Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

ιστορίε

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα ιστορίε.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

Tα παλιά τα χρόνια οι γραμματιζούμενοι δεν ήταν πολλοί. Oι περισσότεροι παπάδες στα χωριά ήταν αυτοί που βοηθούσαν και συμβούλευαν τους κατοίκους ενός χωριού –αν και υπήρχαν πολλοί από αυτούς που δεν ήξεραν γράμματα.

Oι γιατροί ήταν και αυτοί ελάχιστοι σε όλο το νησί, αλλά ευτυχώς τον ρόλο αυτό τον κάλυπταν οι γυναίκες του χωριού που ήξεραν από πρακτική ιατρική, ενώ για τις γεννήσεις φυσικά υπήρχε η μαμή του χωριού. Oι δικηγόροι ήταν και αυτοί λιγοστοί. Yπήρχαν όμως και οι «ψευτοδικηγόροι», οι λεγόμενοι δικολάβοι. συνέχεια...

Δεν ήθελε να φύγει απ' το χωριό. Έπρεπε... Κάποιοι που ζούνε στην πρωτεύουσα πήγαν και τον είδαν. Οι υπόλοιποι του χωριού αγωνιούσαν, πήραν τηλέφωνα, ρώτησαν. Όλα συνέχισαν να κυλούν κανονικά. Άντε να εξηγήσεις τι σημαίνει κανονικά... Ας πούμε ότι όλα έδειχναν να ηρεμούν.

Συνέχισε η ζωή. Φύσηξε, έβρεξε, βγήκε ήλιος, ξαναφύσηξε. Πέρασαν 130 ημέρες (ακριβώς) και πήγε άλλος ένας επισκέπτης να τον δει. Σήμερα 15 του μηνός. Δεν ήταν από τους συνηθισμένους. Ήταν αυτός που αδειάζει τα σπίτια από την σκιά των ανθρώπων. Ο Μάρκος πάντα φιλόξενος: τον δέχτηκε, θέλησε να τον κεράσει ρακί, του έδωσε πριν ένα μπισκότο –για να μη μεθύσει– και του ζήτησε να κάτσουν να τα πουν. Ο επισκέπτης δεν ήπιε. Τον πήρε απ' το χέρι κι έφυγαν μαζί. συνέχεια...

Εφέτος κλείνουμε 15 χρόνια από την απώλεια του συνανθρώπου μας Νάσου· κλείνουμε 15 χρόνια –μια ολόκληρη ζωή– από το θλιβερό γεγονός του αιφνίδιου θανάτου του Προέδρου του Συλλόγου μας. Αντί άλλου κειμένου, μεταφέρουμε το άρθρο της Λουκίας που, αν και είχε γραφτεί εκείνα τα χρόνια, φαίνεται τόσο ζωντανό για όλους εμάς που τον γνωρίσαμε. Και είναι λογικό αφού ο συγχωριανός μας εξακολουθεί να «ζει» μέσα στις καρδιές μας.

«Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές·  δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· [...] ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς [...]. 
Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη,
να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ»

–Οδυσσέας Ελύτης


«Ήταν ένα βροχερό πρωινό του Δεκέμβρη όταν, η μητέρα μου, μου ανακοίνωσε ότι ο αγαπητός Ιγνάτιος (Νάσος) δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το αρχικό μου σοκ ακολούθησαν οι αναμνήσεις. συνέχεια...

Πριν από πολλά χρόνια...

Σε έναν τόπο όπου το χιόνι δεν είναι τόσο συχνό –θα έλεγα, μάλλον σπάνιο– έχουν κρατηθεί μέσα μου έντονες οι αναμνήσεις από εκείνα τα χρόνια· από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι τον διάλογο από τους ηλικιωμένους του χωριού:
–Κουμπάρε, τι λες, θα έχουμε αύριο χιονάκι;
–Α, δε νομίζω! Τα τελευταία χρόνια δεν χιονίζει πια. Πάνε εκείνα τα χρόνια που δεν μπορούσαμε να βγούμε από τα σπίτια μας.
–Μα ο καιρός δεν φαίνεται σίγουρος. Εγώ, θα σταβλίσω τα ζωντανά.
Έτσι σίγουροι ήταν πάντα οι χωριανοί όταν μιλούσαν για τον καιρό, λες και ήταν προφήτες.
–Α, κι' αν ρίξει, τι θα πάθουν; συνέχεια...

Τα σύννεφα επάνω από το μικρό χωριό της Βωλάξ τρέχουν με τέτοια ταχύτητα που αν οι κάτοικοί της είχαν ιστιοφόρα και όχι χωράφια θα ήταν οι πιο πλούσιοι κάτοικοι σε όλη την Τήνο.

Ο αέρας φυσάει με τέτοια ταχύτητα σε αυτό το μέρος που τα σύννεφα περνάνε επάνω από το χωριό και, μέσα σε λίγα λεπτά, έχουν φτάσει στις μικρασιατικές ακτές, ενώ το φως που τα διαπερνάει αλλάζει συνεχώς την εικόνα του απίστευτου αυτού τοπίου.  συνέχεια...

Hommage στο Mαρκάκι

Μη νομίζεις. Δεν είναι πολλές φορές που ο Μάρκος είχε φύγει έξω από τα στενά (και τόσο αγαπημένα) όρια του χωριού. Στη Βωλάξ γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί ζει, όλη του η ζωή εκεί. Άντε μια φορά, όταν ήταν φαντάρος, που τον πήραν αναγκαστικά από το χωριό –δε γινόταν κι αλλιώς. Ήταν το '44. Ένα χρόνο είχαν διαφορά με τον Γιάννη. Eκείνος ήταν μια κλάση μικρότερος, του '43.

Νομίζεις ότι όλα είναι δεδομένα και είναι ψέμα αυτό. Τον έστειλαν επάνω στην Κομοτηνή –Γκιουμουλτζίνα όπως τη λέγανε τότε. Δύσκολες και σκληρές εποχές κι ας τον πείραζε ο αδερφός του ότι «πήγε εκεί με τις χανούμισσες». συνέχεια...

Χρόνια πριν, στο μέρος που λέγεται σήμερα Βωλάξ, ζούσε κάποιος που καταγόταν από το απέναντι νησί της Σύρου. Αυτός λοιπόν ο άντρας είχε παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα από αυτόν εδώ τον τόπο. Ήρθε όπως και τόσοι άλλοι και κόλλησε στα μέρη μας. Άνθρωπος χαμηλών τόνων που δεν ενοχλήσε ποτέ κανέναν. Tου άρεσε να τραγουδάει στα γλέντια –είχε πολύ όμορφη φωνή– και τις Κυριακές ανέβαινε ψηλά επάνω στον πύργο του και κάθονταν μονάχος.

Τα χρόνια περνούσαν και τα πάντα κυλούσαν ομαλά. Μια Κυριακή όμως, μια περίεργη Κυριακή, εκεί που καθότανε ψηλά στον πύργο, είδε δράκοντες να πλησιάζουν τούτο τον τόπο. Ένιωσε κάτι να τον καλεί. Πετάχτηκε από τη θέση του και κατέβηκε σαν σίφουνας τις σκάλες. Ζήτησε με δυνατή φωνή απ' τη γυναίκα του να του φέρει το λευκό του άλογο. συνέχεια...

Τα παλιά τα χρόνια ο ουρανός ήταν πιο κοντά στη γη! Μια οργιά απείχε! Ήταν μια εποχή που στο χωριό, μαζί με τους κατοίκους, συμμετείχαν και οι επάνω: υπήρχε ο Θεός, οι άγιοι κι οι άγγελοι. Όλοι μαζί. Σε κοινές ιστορίες... συνέχεια...

Στα μονοπάτια του ονείρου

«Είχε μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσά μας κάτι παλαβούς αλλιώτικους, κάτι όμορφους παλαβούς που δεν έμοιαζαν ούτε με τους σημερνούς ούτε ο ένας με τον άλλον. Χωρίς αυτούς θα έλειπε σίγουρα από ανάμεσά μας κάτι».

Ψάχνω τις σκόρπιες σκέψεις μου –όχι αυτές που έρχονται σαν αστραπή μέσα από το μυαλό μου και πάλι σαν σίφουνας φεύγουν απ' αυτό– τις άλλες, αυτές που βρίσκονται γραμμένες επάνω σε χαρτάκια ξεχασμένα στις τσέπες των φθαρμένων παντελονιών ή άλλα χαρτάκια, πιο μικρά, κρυμμένα μέσα σε παλιά μεταλλικά κουτιά από καραμέλες για το λαιμό. Ψάχνω τις σκέψεις μου που είναι παρατημένες, μαζί με άλλες κιτρινισμένες σελίδες, μέσα σε συρτάρια που έχω μήνες να ανοίξω. Πόσο καιρό λέω να τις τακτοποιήσω (όλες!) σε ένα καλό τετράδιο, που εδώ και καιρό έχω αγοράσει γι' αυτόν και μόνο τον σκοπό. Στα πιο πολλά χαρτάκια σημειώνω (μαζί με άλλες ακατάληπτες λέξεις) το όνομα του Ταζέλου. Για ποιο λόγο άραγε; Τι μου' χει έρθει; Βλέπω σινεμά στον ύπνο μου –όλοι βλέπουν όνειρα, ακόμη και οι άνθρωποι που γεννιούνται τυφλοί– και μου παρουσιάζεται ξανά ο Γιάννης ο Ταζέλος. συνέχεια...

O αέρας φυσά απίστευτα σε αυτόν εδώ τον τόπο και ας φαίνεται όλο αυτό συνηθισμένο μπροστά στο ρολόι του χρόνου.

Xωριό και άνεμος έχουν ταιριάξει για τα καλά, εδώ και χιλιετίες. Γι' αυτό και η Bωλάξ περιμένει πως και πως τον αέρα, για να τα πούνε, και του λέει «καλώς ήρθες» κάθε τόσο. Kαι ο αέρας απαντά: κλαδεύει τα δέντρα και τα αφήνει νάνους για να μην του εμποδίζουν τον δρόμο· λειαίνει τα σκληρά βράχια και τα στρογγυλεύει για να μην γδαρθεί στο πέρασμά του· σφυρίζει μέσα από τις τρύπες των βράχων, τις κουφάλες των δέντρων, τα στενά σοκάκια και το χωριό τον οδηγεί στην θέση του στην κεντρική πλατεία, στο σαλόνι του χωριού. Kαι για το καλοσώρισμα  τα φύλλα γυρίζουν γύρω-γύρω και χορεύουν κυκλικά.

Tο χωριό δείχνει αμήχανο σε όλα τα άλλα φυσικά φαινόμενα: τη ζέστη, τα χιόνια, το χαλάζι... Mπορεί να γοητεύεται από αυτά αλλά πάντα το μπερδεύουν· δεν τα θέλει. Τον αέρα όμως, τον ξέρει καλά. Είναι φίλος του. Κι ας έρχεται μερικές φορές παρέα με τη βροχή. Δεν έχει πρόβλημα το χωριό, δεν ζηλεύει.

Και όταν φεύγει η βροχή και βγαίνει το ουράνιο τόξο, για να δείξει φιλόξενο το χωριό, βγάζει τόσες μυρωδιές από τα γύρω χωράφια που σε κάνει να τρελαίνεσαι. Και οι αισθήσεις γρήγορα αντιστοιχούν με τα ερεθίσματα. Και όλα συμφωνούν: η όσφρηση με την μυρωδιά, η αφή με το άγγιγμα, η ακοή με τους ήχους...

...

Στον Άγιο Μάρκο μόλις τελείωσε η «γιορτή των νεκρών» και οι κάτοικοι γυρίζουν ήσυχοι στα σπίτια τους. Στη Λουμπ τα βελάνια έχουν πέσει από τα δέντρα. Τα κόκκινα φύλλα στην αυλή του Ρήγα φωτίζουν με πορφυρό φως τον βαρύ ουρανό. Το χώμα νοτισμένο από την πρωινή βροχή, στο φρεσκοσκαμένο χωράφι του Αντωνάκα (πίσω από τον Άγιο Μάρκο), μυρίζει υπέροχα. Τα κυκλάμινα έχουν βγει στο μονοπάτι προς τον Φαλατάδο και η Άννα καμαρώνει το φρεσκοασπρισμένο σπίτι της. Η εκκλησία είναι ακόμη στολισμένη με χρυσάνθεμα από τον γάμο του Αργύρη και της Μαρίας, όλα δείχνουν ήρεμα. Όλα, εκτός από έναν γκρίζο λαγό που όταν περνάω από δίπλα του, τρέχει φοβισμένος και χάνεται πίσω απ' την Καυκάρα.

Σε λίγο ο αέρας μάς ξαναχτυπάει το κουδούνι. Τι να ξέχασε πάλι;