Βωλάξ, Τήνος. Τόπος όμορφος και ζωντανός. Χωριό αγαπημένο. Μέρος που θέλουμε να προστατέψουμε και να αναδείξουμε πιο πολύ από ποτέ! Εκτιμούμε όλα όσα μας προσφέρει μέσα απ' την ιστορία και την κουλτούρα του, μέσα από την αξεπέραστη φύση και τις αξίες των ανθρώπων του...
Ακολουθήστε μας!

hello

Εμφανίζονται αναρτήσεις με την ετικέττα hello.   Ολες οι ετικέττες, Ολες οι αναρτήσεις

δεν με φοβίζει η φθορά.

αγαπάω τα παλιά μου ρούχα / το τρύπιο μου μπλε μακό / το απολύτως συμβατό με το σώμα μου και με μένα / το φοράω στο σπίτι και αισθάνομαι ασφαλής μέσα του / με αγκαλιάζει σαν τον παλιό γνώριμο που ξέρει να ζεσταίνει χωρίς να σε πιέζει / από τον χρόνο έχει γίνει διάφανο / έχει ελαφρύνει / γιατί και αυτό με αγαπάει /
και δεν θέλει να κουράζει την πονεμένη μου πλάτη.

αγαπάω τα σκισμένα μου παλιά all star / με αυτά περπατάω τους δρόμους /
όλη μέρα/ πάνω κάτω / με αυτά στην θάλασσα / με αυτά και στο βουνό/
αυτά είναι τα «καθημερινά» μου, αυτά και τα «καλά» μου /
πως να ξεχωρίσεις τις ημέρες σε κακές και καλές...
συνέχεια...

 

«H βροχή είναι πολλών ειδών: είναι η ψιλή που πέφτει, πλαγιαστά κι ανάλογα με τον αέρα, όλο βελονίτσες βελονίτσες· αυτή που σχεδόν δε φαίνεται αλλά τα καταφέρνει, με την υπομονή της, να μουσκεύει λίγο λίγο τα ρούχα και να τα ποτίζει ως μέσα τον άνθρωπο που περπατάει στο δρόμο, με τρόπο ύπουλο και μεθοδικό, κι η άλλη, η χοντρή βροχή, που φαίνεται: με τις βαριές σταγόνες, τις στρογγυλές, που κάνουν θόρυβο στα τσίγκια –αυτή που θέλουν τα μικρά παιδιά γιατί τα νανουρίζει, αλλά κι η γη το φχαριστιέται.

»Είναι πάλι εκείνο το νερό που πέφτει με το τουλούμι, για ώρες: βροχή δηλαδή, στα γεμάτα και κατακλυσμός που λένε. Να πλημμυρίζει ο τόπος νερά και να κατεβαίνουν ποταμάκια σωστά στους δρόμους. Να γίνονται, δηλαδή, οι δρόμοι χείμαρροι και να παρασέρνουν ό,τι βρουν μπροστά τους. Χώματα να παρασέρνουν, φλούδες και ξύλα· χαρτόκουτα και ζωύφια: κάτι μικρά κι ανήμπορα πλασματάκια που χτυπάνε, για λίγο, απελπισμένα τα φτερά κι ύστερα αφήνονται να κατηφορίζουν –ανάσκελα και ψόφια– σε άλλες γειτονιές...»

Η βροχή ήρθε στο χωριό. Τα τζάμια έχουν θαμπώσει. Έχεις ανάψει, να ζεσταθούμε μια στάλα; Δεν μπορώ τώρα: έχει αρχίσει το φούσκωμα στο μπρίκι!

Welcome!

Ας αποκαλύψουμε στον κόσμο την αλήθεια: Οι νάνοι είναι ζωντανοί –όπως εγώ και σεις– και παρά τα όσα λέγονται, τους αρέσουν τα ταξίδια. Το χωριό μας επισκέφτηκαν για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του '60! Δείτε τις αποκλειστικές φωτογραφίες σε παγκόσμια πρώτη! συνέχεια...

 

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια του, ο Γιάννης (ας τον πούμε έτσι), καταλάβαινε πως δεν-ήταν-εκεί-που-έπρεπε-να-είναι. Ένιωθε ξένος με την οικογένειά του, ξένος με τους χωριανούς του. Στον ύπνο του έβλεπε τοπία που δεν θύμιζαν την πατρίδα του: διώροφα σπίτια με μαρμάρινα υπέρθυρα και κυκλαδίτικα βόλτα με απίστευτη θέα στην θάλασσα, ερείπια γιγάντιων ανεμόμυλων –απομεινάρια μιας εποχής που η περιοχή ευημερούσε οικονομικά, μια πανέμορφη αμμουδιά που, το βράδυ, αντανακλούσαν στα γαλήνια νερά της, το φεγγάρι και τ' αστέρια...

Στα δεκαεννιά του ο Γιάννης το 'σκασε από το σπίτι για να ψάξει να βρει το υπέροχο αυτό μέρος. Βιαζόταν να ζωντανέψει στα μάτια του όλες αυτές οι εικόνες που έβλεπε στον ύπνο του. Έγινε ζητιάνος, γυρολόγος, εργάτης κάποτε και κλέφτης. Ώσπου, μια μέρα, βρέθηκε σε ένα χωριό που το έλεγαν Υστέρνια και βρισκόταν στην δυτική πλευρά της Τήνου. Εκεί αναγνώρισε το μέρος των ονείρων του: Tον παλιό μαρμαρόστρωτο δρόμο που συνδέει τον Όρμο με τα Υστέρνια, τα Μεροβίγλια στην δύση τους, τις λευκές κουκίδες-σπίτια απέναντι στο αρχοντικό νησί της Σύρου, το συμβολικό μαρμάρινο λιοντάρι... συνέχεια...

Συζητήσαμε με κάποιους για το εγχείρημά μας και σχολιαστήκαμε αναλόγως για την αγάπη και την αφοσίωσή μας (sic) στο χωριό. Ενώ, κάποιοι θεώρησαν ότι δεν χρειάζεται μια ακόμη ιστοσελίδα για τη Βωλάξ, «τα πάντα έχουν γραφτεί για το χωριό, τέλειωσε η εποχή του».

Όταν ο Νικολά Σωβέν (Nicolas Chauvin) έγινε δεκαοχτώ χρονών παρουσιάστηκε ως νεοσύλλεκτος και υπηρέτησε με πάθος και τιμή τον πρώτο στρατό της Γαλλικής Δημοκρατίας και ακολούθως την Μεγάλη Στρατιά (Grande Armée) του ίδιου του Ναπολέοντα. Το επίλεκτο αυτό σώμα πολέμησε στην πρώτη γραμμή και από την αρχική δύναμη των 550.000 της Μεγάλης Στρατιάς επέζησαν μόλις οι 70.000. συνέχεια...

Όταν ήμασταν μικροί δεν έτρεχε το νερό στα σπίτια του χωριού. Έπρεπε να κατέβει κανείς στην πηγή (πηγάδι όπως το έλεγαν) και να φέρει νερό στο σπίτι. Έτσι οι μεγαλύτεροι μας έβαζαν να πηγαίνουμε νερό σε όλα τα σπίτια της Βωλάξ (δεν ήταν τόσο πολλά τότε).

Mας έλεγαν οι γονείς μας να βοηθάμε τους γέροντες και να συμμετέχουμε και μεις, οι μικροί, στις δουλειές του χωριού, για να ξεκουράσουμε κάπως τις γιαγιάδες, αφού οι παππούδες έλειπαν από νωρίς στα χωράφια. Παίρναμε λοιπόν στάμνες,  μπιτόνια,  καρίκια,  μπουκάλια, οτιδήποτε για να μοιράσουμε νερό στα σπίτια... συνέχεια...

Λίγο πριν ανοίξει την πόρτα του για πρώτη φορά το Λαογραφικό Μουσείο στο παπαδικό –και δυστυχώς λίγο μετά τον θάνατο του συζύγου της– ζητήθηκε από την θεία Άννα (Άννα Ματθ. Φυρίγου σύζυγος Αντρίκου Βίδου) να γράψει κάποιες συνταγές παραδοσιακών γλυκών ώστε να μπουν στο Μουσείο του χωριού.

Η φήμη της στα παραδοσιακά τηνιακά γλυκά έκανε τους υπεύθυνους λειτουργίας του νεοσύστατου τότε Μουσείου να την παρακαλέσουν ζητώντας να τους τις γράψει έτσι όπως εκείνη ήξερε ώστε να περάσουν πια από γενιά σε γενιά...

Το μόνο που της ζήτησαν ήταν να τις γράψει με ένα σκούρο μαρκαδόρο που της έδωσαν, ώστε, να μην σβήσουν στην πάροδο του χρόνου. Της δώσανε και ένα απλό τετράδιο και της είπαν: «Θεία, όταν νιώθεις έτοιμη μας τις γράφεις». «Είμαι μεγάλη πια και όχι κοριτσάκι για συνταγές...» τους είπε. Έβαλε, όμως, χαμογελαστή τον μαρκαδόρο στην τσέπη της και έφυγε. συνέχεια...