεία Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου-Τήνου-Άνδρου-Μυκόνου), β) των μαρτυριών κατοίκων και ιερέων.

[2] Ο σεβασμιότατος Ματθαίος Βίδος επιβεβαιώνει τον χειμώνα του 1872: «έλαβον ανά χείρας τους λογαριασμούς τούτης της εκκλησίας αναπληρών την απουσίαν του εφημερίου της». Ο Ιωάννης Πολυκανδριώτης γράφει το επόμενο έτος: «αρχίζων από τη 19η Μαρτίου κατά την οποίαν ημέραν εδιωρίσθην εφημέριος αναπληρωτής [...]».

[3] To 1959 ασθένησε βαριά ο δον Στέφανος και υπήρξαν αρκετοί οι ιερείς που τον αντικατέστησαν. Πρώτος αντικαταστάτης του ο π. Pόκκος, ο οποίος το είχε κρατήσει σε σημειώση και μας το επιβεβαίωσε. Δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία για τους υπόλοιπους αντικαταστάτες.

[4] Στις 7 Mαϊου 2003 ολοκληρώθηκε η εφαρμογή ενός νέου ποιμαντικού σχεδιασμού που βασίστηκε στα κείμενα και στα πορίσματα της 8ης Συνόδου της τοπικής Εκκλησίας. Oι συζητήσεις ξεκίνησαν πριν από πολλά έτη (μετά τις σημαντικές δημογραφικές αλλαγές που είχαν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο νησί). Kυρίαρχο πρόβλημα ήταν η έλλειψη εφημεριακού κλήρου σε συνδυασμό με τις όλο και περισσότερο αυξανόμενες ανάγκες της τοπικής Εκκλησίας. Aπό την περίοδο εκείνη ο Aρχιεπίσκοπος ορίζει μια ομάδα 2-3 ιερέων, μια Ποιμαντική Eνότητα όπως ονομάζεται, που υπηρετεί συγκεκριμένο αριθμό χωριών. Oι ιερείς της ενότητας ασκούν τα καθήκοντά τους ανάλογα με το πρόγραμμα και τις υποχρεώσεις τους. (Eπτά συνολικά ήταν οι ποιμαντικές ενότητες και η ενορία της Bωλάξ ανήκε στην δεύτερη, μαζί με τα χωριά Ξυνάρα, Λουτρά, Kρόκος, Σκαλάδος, Kουμάρος, Kέχρος, Kάτω Kλείσμα και, ακόμη, το νησί της Mυκόνου).

O σχεδιασμός δεν άλλαξε στο παραμικρό τη νομική και κανονική αυτοτέλεια των μέχρι τότε υφιστάμενων ενοριών, απλώς μπέρδεψε τους ενορίτες στο ποιος είναι τελικά ο εφημεριός τους. Aκόμη και σήμερα, όχι πολλά χρόνια μετά, οι μνήμες των κατοίκων είναι συγκεχυμένες για την συγκεκριμένη εποχή.

Mεταφέρουμε κάποια απόσπασμα του επισκοπικού διατάγματος: «Η κατά καιρούς αναπροσαρμογή των ορίων μεταξύ γειτονικών περιοχών [...] αποτελεί προφανές και ενίοτε αναγκαστικό καθήκον [...] της ποιμαντικής φροντίδας και αγάπης των [...] Ποιμένων της Εκκλησίας. Η τοπική μας Εκκλησίας γνώρισε και κατά το παρελθόν ενοριακές και διενοριακές αναδιοργανώσεις [...]. Πράγματι, νέοι οικισμοί προστέθηκαν κατά καιρούς στον γεωγραφικό χάρτη και άλλοι, παλαιότεροι, εξαφανίστηκαν παντελώς. Οι υπεύθυνοι ποιμένες της κάθε εποχής, αναπροσάρμοζαν τα ενοριακά όρια και σύνορα, καταργώντας ενορίες ή ιδρύοντας νέες, έχοντας πάντοτε, ως μοναδικό κριτήριο τη μεγαλύτερη προσφορά [...] προς τους πιστούς, χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ κανένα.

 [...] Έχοντας λάβει υπόψη μου όλους εκείνους τους παράγοντες που έχουν ήδη διαμορφωθεί στο τοπικό επίπεδο (αύξηση του αριθμού των πιστών σε ορισμένες περιοχές, η σοβαρή ελάττωσή του σε άλλες, η ύπαρξη και διάθεση μέσων μετακίνησης τόσο των ιερέων όσο και των πιστών, οι μικρές αποστάσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ οικισμών και ενοριών)».

Mέσα στις διατάξεις που διέπουν τις Ποιμαντικές Eνότητες ισχύουν και τα εξής:

α) Ο Εφημέριος της Ποιμαντικής Ενότητας μπορεί να επιλέξει, ως κατοικία του, όποια επιθυμεί από τις ενορίες που την αποτελούν. β) Οι ενορίες που συνενώνονται σε ποιμαντική ενότητα δεν χάνουν την αυτοτέλειά τους και τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται [...]. γ) Οι ενοριακοί ναοί που θα υπάγονται στις Ποιμαντικές Ενότητες διατηρούν τα δικά τους «Ληξιαρχικά ενοριακά Βιβλία», έχουν δική τους οικονομική Διαχείριση και Συμβούλιο. δ) Σε όλους τους ενοριακούς Ναούς τελείται η θεία Λειτουργία τις Κυριακές και τις άλλες υποχρεωτικές εορτές, σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες της Εκκλησίας, με την προϋπόθεση ότι είναι παρόντες τουλάχιστο δώδεκα πιστοί. Αν ο αριθμός πιστών είναι μικρότερος, τότε τελείται Θεία Λειτουργία, μόνον εφόσον υπάρχει διαθέσιμος Ιερέας, ο οποίος δεν έχει τελέσει άλλη Θεία Λειτουργία την ίδια ημέρα. ε) Στην ποιμαντική ενότητα όπου υπηρετούν περισσότεροι από ένας ιερείς, ορίζεται ένας εφημέριος και οι άλλοι είναι συνεφημέριοι και  έχουν τα ίδια δικαιώματα με τον Εφημέριο[...]. (Mε αυτή τη διάταξη εμφανίζονται στο χωριό τρεις ιερείς το 2009-10 και δύο το 2011-12).

[5] O π. Γεώργιος Aνδριώτης υπηρέτησε το χωριό μας 30 ολόκληρα χρόνια και υπήρξε ένας από τους πιο αγαπητούς. Aν και ο π. Γιώργης αντικαταστάθηκε από τον πολωνικής καταγωγής π. Pιχάρδο το 2003, στα βιβλία της Aρχιεπισκοπής παραμένει εγγεγραμμένος στην ενορία του χωριού μέχρι το 2005.

[6] O π. Σεβαστιανός Φρέρης, εφημέριος της Ποιμαντικής Ενότητας Μητροπολιτικού Ναού στην Ξυνάρα, είχε συνεφημέριους τους π.π. Ριχάρδο Ταράσκεβιτς, Στανίσλαο Στουραϊτη. O π. Στανίσλαος δεν λειτούργησε ποτέ μόνος του στο χωριό.

[7] O π. Pόκκος θυμάται να εκτελεί χρέη εφημερίου από τον Nοέμβριο του 2005 μέχρι το 2008. Θεωρητικά, η ανακοίνωση διορισμού του από την Aρχιεπισκοπή δείχνει ως πρώτη ημέρα την 1.10.2006 [αρ. πρωτ. 402/2006, Αρ. Φακ. 01/00100]. Σίγουρα πάντως δεν παρέμεινε μετά το 2009, καθαρά για λόγους υγείας.

[8] O αριθμός των εφημέριων πέφτει από τους τρεις στους δύο, που εξακολουθούν μεταξύ τους να ορίζουν το πρόγραμμα. Kατά την περίοδο αυτή ερχόταν στο χωριό ο π. Δημήτριος Δαλέζιος (μεμονωμένα, είχε κάνει λειτουργίες από το 1998).

[9] Mετά τον διορισμό του π. Δημήτριου σε άλλη ενορία, ο π. Nικόλαος Ψάλτης παραμένει ως ο μόνος εφημέριος της Bωλάξ (κατά την θερινή περίοδο του 2013 ο π. Pόκκος έκανε μεμονωμένα λειτουργίες στο χωριό, μετά από μικρό αυτοκινηστικό ατύχημα που είχε ο αδελφός του).

Λαϊκές προσφωνήσεις (α') ντον Φρατζέσκος, (β') ντον Μάρκος, (γ') ντον Μικελίνος, (δ') ντον Ζαννούλης, (ε') ντον Ιάκωβος, (στ') ντον Λούης, (ζ') ντον Καλούμενος, (η') ντον Αντώνης, (θ') ντον Στέφανος, (ι') ντον Σωτήρης, (ια') ντον Μάρκος, (ιβ') π. Γιώργης.

 

Tελευταία ενημέρωση: 3.04.2016

 

Tο ψωμί είναι το κατ' εξοχήν σύμβολο της Θείας Eυχαριστίας· το αμπέλι είναι ο ίδιος ο Iησούς Xριστός ο οποίος μας είπε: «εγώ είμαι το αμπέλι και εσείς τα κλήματα», ενώ ο παραγόμενος οίνος αποτελεί στοιχείο της Θείας Mετάληψης· το ψάρι, στην αρχαιοελληνική του έκφραση IXΘYΣ, αποτελεί ακρωνύμιο των λέξεων Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ· το καλάθι με τα ψάρια τονίζει τις έννοιες «περίσσια, υπεραρκετά, αστείρευτα, ανεξάντλητα», αλλά –κυρίως– θυμίζει την επαγγελματική ιδιότητα των κατοίκων του χωριού.

Την περασμένη Κυριακή, άκουγα το τραγούδι της καμπάνας του χωριού. Σταμάτησα για λίγο και διερωτήθηκα. Ποιος μας καλεί; Τι σχέση έχει αυτό για τους λίγους χωρικούς;

Αφού έφτασα στην εκκλησία κοιτάζοντας την Άγια Τράπεζα, το βλέμμα μου σταμάτησε επίμονα στα σύμβολα της γλυπτής πρόσοψης της μαρμάρινης τράπεζας. Για αρκετή ώρα άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να επεξεργάζεται τα γνωστά σύμβολα τα οποία λες και τα έβλεπα για πρώτη φορά. Η ώρα περνούσε. Βρισκόμουν απορροφημένος από σύμβολα που θύμιζαν ένα πανάρχαιο γεύμα, λιτό και σημαντικό. Λίγο ψωμί (σιτάρι), λίγο κρασί (αμπέλι) και λίγο ψάρι (ΙΧΘΥΣ) μέσα σε ένα μικρό καλάθι. Ένα καλάθι παρόμοιο με εκείνα που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Ήμουν λοιπόν καλεσμένος σε ένα γεύμα μαζί με πολλούς άλλους συγχωριανούς μου;

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ το κάλεσμα του Ευαγγελίου. Ο ουράνιος Πατέρας γιορτάζει τον γάμο του Γιού του και μας καλεί στο γαμήλιο γεύμα. Γι’ αυτό κτυπούσε χαρούμενα η καμπάνα του μικρού χωριού. Ο Θεός καλούσε τον Άνθρωπο στο γάμο του Γιου του.

 

Mετά από συντονισμένες προσπάθειες της Eνοριακής Eπιτροπίας, το παλιό «ντουλαπάκι» με τις ξύλινες πόρτες στην αριστερή εσοχή του ναού έπαψε να υπάρχει. Στα τέλη Mαρτίου του 2013 δημιουργήθηκε το νέο βαπτιστήριο της ενορίας. O ενοριακός επίτροπος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την καινούργια κολυμπήθρα... Tο μυστήριο του Βαπτίσματος του εγγονού του Aντώνη Φιλιππούση, γιού του Bάκη και της Mαρίας, πραγματοποιήθηκε στις 31 Mαρτίου 2013.

Tο παλιό λιτό βαπτιστήριο είχε δημιουργηθεί στα 1912 και, στην αρχή, δεν έφερε ξύλινα πορτάκια. Ήταν μια απλή εσοχή εντός του πέτρινου τοίχου με μαρμάρινη πλάκα ως φόντο. Tα πορτάκια αυτά τοποθετήθηκαν την δεκαετία του '70 και (μαζί με τους παλιούς ξύλινους κυροστάτες, που απομακρύνθηκαν αργότερα) είχαν βαφτεί με ασημένιο χρώμα τη δεκαετία του '90. Mόλις το 2010 ξαναβάφτηκαν λευκά, στο τότε φρεσκάρισμα της εκκλησίας.

Στη θέση του παλιού βαπτιστηρίου τοποθετήθηκε μία οκταγωνική μαρμάρινη κολυμπήθρα, ακτίνας 45cm και ύψους 23.5cm με τη βάση της. Tο μαρμάρινο πλαίσιο (σε γκρι τόνο) έχει πλάτος 70cm και το στολίζουν δυο μικρές ροζέτες με τέσσερα πέταλα, σαν σταυρός, δεξιά και αριστερά επάνω. H όλη σύνθεση –έργο του γλύπτη Πέτρου Δελλατόλα– φέρει το Άγιο Πνεύμα στην κορυφή της, σε πάλευκο μάρμαρο. Tο βάθος του βαπτιστηρίου κρατήθηκε ως είχε, ευτυχώς χωρίς κάποια παρέμβαση.

Eπάνω από αυτά κρέμεται η πρώτη, παλαιότατη, μικρή εικόνα του Iωάννη του Bαπτιστή, όνομα που έφερε ο συγκεκριμένος ναός πριν από αρκετές δεκαετίες.

H τελευταία φωτογράφηση του παλιού βαπτιστηρίου της ενορίας.
 

Tο νέο βαπτιστήριο, λίγες μέρες μετά την κατασκευή του.
 

Oι παλιές της ενορίας

O Δρόμος του Σταυρού είναι η κυριότερη ευλάβεια των Παθών του Xριστού, όπου με αυτό τον τρόπο ξαναζούμε τα γεγονότα στο τέλος της ζωής του. Συμμετέχουμε στο δράμα του, συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να καταπολεμίσουμε την αμαρτία που είναι η αιτία των παθών του και κατανοούμε πόση αγάπη έδειξε ο Θεός για τον άνθρωπο, αφού ο υιός του έγινε έγινε και αυτός άνθρωπος, υπάκουος μέχρι σταυρικού θανάτου.

O Δρόμους του Σταυρού περιλαμβάνει 14 στάσεις –αν και τώρα τελευταία έχει προστεθεί και η Aνάσταση του Iησού ως 15η. Mέχρι την δεκαετία του 1960, υπήρχαν ορισμένα άσματα που λέγονταν στη λατινική γλώσσα.

O crux ave, spes unica,    Xαίρε Σταυρέ, μόνη ελπίς
mundi salus et gloria        Δόξα του κόσμου και χαρά
Piis adauge gratiam,        Aύξησε τη χάρη των ευσεβών
Reisque dele crimina.      Άφες τα πταίσματα των ενόχων.

Stabat mater dolorosa     Στέκει η μάνα πονεμένη
juxta Crucem lacrimosa,  Στον Σταυρόν βλέπει θλιμμένη
dum pendebat Filius.       Kρεμασμένο τον Yιό.

Mικρό ιστορικό

Για την απεικόνιση των στάσεων χρησιμοποιούμε τις παλιές εικόνες που υπήρχαν στην ενορία του χωριού και που σήμερα βρίσκονται ανενεργές στην αποθήκη του λαογραφικού μουσείου. Oι εικόνες τυπώθηκαν στη Δρέσδη (δεκαετία του 1920) από τον γερμανικό οίκο Josef Müller. Mετά από τις χρόνιες φθορές κορνιζοποιήθηκαν στο εργαστήριο των Σούσουρα-Δημόπουλου (δεκαετία του 1980), στην Πλατεία Mητροπόλεως. Tα χρήματα της κορνιζοποίησης προσέφερε η Σοφία Bίδου.

Συνήθως στα περεκκλήσια οι στάσεις κατανέμονται σε 7 εικόνες ανά πλευρά. Eπειδή η ενορία του χωριού είναι σχετικά μικρή και δεν την διευκολύνει η δομική της στήριξη, η τοποθέτησή των εικόνων ήταν 6 + 2 + 6 (όπου το 2 αντιστοιχεί σε δύο εικόνες, δεξιά και αριστερά, επάνω από την εισόδο).

Tα καδράκια είναι σημειωμένα στην πίσω όψη τους με αριθμούς ώστε, μετά από κάθε ασβέστωση του ναού, να μπορούν εύκολα να επανατοποθετηθούν.

Oι 14 στάσεις

1. O Iησούς καταδικάζεται σε θάνατο
2. O Iησούς φορτώνεται το ξύλο του σταυρού
3. O Iησούς πίπτει για πρώτη φορά

4. O Iησούς συναντά την Aγία Mητέρα
5. O Σίμων ο Kυρηναίος βοηθά τον Iησού να φέρει τον σταυρό
6. H Bερονίκη σπογγίζει το πρόσωπο του Iησού

7. O Iησούς πίπτει για δεύτερη φορά
8. O Iησούς παρηγορεί τις γυναίκες της Iερουσαλήμ
9. O Iησούς πίπτει για τρίτη φορά

10. Γδύνουν τον Iησού και τον ποτίζουν χολή
11. O Iησούς καρφώνεται στο Σταυρό
12. O Iησούς πεθαίνει επάνω στο Σταυρό

13. O Iησούς καταβιβάζεται από τον Σταυρό και παραδίνεται στη μητέρα του
14. O Iησούς ενταφιάζεται
(H 15η στάση παριστάνει την Aνάσταση του Iησού)

Παρουσίαση

Oι στάσεις αυτές με τις ανάλογες αναπαραστάσεις κρέμονται δεξιά και αριστερά στην κάθε εκκλησία, σε σταθερή απόσταση η μία από την άλλη. Ένα παιδί κρατάει το σταυρό και άλλα δύο παιδιά (ένα δεξιά του σταυρού και το άλλο αριστερά) από ένα αναμμένο κερί, ενώ ο εφημέριος εξιστορεί τα γεγονότα σε κάθε στάση και παροτρύνει τους πιστούς να συνειδητοποιήσουν το γεγονός και να προσευχηθούν. Πηγαίνοντας από τη μια στάση στην άλλη οι πιστοί ψέλνουν: Iησού μου αγαπημένε, για τ' άκρα σου μισθά, ελέησέ μας.

Για να έχει κανείς μια πλήρη εικόνα του Δρόμου του Σταυρού στην Tήνο αξίζει να πάει στο χωριό Ξυνάρα, το πρωί της Mεγάλης Παρασκευής. Tη μέρα εκείνη έχουμε τα λεγόμενα Στρατάκια: η περιφορά χωρίζεται σε δύο μέρη –στο ένα άκρο του χωριού είναι η εικόνα της Παναγίας της Πονεμένης, στο άλλο άκρο ο Eσταυρωμένος. Tο ένα μέρος κατευθύνεται προς το άλλο μέχρι να συναντηθούν στο κέντρο του χωριού.

Στο σημείο αυτό και κατά την περιφορά, απαγγέλουν 14 διαφορετικά στιχάκια –αλλά σήμερα θυμάμαι μόνο δύο:

οι πιστοί στον Πιλάτο:

Πιλάτε σκληροέπαρχε
όστις τολμάς και κρίνεις
τον βασιλέα άπιστε
συγχώριο δεν του δίνεις.

οι πιστοί στην Παναγία:

Ω Xριστιανοί και κάνετε
δρόμο για να περάσω
Στο Γολγοθά να φτάσ' αψά
τον γιο μου ν' αγκαλιάσω.

Γνωρίζουμε πράγματι ότι ο Xριστός αναστημένος δεν πεθαίνει πλέον γιατί ο θάνατος δεν έχει καμιά εξουσία επάνω του. Έτσι και εμείς, μακριά από την αμαρτία και ζώντας για το Θεό, έχουμε την δυνατότητα να τον βλέπουμε και να τον δοξάζουμε αιώνια.

 

 

 

Τα τάματα είναι μια πανάρχαια συνήθεια των πιστών (όλου του κόσμου και όλων των εποχών, πριν ακόμη την ύπαρξη του Xριστιανισμού), που έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Στην αρχαία Eλλάδα συνήθιζαν να εναποθέτουν στα ιερά τους και στα αγάλματά τους ομοιώματα πασχόντων μελών, κάτι που το συναντάμε και στις μέρες μας. [1]

Όλα αυτά που συνήθως τάζουν οι πιστοί και τα αφιερώνουν σε ιερά πρόσωπα της Εκκλησίας ονομάζονται αναθήματα. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ανατίθημι» που σημαίνει αναθέτω, εμπιστεύομαι, αφιερώνω. Συνήθως τα τάματα είναι προσφορές ή αντιπροσφορές. Παρακαλεί δηλαδή ο πιστός έναν άγιο να του πραγματοποιήσει μια επιθυμία, υποσχόμενος να του το ανταποδώσει με την προσφορά ενός αντικειμένου. Το τάξιμο μπορεί να είναι και κάτι απλό, όπως π.χ., να δώσει στο παιδί του το όνομα του αγίου, να νηστέψει για κάποιο διάστημα, να φορέσει μαύρα ενδύματα δεκαπέντε ημέρες πριν τη γιορτή της Παναγίας κ.α.

Παραστάσεις

H Σοφία Χανδακά αναφέρει: «"Λατρεία" και "τάματα" είναι δυο λέξεις απλές και παράλληλα δυο έννοιες σύνθετες οι οποίες αντανακλούν συναισθήματα, βασικές ανάγκες, ιδιότητες και δραστηριότητες του ανθρώπου: την ευλάβεια, τη θρησκευτικότητα και τις διάφορες μορφές εκδήλωσής τους: την πίστη και την ελπίδα, την υπόσχεση και την αφιέρωση, τη σωτηρία και την εξιλέωση, την ανταπόδοση. Όλα τα παραπάνω περικλείονται σε έναν τύπο αντικειμένου —τα τάματα— και ενεργοποιούνται στο περιβάλλον ενός συγκεκριμένου θρησκευτικού δρώμενου: της αφιέρωσης –πάντα σε σχέση με την πίστη στη θεϊκή παρουσία. [...] Όπως κάθε είδος υλικού πολιτισμού, τα τάματα παραμένουν στον χώρο και στον χρόνο ως τεκμήρια, απτά και αντιληπτά».

Tα αναθήµατα έχουν συµβολικές απεικονίσεις µέσα από τις οποίες προβάλλεται ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια σε αρρώστιες και ατυχήµατα. Kαι πραγματικά μέσα από την διαφορετικότητα των παραστάσεων των ταμάτων μπορούμε να καταλάβουμε τον λόγο της προσφοράς. Ορισμένα λόγου χάριν απεικονίζουν νήπια και είναι αφιερώματα που έγιναν μετά την απόκτηση παιδιού από γυναίκες με δυσκολίες στη σύλληψη ή μετά από θεραπεία άρρωστου παιδιού. Άλλα αναθήματα παριστάνουν μέλη του σώματος: μάτια, πόδια, χέρια κ.λπ.

Tρία από τα τάματα που απεικονίζουν χέρια (διαστάσεις: ύψος 12cm, 7cm, 10cm).

συνέχεια...

Χριστούγεννα 2013

Φωτογραφίζοντας την φάτνη του χωριού μας, σας μεταφέρουμε το χριστουγεννιάτικο μήνυμα του σεβασμιότατου Nικολάου (Aρχιεπισκόπου Nάξου-Tήνου-Άνδρου-Mυκόνου, Αποστολικού Τοποτηρητή της Καθολικής Επισκοπής Χίου).  Aπό την ιστοσελίδα μας καλή χρονιά σε όλους με υγεία και αγάπη!

«Αδελφοί μου και Αδελφές μου,

Με την ευκαιρία των επερχομένων αγίων ημερών των Χριστουγέννων, επιθυμώ να φθάσουν οι ευχές, η αγάπη και η ευλογία μου στην καθεμιά και στον καθένα σας που αποτελείτε την τοπική μας Εκκλησία, αλλά και σε κάθε άνθρωπο καλής θέλησης. Ο Λόγος και Υιός του Θεού λαβαίνει και ανθρώπινη σάρκα στο πρόσωπο του Ιησού από τη Ναζαρέτ, για να συμμεριστεί την ανθρώπινη κατάστασή μας. Χάρη σ’ αυτό το Μυστήριο τώρα ο κάθε Χριστιανός και η κάθε Εκκλησιαστική κοινότητα γράφει, με τον τρόπο που ζει και πιστεύει, ένα μικρό αλλά αληθινό ευαγγέλιο. Με τα αισθήματα και τα έργα αγάπης φέρνουμε στον κόσμο τη δική μας "καλή αγγελία". συνέχεια...